image
WHO

H Καρυοφυλλιά Καραμπέτη στο JennyGr: «Ψάχνω πάντα την ουτοπία των παιδικών μου χρόνων»


Χριστίνα Κατσαντώνη

27 Οκτωβρίου 2023

Από τη στιγμή που κυκλοφόρησε το trailer της “Φόνισσας”, της πολυαναμενόμενης κινηματογραφικής μεταφοράς του σπουδαίου έργου του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, ιστοσελίδες και social media χαρακτήρισαν “συγκλονιστική”, “καθηλωτική”, “σαρωτική” την παρουσία της. Έγινε viral και trend, αν και η ίδια ουδέποτε ενδιαφέρθηκε γι’ αυτά. Η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη δεν έχει καν social media. Δεν τα χρειάζεται. Ο τρόπος της να επικοινωνεί με το κοινό, από τις αρχές της δεκαετίας του ‘80, όταν ξεκίνησε την πορεία της ως ηθοποιός, είναι μέσα από τις υποδειγματικές ερμηνείες της -ως Μαρία, Μάρθα, Αντιγόνη, Μήδεια, Ευτυχία και πόσοι άλλοι ρόλοι.

Εν αναμονή της νέας της μεταμόρφωσης σε ηρωίδα του Παπαδιαμάντη, η κορυφαία ηθοποιός μιλά για τις σκηνές που την έκαναν να αναλύεται σε λυγμούς, τη σημασία της “Φόνισσας” στη σημερινή εποχή, την κουλτούρα του σεξισμού και του ηλικιακού ρατσισμού, τη ζωή στη φύση, τη μυθοπλασία στην τηλεόραση, όσα αγαπά κι όσα απεχθάνεται, κι ανατρέχει στα διδάγματα των παιδικών της χρόνων -που παραμένουν η ουτοπία που πάντα αναζητά.

Ποια ήταν η μεγαλύτερη δυσκολία που συναντήσατε στην προσέγγιση ενός χαρακτήρα, πολυσύνθετου και με αντιθέσεις, όπως η Φραγκογιαννού στη “Φόνισσα”;

Το να ερμηνεύσω τον ρόλο με τέτοιο τρόπο, ώστε να γίνουν κατανοητοί οι λόγοι που την ωθούν στους φόνους. Η Χαδούλα της ταινίας μας δεν είναι μια κυνική εγκληματίας. Στόχος μας ήταν να γίνει αντιληπτό από τους θεατές ότι οι φρικτές πράξεις της δεν προέρχονται από προσωπική ροπή προς το έγκλημα, αλλά ότι είναι η κοινωνική βία που οπλίζει τα χέρια της και ότι για εκείνη, οι φόνοι των μικρών κοριτσιών είναι ένα δώρο προς αυτά, η λύτρωση από τη σκληρή, κακοποιητική ζωή που τα περιμένει. 

Πώς ισορροπήσατε στην προσπάθεια να εξηγήσετε τη θέση της, χωρίς όμως να τη δικαιώσετε; Σας απασχόλησε αυτός ο κίνδυνος;

Καθημερινά μας απασχολούσε αυτός ο προβληματισμός, όλους όσοι δουλέψαμε στη δημιουργία της ταινίας, από τους παραγωγούς μας, μέχρι όλους τους συντελεστές. Φυσικά και δεν υπάρχει περίπτωση να δικαιώσει κανείς μία παιδοκτόνο. Αυτές οι πράξεις είναι αποτροπιαστικές και απόλυτα καταδικαστέες. Η πρόθεσή μας, όμως, ήταν να δείξουμε τους κοινωνικούς μηχανισμούς, που γεννούν αυτό το τέρας, κι αυτούς να καταδικάσουμε ως ηθικούς αυτουργούς. Την πατριαρχία, τον σεξισμό, την οικονομία, το τραύμα της απόρριψης του γυναικείου φύλου. Η ανάγκη μας, να προσθέσουμε κι εμείς τη φωνή μας στις διαμαρτυρίες εναντίον αυτών των νοοτροπιών και των εγκλημάτων που προκαλούν, μάς έκανε όλους να είμαστε απόλυτα δοσμένοι στον στόχο μας. 

Πότε συζητήσατε για πρώτη φορά με την Εύα Νάθενα για την προοπτική της ταινίας και ποια ήταν η πρώτη σας αντίδραση όταν σας πρότεινε να πρωταγωνιστήσετε σε αυτήν; Είχατε επιφυλάξεις απέναντι στο ρόλο;

Ήταν τη μέρα της γιορτής της, ανήμερα του Ευαγγελισμού του 2021, στην Επίδαυρο. Στην αρχή, η σκέψη ήταν να είναι άλλος ο σκηνοθέτης και εκείνη θα αναλάμβανε τον εικαστικό κομμάτι της ταινίας, πάνω στο οποίο είχε ήδη δουλέψει επί δέκα χρόνια. Αργότερα προέκυψε η ανάγκη να αναλάβει η ίδια και τη σκηνοθεσία. Ήδη από την πρώτη στιγμή ένιωσα τιμή και δέος. Ήταν για μένα όνειρο ζωής να παίξω κάποτε τη «Φόνισσα», αλλά νόμιζα ότι αυτό θα γινόταν στο θέατρο. Ποτέ δεν είχα σκεφτεί ότι θα την υποδυόμουν στον κινηματογράφο. Είπα αμέσως το ναι, πρώτον γιατί τέτοιοι ρόλοι είναι εμβληματικοί και είναι πρόκληση το να αναμετρηθείς μαζί τους, και δεύτερον γιατί γνωρίζοντας πολύ καλά την Εύα ήξερα με πόση σοβαρότητα, σκέψη, έρευνα και αισθητική θα  διαχειριζόταν την ταινία. Επιφυλάξεις απέναντι στο ρόλο δεν είχα. Φόβους, μόνο, αν θα φαινόμουν αντάξια των απαιτήσεων της ερμηνείας του.

Jenny.Gr

«Η ταινία μας, όμως, δεν είναι ένα έργο μίσους και πολέμου προς το άλλο φύλο. Το κακό μάς αγγίζει όλους, οι άντρες είναι κι αυτοί δυστυχείς και εγκλωβισμένοι μέσα στους ρόλους τους και τώρα πια έφτασε η εποχή, που είναι απόλυτη ανάγκη να καταλάβουμε πως η κοινωνία πρέπει να αλλάξει για το καλό όλων μας»

Βρήκατε κοινά δικά σας ή γυναικών που έχετε συναντήσει με τον χαρακτήρα της;

Όχι, σε προσωπικό επίπεδο δεν έτυχε ποτέ να συναντήσω γυναίκες που να έχουν περάσει στην αντίπερα όχθη και φυσικά δεν έχω επ’ ουδενί κανένα κοινό στοιχείο μαζί της. Καταλαβαίνω, όμως, τον θυμό της. Γιατί ως γυναίκα ταυτίζομαι με κάθε γυναίκα που κακοποιείται. Και γιατί ως άνθρωπος δεν αντέχω άλλο να ζω σε έναν τέτοιο κόσμο.

Πού διαφοροποιείται η ηρωίδα της ταινίας σε σχέση με την ηρωίδα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη;

Η ταινία μας βασίζεται στην αποκάλυψη που έφτασε σε μας, μέσω μαρτυριών και ντοκουμέντων, ότι λόγω του θεσμού της προίκας, στις φτωχές επαρχιακές κοινωνίες συνέβαιναν «ανομολόγητοι θάνατοι θηλέων βρεφών». Φόνοι δηλαδή, και μάλιστα από επαγγελματία που αναλάμβανε αυτό το φριχτό έργο κατόπιν εντολής του ίδιου του πατέρα, πριν σαραντίσει το μωρό. Η ταινία υιοθετεί τη σύμβαση ότι η Φραγκογιαννού είναι μαία και πνίχτρια κατ’ επάγγελμα, άγγελος ζωής και θανάτου ταυτόχρονα. Επίσης, αλλάζει η σειρά κάποιων γεγονότων στη ροή της αφήγησης, αλλά επί της ουσίας ο πυρήνας παραμένει ο ίδιος.

Πόσο σύγχρονη είναι η “Φόνισσα”, μια ιστορία των αρχών του περασμένου αιώνα, σε μια εποχή που οι γυναίκες εξακολουθούν να πέφτουν θύματα της ανδρικής βίας και καταπίεσης, όμως παράλληλα γίνονται προσπάθειες να βγουν μπροστά και να δημιουργήσουν ένα καλύτερο μέλλον; Οι γνώσεις του σήμερα, πώς επηρέασαν την προσέγγιση της “Φόνισσας” και της εποχής της;

Οι γυναίκες, ύστερα από τεράστιους αγώνες, έχουν μεν κατακτήσει πολλά σε σχέση με την εποχή του Παπαδιαμάντη, όμως η διάχυτη κουλτούρα του σεξισμού -που τη βλέπεις παντού, στη δημόσια και στην οικογενειακή ζωή, στα μέσα ενημέρωσης και στα social media και κυρίως στα δελτία ειδήσεων με τις συνεχείς κακοποιήσεις και τους φόνους γυναικών- δείχνει πόσο μακρύς είναι ακόμα ο δρόμος προς την απόλυτη ισότητα. Μέσα σε ένα τέτοιο τοπίο, ο αγώνας συνεχίζεται με κάθε μέσο, και η τέχνη είναι ένα απ’ αυτά. Η ταινία μας, όμως, δεν είναι ένα έργο μίσους και πολέμου προς το άλλο φύλο. Το κακό μάς αγγίζει όλους, οι άντρες είναι κι αυτοί δυστυχείς και εγκλωβισμένοι μέσα στους ρόλους τους και τώρα πια έφτασε η εποχή, που είναι απόλυτη ανάγκη να καταλάβουμε πως η κοινωνία πρέπει να αλλάξει για το καλό όλων μας.

Jenny.Gr

Έχετε πει πως “η κριτική, το κουτσομπολιό σχετικά με το αν είσαι γκέι, το πώς ντύνεσαι και πόσα κιλά ζυγίζεις είναι passé. Η παλιά κοινωνία πεθαίνει”. Ειδικά τον τελευταίο καιρό, όμως, βλέπουμε δείγματα ότι η παλιά κοινωνία είναι εδώ και ενίοτε βασιλεύει. Πώς αντιδράτε σε αυτά; Μπορούμε να είμαστε αισιόδοξοι;

Τα χτυπήματα είναι δυνατά, αλλά η αντίδραση είναι μονόδρομος. Δεν πρέπει να χάνουμε τη μαχητικότητά μας, Αλλιώς θα αφεθούμε να βουλιάξουμε. Και δεν πρέπει. Το οφείλουμε στις επόμενες γενιές.

Ποιο κλισέ της κοινωνίας σας θυμώνει περισσότερο;

Είναι τόσο πολλά, που συνήθως όταν μου ζητάνε να ξεχωρίσω ένα δεν μπορώ να το κάνω. Από πού να αρχίσει κανείς. Ο ρατσισμός, ο σεξισμός, η θεοποίηση του χρήματος με όλα τα επακόλουθα -πολιτική και κοινωνική διαφθορά- η επιφάνεια των πραγμάτων, τα ψέματα. Ας ωριμάσουμε επιτέλους. Ας κατανοήσουμε τη θνητή μας φύση κι ας προχωρήσουμε λίγο πιο πέρα, όπως αξίζει στον Νου και στον Λόγο, με τα οποία προικιστήκαμε ως είδος. 

Σε σας το φύλο υπήρξε ποτέ πρόβλημα, όχι μόνο στην επαγγελματική, αλλά και στην προσωπική σας πορεία; Αισθανθήκατε ποτέ μειονεκτικά ως γυναίκα, νιώσατε πως έπρεπε να φωνάξετε για να ακουστείτε;

Σε γενικές γραμμές, είχα την τύχη να συναντήσω υπέροχους ανθρώπους και να δουλέψω σε προστατευμένα και δημιουργικά περιβάλλοντα. Όταν, όμως, βλέπεις τι συμβαίνει εκεί έξω, ακόμα και το να δηλώνεις τυχερή ηχεί ως ύβρις. Αισθάνομαι μειονεκτικά ως γυναίκα, όταν διαβάζω ή ακούω οποιοδήποτε σεξιστικό σχόλιο για οποιαδήποτε γυναίκα. Και νιώθω την ανάγκη να μιλήσω, όχι για να ακουστώ εγώ, αλλά η φωνή κάθε γυναίκας, που βρίσκεται σε λιγότερο προνομιακή θέση από τη δική μου, κάθε γυναίκας που διεκδικεί την ισοτιμία με τον άντρα συνάδελφό της, το δικαίωμα της ελευθερίας στην αυτοδιάθεσή της και στην ερωτική της έκφραση, χωρίς να ακούει συνεχώς κακεντρεχή σχόλια για την εμφάνιση, την ηλικία ή τη συμπεριφορά της.

Είστε από τις γυναίκες που λένε την ηλικία τους. Πιστεύετε πως η γυναίκα σήμερα απολαμβάνει την ηλικία της ή υπάρχουν πολλά στερεότυπα που την περιορίζουν;

Εξαρτάται από την προσωπικότητα της κάθε γυναίκας. Κάποιες είναι θύματα των στερεοτύπων, που θέλουν τη γυναίκα να έχει ημερομηνία λήξης και βρίσκονται σε πανικό, ενώ κάποιες άλλες αποδέχονται το κάθε στάδιο της ζωής τους με διάθεση δημιουργική. Σήμερα, βέβαια, η εποχή επιτάσσει ψυχραιμία σε κάθε περίπτωση. Δεν είναι ωραίο να κριτικάρουμε τις επιλογές κανενός, ας αποδεχόμαστε ο ένας τον άλλον, όπως είναι και όπως θέλει να είναι. Δεν μπορώ, όμως, να μη θαυμάσω εκείνες τις υπέροχες γυναίκες, που μεγαλώνοντας γίνονται ακόμα πιο ενδιαφέρουσες και πιο γοητευτικές. Λέω την ηλικία μου, γιατί θέλω να σταματήσει πια αυτή η ανοησία του ηλικιακού ρατσισμού, γιατί θεωρώ ότι είναι προνόμιο το να μεγαλώνεις, όταν άλλοι άτυχοι φεύγουν στα μισά της διαδρομής. Πότε θα καταλάβουμε πια εμείς οι άνθρωποι ότι το δώρο της ζωής πρέπει να το χαιρόμαστε, όσο το έχουμε και να μην το ευτελίζουμε;

«Είναι αδιανόητο να έχεις μπροστά σου ένα υπέροχο μωρό, που θες να του προσφέρεις μόνο αγάπη και στοργή και να πρέπει να υποδυθείς ότι του δίνεις το θάνατό του. Προσπαθούσα με νύχια και με δόντια να παίξω αυτές τις σκηνές και μετά το cut αναλυόμουν σε λυγμούς για να αποφορτιστώ»

Στη “Φόνισσα” υποδύεστε μια γυναίκα γερασμένη και ταλαιπωρημένη. Ποια ήταν η προετοιμασία σας, ώστε να μεταμορφωθείτε σε αυτήν; Πόσες ώρες χρειαζόσασταν για μακιγιάζ – ντεμακιγιάζ;

Με την εξαιρετική μακιγιέζ μας, Εύη Ζαφειροπούλου και τις δύο βοηθούς της, καθώς και με τον κομμωτή μας, Χρόνη Τζήμο, δουλεύαμε άλλες δυόμιση ώρες πριν και μιάμιση ώρα μετά το καθημερινό δεκάωρο γύρισμα. Ήταν μια πολύ δύσκολη διαδικασία, που απαιτούσε να αρχίζουμε τη δουλειά πολύ νωρίς το πρωί, συχνά ακόμα και στις 2:00πμ, όταν έπρεπε να κάνουμε γύρισμα το ξημέρωμα. Χρησιμοποιούσαν υγρό λάτεξ που έμπαινε λίγο-λίγο σε μικρές περιοχές του προσώπου, του λαιμού και των χεριών και το στέγνωναν με πιστολάκι για να φτιάξουν τις ρυτίδες και μετά με πινέλο δημιουργούσαν πανάδες και κηλίδες. Ύστερα κολλούσαν τα φρύδια και την περούκα.  Όλη αυτή η κατασκευή έπρεπε μετά να αφαιρεθεί με έναν ειδικό τρόπο και πολλή υπομονή. Ευτυχώς η ομάδα ήταν υπέροχη και παρά την κούραση και τις αντίξοες συνθήκες, υπήρχε μια υπέροχη ατμόσφαιρα με ευγένεια, αγάπη και πολύ χιούμορ. Ένα αξέχαστο ταξίδι.

Ποια ήταν η μεγαλύτερη δυσκολία που συναντήσατε κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων και ποια ήταν η σκηνή που σας δυσκόλεψε περισσότερο;

Η πιο δύσκολη μέρα ήταν πέρυσι τον Οκτώβριο, όταν έπρεπε να κάνουμε επί τρεισήμισι ώρες ορειβασία προς μια κορυφή του Ψηλορείτη για ένα τρίωρο γύρισμα και μετά άλλες τρεις ώρες κατάβαση. Φτάσαμε στα όρια των αντοχών μας. Επίσης οι καιρικές συνθήκες τον Νοέμβριο στο εγκαταλειμμένο χωριό Μουντανίστικα της Λακωνικής Μάνης, όπου έγιναν τα περισσότερα γυρίσματα, ήταν πολύ άγριες. Κρύο, βροχές και φοβερός αέρας. Όσο για την πιο δύσκολη σκηνή, ήταν εκείνη, όπου έπρεπε να ρίξω δυο μικρά κοριτσάκια σε μια στέρνα. Είναι αβάσταχτο το να παίζεις τέτοιες σκηνές. Ξεπερνούν τις ανθρώπινες δυνάμεις. 

Έχετε δηλώσει “βαθιά συναισθηματικός άνθρωπος”. Όταν υποδύεστε ένα ρόλο που κουβαλά τόσο βαρύ συναισθηματικό φορτίο όπως η Φραγκογιαννού, πώς καταφέρνετε να κρατήσετε αλώβητο το δικό σας συναίσθημα; Πώς αποφορτίζεστε, πώς βγαίνετε από το ρόλο, όταν ακουστεί το “cut”;

Ήταν τρομακτική εμπειρία. Είναι αδιανόητο να έχεις μπροστά σου ένα υπέροχο μωρό, που θες να του προσφέρεις μόνο αγάπη και στοργή και να πρέπει να υποδυθείς ότι του δίνεις τον θάνατό του. Προσπαθούσα με νύχια και με δόντια να παίξω αυτές τις σκηνές και μετά το cut αναλυόμουν σε λυγμούς για να αποφορτιστώ.                     

Πώς ήταν η πρώτη συνεργασία με την Εύα Νάθενα σε ρόλο σκηνοθέτη; 

Η Εύα ήταν απίστευτα προετοιμασμένη για τα πάντα. Σενάριο, σκηνικά, κοστούμια, όλα περνούσαν από τα χέρια της. Ήταν εμμονική με το κάδρο της, τους φωτισμούς, τις μικρές λεπτομέρειες, την καθοδήγηση των ηθοποιών της. Δεν άφηνε τίποτε στην τύχη. Απορούσα με τις αντοχές της. Νομίζω ότι κοιμόταν για μήνες δύο με τρεις ώρες κάθε βράδυ. Πίστευε όμως τόσο πολύ στον στόχο της, που τα αποθέματα της ενέργειάς της ήταν ανεξάντλητα. Και πάνω απ’ όλα την ενδιέφερε να κάνει μια ταινία με βαθιά ελληνικότητα, που όμως θα μετέδιδε ένα παγκόσμιο μήνυμα.

Ανακαλέσατε εμπειρίες από τα παιδικά σας χρόνια στο χωριό, για να μπείτε περισσότερο στον ρόλο μιας γυναίκας που έζησε όλη της τη ζωή στην επαρχία; Σας χρησίμευσαν;

Ναι, τα τελευταία τρία χρόνια χρειάστηκε να το κάνω αυτό τουλάχιστον δύο φορές, στη σειρά της ΕΡΤ «Αγάπη παράνομη» του Κωνσταντίνου Θεοτόκη και βέβαια στη «Φόνισσα». Ήταν κάτι απόλυτα φυσικό για μένα, οι εμπειρίες μου από το αγροτικό περιβάλλον ήταν αφάνταστα χρήσιμες. Το περπάτημα σε βουνά, πέτρες και αγκάθια, η σχέση με τη γη, ο ύπνος στο χώμα, το πλύσιμο των ρούχων στη σκάφη, τα πηγάδια, τα παλιά έπιπλα και αντικείμενα, τα ρούχα, ήταν όλα τόσο γνώριμα και τόσο αληθινά.

image

«Νιώθω την ανάγκη να μιλήσω, όχι για να ακουστώ εγώ, αλλά η φωνή κάθε γυναίκας, που διεκδικεί την ισοτιμία με τον άντρα συνάδελφό της, το δικαίωμα της ελευθερίας στην αυτοδιάθεσή της και στην ερωτική της έκφραση, χωρίς να ακούει συνεχώς κακεντρεχή σχόλια για την εμφάνιση, την ηλικία, ή τη συμπεριφορά της»

Έχετε πει πως μεγαλώσατε σε έναν αποκλειστικά αντρικό χώρο, το καφενείο του πατέρα σας, με πρότυπο μια πολύ δυνατή γυναίκα, τη μητέρα σας. Τι σας δίδαξαν εκείνα τα χρόνια;

Ήταν τα χρόνια της μεγάλης αθωότητας. Πάντα συγκινούμαι όταν τα φέρνω στη μνήμη μου, νιώθω απίστευτα τυχερή που τα έζησα όλα αυτά. Μου έμαθαν τη δύναμη της φύσης, την ομορφιά των εποχών, τον μόχθο της καλλιέργειας, και την καλοσύνη της αλληλεγγύης.

Στην πανδημία, φύγατε από την Αθήνα και επιστρέψατε στη ζωή στη φύση. Τι αγαπάτε περισσότερο από τη ζωή εκτός πρωτεύουσας;

Την ηρεμία, τη γαλήνη και την ομορφιά της φύσης. Που δυστυχώς δεν τη σεβόμαστε κι αυτήν. Που την καταστρέφουμε με άπειρους τρόπους. Και μετά ερχόμαστε αντιμέτωποι με τα αποτελέσματα αυτής της καταστροφής. Ψάχνω πάντα την ουτοπία των παιδικών μου χρόνων που, όσο πάει, χάνεται όλο και περισσότερο. Αυτό το καλοκαίρι, μαζί με τόσα και τόσα ελληνικά δάση καταστράφηκε και η ιδιαίτερη πατρίδα μου, ο πανέμορφος Έβρος. Και μετά ζήσαμε κι όλες τις άλλες απίστευτες τραγωδίες με τις πλημμύρες. Αναρωτιέμαι πόσο πια ανεξέλεγκτη είναι η ανθρώπινη απληστία, η διαφθορά και ό,τι άλλο ευθύνεται για τα αδιανόητα που μας συμβαίνουν. Δεν μπορώ να προσαρμοστώ σ’ αυτήν την πραγματικότητα και σκέφτομαι με δέος το μέλλον της χώρας και του πλανήτη μας.

Σε πείσμα της εποχής, εξακολουθείτε να απέχετε από τα social media. Τι είναι αυτό που σταθερά σας κρατάει μακριά τους; Τι σας ενοχλεί σε αυτά;

Είμαι άνθρωπος κατεξοχήν εσωστρεφής, που ασκεί ένα πολύ δημόσιο επάγγελμα. Αυτή η αντίθεση μού δημιουργούσε από την αρχή μεγάλα προβλήματα και τεράστιο άγχος. Λατρεύω το καθαρά καλλιτεχνικό κομμάτι της δουλειάς μου και απεχθάνομαι το κομμάτι της δημοσιότητας. Και επειδή δεν μπορώ να την αποφύγω, όταν πρέπει να προωθήσω μια καινούργια μου δουλειά, τουλάχιστον την αποφεύγω απέχοντας από τα social media. 

Σας ενδιαφέρει το “τι θα πει ο κόσμος;”, που σήμερα πια μεταφράζεται σε like και καρδούλες;

Η γνώμη του κόσμου φυσικά και με ενδιαφέρει σε ένα επίπεδο όμως πραγματικής σοβαρότητας. Όταν ασχολείσαι με την τέχνη, έχεις μάθει πρώτα απ’ όλα να απευθύνεσαι στον κόσμο και να λαμβάνεις πολύ υπόψη τις κοινωνικές ανάγκες. Δεν θέλω, όμως, καθόλου να απασχολώ τον κόσμο με την προσωπική μου ζωή. Φοβάμαι ότι σήμερα τα like και οι καρδούλες έχουν γίνει απλώς ένας επιφανειακός τρόπος επικοινωνίας. Και η σύγκριση με τις ζωές των άλλων -που πολλές φορές έχει αποδειχθεί ότι είναι ψεύτικες- έχει προκαλέσει τις νέες νευρώσεις της εποχής.

Με αφορμή τη συνεργασία σας με τον διεθνούς φήμης σκηνοθέτη Ρόμπερτ Γουίλσον στην παράσταση “Τρεις Ψηλές Γυναίκες”, τι πιστεύετε πως έχει αλλάξει στο θέατρο σήμερα;

Έχω την τιμή να συνεργάζομαι με έναν από τους σημαντικότερους παγκοσμίως σκηνοθέτες και ξέρω ότι αυτή η εμπειρία θα είναι από τις σημαντικότερες της ζωής μου. Τον πλήρη απολογισμό, όμως, θα τον κάνω, όταν ολοκληρωθεί αυτή η συνεργασία. Το θέατρο βγαίνει από τη μεγάλη κρίση, που πέρασε μέσα στην πανδημία και ψάχνει το καινούργιο του πρόσωπο. Εύχομαι να οδηγηθεί στα ειλικρινέστερα, ουσιαστικότερα βήματά του.

Ποια είναι η γνώμη σας για την ευρεία επιστροφή της μυθοπλασίας στην τηλεόραση, κυρίως με δραματικές σειρές, πολλές εποχής;

Ο εγκλεισμός της πανδημίας δημιούργησε την ανάγκη της επιστροφής στη μυθοπλασία, ως αντίδοτο στα κλειστά θέατρα και τους κλειστούς κινηματογράφους. Αυτό στάθηκε ανακουφιστικό και για τον κλάδο μας, που χτυπήθηκε πολύ. Φοβάμαι, όμως, ότι στην ελληνική τηλεόραση συνήθως επικρατεί ο εύκολος μιμητισμός. Νομίζουμε ότι κάτι που έκανε επιτυχία είναι και η ασφαλής συνταγή. Όμως, πάνω απ’ όλα, χρειάζεται ποιότητα και φρέσκες ιδέες. 

«Ας κατανοήσουμε τη θνητή μας φύση κι ας προχωρήσουμε λίγο πιο πέρα, όπως αξίζει στον Νου και στον Λόγο, με τα οποία προικιστήκαμε ως είδος»

Ποια είναι η πιο αγαπημένη στιγμή της ημέρας σας -μιας απλής, καθημερινής μέρας;

Η επιστροφή στη ζεστασιά του σπιτιού μου.

Ένας στίχος ή μια φράση, που σας αντιπροσωπεύει;

Ένα αγαπημένο απόσπασμα από τον “Άμλετ” του Σαίξπηρ σε μετάφραση Γιώργου Χειμωνά. Είχα παίξει τον ρόλο πριν από είκοσι χρόνια κι αυτό το κομμάτι με είχε στοιχειώσει:

Ποιος προτιμάει να ζει ρημάζοντας μέσα στον χρόνο
Να τον αδικεί ό ισχυρός να τον συντρίβει ο επηρμένος
να ερωτεύεται να εκλιπαρεί τον αδιάφορο να ανέχεται
την ύβρι της εξουσίας τη νύστα του νόμου
Να νικά ο ανάξιος τον άξιο. Ποιος θα άντεχε
να κουβαλάει το ασήκωτο βάρος της ζωής να σέρνεται
να ερημώνει να στραγγίζει ιδρώτας η ψυχή του
αν δεν ήταν ο τρόμος. Γι’ αυτό πού στέκεται εκεί
Εκεί που αρχίζει ό θάνατος. Σ’ αυτήν την άγνωστη γη
που σε κανέναν ορίζοντα μακριά κανείς. Ποτέ δεν είδε

 

INFO

Η «Φόνισσα» κάνει πρεμιέρα στις ελληνικές αίθουσες στις 30 Νοεμβρίου.

Μια παραγωγή της Tanweer Productions σε συμπαραγωγή με τη View Master Films και την COSMOTE TV. 

Φωτογραφίες: Μαριλένα Αναστασιάδου