Για τη μοναξιά

<p><strong>Ένας ψυχοθεραπευτής δεν μπορεί εύκολα ν'αγγίξει ανεπεξέργαστα υπαρξιακά ζητήματα:</strong></p> <p>είναι τόσο αγκιστρωμένα στον τρόμο, που εμφανίζονται μόνο φευγαλέα...</p>

Τζουλιάννα Καρνέζη
ΤΖΟΥΛΙΑΝΝΑ ΚΑΡΝΕΖΗ Παρασκευή, 9 Σεπτεμβρίου 2011
Παρασκευή, 9 Σεπτεμβρίου 2011
Ένας ψυχοθεραπευτής δεν μπορεί εύκολα ν'αγγίξει ανεπεξέργαστα υπαρξιακά ζητήματα: είναι τόσο αγκιστρωμένα στον τρόμο, που εμφανίζονται μόνο φευγαλέα, για ν'αντικατασταθούν πολύ σύντομα από τις διασπάσεις της καθημερινής ζωής. Η σκέψη, το συναίσθημα και η συμπεριφορά του ατόμου γεννιούνται από δυνάμεις που βρίσκονται μέσα του σε σύγκρουση. Επιπλέον-και αυτό είναι ένα κρίσιμο σημείο-αυτές οι αλληλοσυγκρουόμενες δυνάμεις βρίσκονται σε ποικίλα επίπεδα συνειδητότητας. Μερικές μάλιστα είναι εντελώς ασυνείδητες. Ποια είναι η φύση των αλληλοσυγκρουόμενων εσωτερικών δυνάμεων; Η υπαρξιακή ψυχοθεραπευτική προσέγγιση υποστηρίζει ότι η εσωτερική σύγκρουση που μας καταδυναστεύει δεν προέρχεται μόνο από την πάλη μας με καταπιεσμένες ενστικτώδεις ορμές ή με εσωτερικευμένες αναπαραστάσεις σημαντικών ενηλίκων της παιδικής μας ηλικίας ή με θραύσματα από λησμονημένες τραυματικές αναμνήσεις, αλλά επίσης από την αναμέτρησή μας με τα «δεδομένα» της ύπαρξης. Και ποια είναι αυτά τα «δεδομένα» της ύπαρξης; Αν επιτρέψουμε στον εαυτό μας να παραμερίσει ή να βάλει σε παρένθεση τις καθημερινές έγνοιες της ζωής του και ν'αναλογιστεί βαθύτερα τη θέση του μέσα στο σύμπαν, τότε αγγίζουμε αναπόφευκτα τις βαθιές δομές της ύπαρξης. Ο θάνατος, η μοναξιά, η ανάγκη νοήματος και η ελευθερία. «Πρώτα απ'όλα οι άνθρωποι είναι πολύ πιο δυστυχισμένοι απ'όσο φαντάζεται κανείς» και δεν υπάρχει αυτό που λέμε πραγματικά ενήλικος άνθρωπος». Όλοι μας - κι όταν λέω όλοι, εννοώ τόσο οι θεραπευτές όσο και οι θεραπευόμενοι - είναι μοιραίο να βιώσουμε όχι μόνο τη χαρά της ζωής, αλλά και το αναπόφευκτο σκοτάδι της: την απομυθοποίηση, τα γηρατειά, την αρρώστια, τη μοναξιά, την απώλεια, την έλλειψη νοήματος, τις οδυνηρές αποφάσεις και το θάνατο. Κανείς δεν έχει διατυπώσει τα πράγματα πιο καθαρά και πιο ωμά από τον Σοπενάουερ: «Στη νεαρή μας ηλικία», λέει ο Σοπενάουερ, καθώς φανταζόμαστε τη ζωή μας που έρχεται, είμαστε σαν παιδιά σ'ένα θέατρο, πριν σηκωθεί η αυλαία, που κάθονται ενθουσιασμένα, και περιμένουν ανυπόμονα ν'αρχίσει το έργο. Είναι ευτύχημα που δεν γνωρίζουμε τι πρόκειται να συμβεί στην πραγματικότητα. Αν μπορούσαμε να το προβλέψουμε, τότε κάποιες φορές τα παιδιά αυτά θα έμοιαζαν με φυλακισμένους καταδίκους, καταδικασμένους όχι στο θάνατο αλλά στη ζωή. Και προς το παρόν χωρίς επίγνωση του τι σημαίνει αυτή η καταδίκη τους». Είμαστε όλοι στην ίδια μοίρα και κανένας θεραπευτής - και κανένας άνθρωπος - δεν είναι άτρωτος στις εγγενείς τραγωδίες της ύπαρξης. Ο Φρόυντ περιγράφει τον αμυντικό μηχανισμό της «μόνωσης» σαν μια διαδικασία διαχωρισμού του συναισθήματος από την ανάμνηση κάποιου δυσάρεστου γεγονότος και τη διακοπή των συνειρμών που συνδέονται με το γεγονός αυτό, έτσι που να απομονώνεται από τις φυσιολογικές διαδικασίες της σκέψης. Πολλοί θεραπευτές, όπως για παράδειγμα ο Fritz Perls , συχνά περιγράφουν ως στόχο της θεραπείας να βοηθηθεί ο άρρωστος να ενσωματώσει ξανά αποκομμένα κομμάτια του εαυτού του. Πράγματι ο Perls ονόμασε τη θεραπεία αυτή Gestalt , για να δώσει έμφαση στην αφοσίωσή του στο σκοπό της «ολότητας». Υπάρχει ακόμα η «διαπροσωπική απομόνωση» που βιώνεται συχνά ως μοναξιά, ένα παγκόσμιο ζήτημα στην ψυχοθεραπεία. Η μοναξιά προέρχεται από ποικίλες πηγές - από κοινωνικούς, γεωγραφικούς, πολιτισμικούς παράγοντες, από την κατάρρευση θεσμών που προήγαν την εγγύτητα στην κοινωνία μας, από την έλλειψη προσωπικών δεξιοτήτων, από κάποια χαρακτηριστικά της προσωπικότητας που μπορεί να αντιτίθενται στην εγγύτητα - για παράδειγμα στοιχεία σχιζοειδή, ναρκισσιστικά, ψυχοπαθητικά, επικριτικά. Τέλος, πέρα από την ενδοψυχική και τη διαπροσωπική απομόνωση υπάρχει η «υπαρξιακή απομόνωση» που μας αγγίζει ακόμη πιο βαθιά. Πρόκειται για μια πιο θεμελιώδη απομόνωση που έχει τις ρίζες της στην ίδια την ύπαρξη και αναφέρεται σε ένα αγεφύρωτο χάσμα ανάμεσα στον εαυτό μας και τους άλλους. Πρόκειται στην πραγματικότητα για μια απομάκρυνση όχι μόνο του εαυτού μας από τους άλλους αλλά και του εαυτού από τον κόσμο. Σύμφωνα με την εμπειρία μου, το φαινόμενο αυτό βιώνεται πιο έντονα από ασθενείς που έρχονται αντιμέτωποι με το θάνατο, γιατί τότε ακριβώς αντιλαμβάνεται κανείς πραγματικά ότι έχει γεννηθεί μόνος στον κόσμο και πρέπει να φύγει μόνος. Μπορεί να επιθυμούμε να είναι κάποιοι κοντά μας την ώρα του θανάτου μας, μπορεί να δώσουμε τη ζωή μας για κάποιον άλλον ή για κάποιο σκοπό αλλά κανείς δεν μπορεί, στον ελάχιστο βαθμό, να απαλλαγεί από τη μοναχικότητα του θανάτου του. Παρόλο που μπορεί να ευχόμαστε να μας συντροφέψουν κι άλλοι στο θάνατό μας (όπως έκαναν ηγέτες σε πολλούς αρχαίους πολιτισμούς), ο θάνατος πάντα παραμένει η πιο μοναχική από τις ανθρώπινες εμπειρίες. Αποσπασμα από το βιβλίο του Irvin Yalom "Θρησκεία και Ψυχιατρική" από τις εκδόσεις Άγρα.





MORE FOR YOU