#themeetups Ιωάννης Πάππος: Η παγκοσμιοποίηση έφερε το πακετάρισμα. Τα πάντα μπορούν να πουληθούν

Τζένη ΜπαλατσινούΤΖΕΝΗ ΜΠΑΛΑΤΣΙΝΟΥ Τετάρτη 17 Οκτωβρίου 2018

Τετάρτη 17 Οκτωβρίου 2018

#themeetups Ιωάννης Πάππος: Η παγκοσμιοποίηση έφερε το πακετάρισμα. Τα πάντα μπορούν να πουληθούν

Ζει στην Νέα Υόρκη, όμως πάντα επιστρέφει στην Ελλάδα. Το Πήλιο, είναι το ησυχαστήριό του. Το μέρος που του αρέσει να γράφει, η καταγωγή του. Στο Πήλιο έγινε και η αρχή για το μυθιστόρημά του, το Hotel Living, που έγινε best seller. Συναντηθήκαμε στην Αθήνα, μία “καλοκαιρινή" ημέρα του Οκτώβρη και τα είπαμε όλα. Από την εποχή της μεγάλης φούσκας, τη διαμονή στα ξενοδοχεία, την αλλαγή επαγγελματικής πορείας, την έκρηξη των social και την παγκόσμια αλλαγή που έχει έρθει τα τελευταία χρόνια, ο Ιωάννης Πάππος, είναι ένας υπέροχος άνθρωπος που χαίρεσαι να συζητάς.


Ζούσες και εργαζόσουν στη Νέα Υόρκη, ως σύμβουλος επιχειρήσεων. Και όμως μια μέρα αποφάσισες να παραιτηθείς και να γράψεις ένα βιβλίο. Πώς πήρες αυτή την απόφαση;

Άφησα τη δουλειά μου το 2011. Η αλήθεια είναι ότι δεν ένιωσα τελικά ότι άφηνα και τίποτε σπουδαίο. Ήταν ένας συνδυασμός πραγμάτων. Όλα ξεκίνησαν το 2008 όταν «έσκασε» η κρίση στην Αμερική. Τρία χρόνια μετά, το 2011- τα πράγματα ήταν πολύ χειρότερα από την έναρξη της οικονομικής κρίσης. Στην αρχή της είχαμε το σοκ του αγνώστου, ενώ το 2011 βιώναμε την ολοκληρωτική καθίζηση του συστήματος. Ήταν ένα “ ήταν λουτρό αίματος “. Ζούσαμε σε μία Αμερική που θύμιζε το 1930. Έκλειναν εταιρίες δεν υπήρχε τίποτε το αισιόδοξο, τίποτε που να δείχνει κάποιο φως. Νομίζω ότι εκεί είπα πια στον εαυτό μου «Τι κάνω εγώ εδώ πέρα;». Πάντα, ένιωθα ότι ήθελα κάτι άλλο, απλά δεν είχα καταλάβει τι ήταν. Ήξερα όμως ότι ήθελα να ταξιδέψω. Ήταν μία κρίση μέσης ηλικίας.

Και τι έκανες;

Παίρνω ένα αεροπλάνο, πηγαίνω στο Μαϊάμι, κλείνομαι στο ξενοδοχείο στο Standard και αρχίζω να γράφω ένα ημερολόγιο. Κάποια στιγμή, νιώθω πως ούτε αυτό με καλύπτει, ότι δεν είναι αυτό που ψάχνω και αποφασίζω να έρθω στην Ελλάδα και να πάω να μείνω στο σπίτι του πατέρα μου στο Πήλιο όπου ξεκινάω και πάλι να γράφω το ημερολόγιο.

Δεν ήξερες ότι ήθελες να γράψεις ένα βιβλίο εκείνη τη στιγμή;

Όχι. Βέβαια, μέσα σε μία εβδομάδα καταλαβαίνω πως δεν με ενδιαφέρει να γράψω απλά ένα ημερολόγιο, αλλά μία συγκεκριμένη ιστορία. Τελικά παραμένω στο Πήλιο 6 μήνες και τελειώνω το βιβλίο – το τελειώνω τουλάχιστον στην αρχική του μορφή. Μου βγήκε πάρα πολύ γρήγορα.

Και το επόμενο βήμα;

Δεν υπήρξε επόμενο βήμα με την κλασική έννοια. Δεν είχα σκέψεις να το προχωρήσω, οπότε το έβαλα στο «συρτάρι».


Έγραφες στα αγγλικά ή στα ελληνικά; Πώς σκεφτόσουν;

Το πώς σκεφτόμουν ήταν αρκετά μπερδεμένο. Ήμουν ανάμεσα στα αγγλικά και στα ελληνικά. Όμως το βιβλίο το γράφτηκε στα αγγλικά.

Και τελικά; Πώς από ένα βιβλίο κλεισμένο στο «συρτάρι» γίνεται ένα βιβλίο που κυκλοφορεί και μάλιστα γίνεται best seller;

Γυρίζω Νέα Υόρκη, στη βάση μου και συναντάω κάποια στιγμή τον φίλο μου Ira Sachs. Ο Sachs είναι ένα πολύ επιτυχημένος σκηνοθέτης – θεωρείται ο ο down town Woody Allen της Νέας Υόρκης. Όπως συζητάμε, με ρωτάει «τι έκανες στην Ελλάδα τόσο καιρό» και του λέω «έγραφα μία ιστορία». Μου απαντά στείλε μου 150 σελίδες να τις δω. Την επόμενη μέρα κιόλας του έστειλα τις σελίδες και προς έκπληξή μου, μου απαντά την αμέσως επόμενη μέρα.

Γιατί σε ξάφνιασε η άμεση απάντησή του τόσο;

Πίστευα ότι δεν θα δώσει τόση βάση. Έλεγα ότι θα το στείλω και θα μου απαντήσει σε κάνα μήνα. Οπότε το έστειλα και σχεδόν το ξέχασα.

Τι έλεγε η απάντησή του;

Μου είπε πως πρέπει να βρω οπωσδήποτε έναν ατζέντη γιατί αυτές οι σελίδες που μου έστειλες είναι πάρα πολύ δυνατές. Και μάλιστα δεν σταμάτησε εκεί. Επειδή είχε επαφές με μεγάλα πρακτορεία μου έδωσε δέκα ονόματα που ο ίδιος πίστευε ότι χρειάζεται από εκεί να ξεκινήσω να στέλνω.

Υπήρξε ανταπόκριση από τα πρακτορεία αντίστοιχη με του Ira;

Δεν θα το έλεγα. Τα περισσότερα γράμματα που μου ήρθαν πίσω ήταν κλασικά τυποποιημένα – ξέρεις από αυτά που δεν ξέρεις καν αν τα έχουμε διαβάσει- που μου έλεγαν «ευχαριστούμε πάρα πολύ που επικοινωνήσατε μαζί μας αλλά…». Κάποια άλλα, λιγότερα, φαινόταν ότι είχαν ασχοληθεί λίγο, αλλά και πάλι η απάντηση ήταν αρνητική. Και τελικά ήρθε και ένα τελευταίο γράμμα, στο οποίο, ο τύπος που μου το έστειλε- o Frank - αρχίζει και μου τα χώνει. Γιατί ο ήρωας σου κάνει το τάδε, γιατί επέλεξες να γράψεις αυτό και διάφορα άλλα τέτοιου τύπου. Και κατέληγε στο «είσαι διατεθειμένος να δουλέψεις μαζί μου για να σε εκπροσωπήσω;» Και φυσικά απάντησα ναι!

Και τελικά τα καταφέρατε. Δουλέψατε μαζί και αγόρασε το βιβλίο η HarperCollins.

Ναι. Βέβαια στη φάση που ξεκινούσαμε να δουλεύουμε το βιβλίο, εγώ ξαναβρήκα μία δουλειά. Οπότε το «πιάναμε» κάθε έξι μήνες. Το 2014 τελικά η HarperCollins αγόρασε το βιβλίο. 

Γίνατε φίλοι με τον Frank;

Γνωριστήκαμε καλά, αλλά φίλοι δεν γίναναμε. Και δεν ξέρω τελικά αν θέλω να γίνω και φίλος με κάποιον που με εκπροσωπεί. Είναι σχέση πιο επαγγελματική. Και μετά γνώρισα τον εκδότη μου τον Jonathan Burnham, που ήταν ο επικεφαλής της HarperCollins. Για να σου πω την αλήθεια δεν ξέρω πως έφτασε το βιβλίο τελικά στα χέρια του, όμως το διάβασε και μου έστειλε ένα απίστευτο γράμμα. Αυτός πραγματικά ήτανε διαφορετικός από οποιονδήποτε άλλο. Ήταν σαν να ‘χε μπει μέσα στο μυαλό μου την ώρα που έγραφα και ήταν πολύ συγκινητικό για εμένα. Μου άρεσε πάρα πολύ γιατί είχε «πιάσει» το τί είναι αυτό το βιβλίο. Και μετά ήρθαν τα πράγματα μόνα τους. Το βιβλίο κυκλοφόρησε, άρεσε, το πρότειναν μάλιστα και για δύο λογοτεχνικά βραβεία μετά με φώναξε το Harvard να διαβάσω, έκανε ο Grayton Carter, ο editor του Vanity Fair, πάρτυ για το βιβλίο. 

Το περίμενες ότι θα γινόταν όλο αυτό; Το υποψιαζόσουν;

Όχι δεν το περίμενα. Να σκεφτείς ότι περπάταγα μία μέρα και είδα το Hotel Living στη βιτρίνα του Three Lives, το οποίο είναι ένα από τα καλύτερα βιβλιοπωλεία του κόσμου, που είναι πάρα πολύ δύσκολο να μπεις και πόσο μάλλον στη βιτρίνα. Μου πήρε λίγο να καταλάβω τι γίνεται. Λες και έβλεπα το βιβλίο μου σε λάθος μέρος.

Άγνοια… «κινδύνου» που λέμε...

Ναι άγνοια κινδύνου, κανονικά. Τώρα πια με φοβίζει. Τώρα που ξαναγράφω, έχει ανέβει ο πήχης. Φοβάσαι για το τι θα γράψεις. Ενώ την πρώτη φορά που έγραψα, ήμουν χαλαρός.  Έλεγα τι θα γίνει; Θα το διαβάσουν και 10 φίλοι μου, ε και τι έγινε;

Θα μπορούσε το Hotel Living να γίνει ταινία; Ή θεωρείς ότι επειδή έχουν γίνει αντίστοιχες ταινίες τελευταία ότι ίσως είναι λίγο επαναλαμβανόμενο σενάριο.

Θα σου πω αμέσως τι γίνεται. Το μέσο βιβλίο στην Αμερική είναι 100.000 λέξεις. Και το δικό μου ήταν ακριβώς αυτό. Ο όγκος ενός σεναρίου είναι 10.000 με 15.000 λέξεις. Είναι πολύ μεγάλη η διαφορά. Άρα για ένα βιβλίο σαν το δικό μου θα πρέπει να βγει ένα 85% οπότε όπως καταλαβαίνεις είναι πάρα πολύ δύσκολο να κρατήσεις τη βάση του βιβλίου σωστή. Και γι΄ αυτό και πολλοί λένε είδα την ταινία, είχα διαβάσει και το βιβλίο και απογοητεύτηκα.  Έτσι το Hollywood πια κάνει τα short stories ταινίες και τα βιβλία γίνονται πια σίριαλ στο Netflix στο HBO και σε αντίστοιχες παραγωγές. Και έτσι δεν έχεις πια 90 λεπτά. Εχεις 500 λεπτά να γεμίσεις μπροστά σου, άρα δεν χάνεται η ουσία του βιβλίου. Γι’ αυτό θα προτιμούσα αν ποτέ βγει στην οθόνη να γίνει σίριαλ. 

Και έτσι λοιπόν από μία «κρίση μέσης ηλικίας» όπως λες, δημιουργήθηκε όλο αυτό.

Ναι! Θα μπορούσα απλά να έχω πάρει ένα αμάξι! (γέλια)


 

Χρησιμοποίησες μέσα στο βιβλίο σου και αυτοβιογραφικά στοιχεία; Σε προβλημάτισε ότι ίσως ο αναγνώστης αναγνωρίσει «πρόσωπα»;

Είχα μία ασφάλεια την εποχή που έγραφα το βιβλίο, αφενός επειδή το έγραφα στα αγγλικά και αφετέρου ότι δεν μπορούσα να φανταστώ την πορεία του. Αρχικά πίστευα, ότι ο πατέρας μου δεν θα το διαβάσει ποτέ. Και ξαφνικά βλέπεις ότι το βιβλίο εκδόθηκε και θα κυκλοφορήσει και στα ελληνικά, οπότε αρχίζει λιγάκι η αυτοβιογραφία και σε… τρώει. Αρχίζει και βγαίνει όλη τη ντροπή την οποία έχουμε μέσα μας ανεξαρτήτως σεξουαλικότητας. Για κάποιον η ντροπή μπορεί να είναι ότι πήγε κάποτε και έκλεψε από το πορτοφόλι του παππού του για να πάει να πάρει γαριδάκια. Για τους ανθρώπους γύρω μου δεν ήταν ένα βιβλίο που θα τα έλεγε όλα. Αυτό ήταν ξεκάθαρο από την αρχή. Δεν με ενδιέφερε να βγάλω πράγματα στον κόσμο έξω. Αλλά σίγουρα όπως είναι λογικά επηρεάστηκα από ανθρώπους, από την δουλειά μου, από την νύχτα, από drugs, από πράγματα τα οποία συνέβαιναν γύρω μου. Γιατί είναι όλα γύρω μας, μέσα σε μία μεγάλη πόλη. Τώρα πόσο κοντά είμαστε και πόσο τα αφουγκραζόμαστε έχει να κάνει με την φάση που βρισκόμαστε στη ζωή μας. Αλλά σε καμία περίπτωση δεν ήθελα να γράψω μία βιογραφία να βάλω έναν ήρωα με διαφορετικό όνομα απλά για να καταγράψω τι έκανα εγώ. Αυτό δεν με ενδιέφερε.

Ήταν λυτρωτικό για σένα το βιβλίο;

Ναι πολύ. Γιατί κατάλαβα πια ότι δεν μπορούσα άλλο πια να δουλεύω όπως δούλευα. Δεν με ενδιέφερε αυτό που νόμιζα ότι ήταν το ταξίδι, στη φυσική υπόσταση, να ταξιδέψω ας πούμε σε χώρες. Είχε μία κάθαρση όλη η διαδρομή που τελικά έφερε και την ολοκλήρωση. Ξεπέρασα και μία σχέση καθαρά μέσα μου, έκανα closure, αλλά όλα αυτά μέσα από μία ιστορία. 

Πιστεύεις ότι όλοι έχουμε μέσα μία σκοτεινή πλευρά και ενοχή;

Σκοτεινή πλευρά υπάρχει μέσα μας σίγουρα. Και αυτό είναι ένα κομμάτι του puzzle.Όχι απαραίτητα ότι μας καθορίζει, αλλά είναι κομμάτι μας. 

Και η θρησκεία. Έτσι ξεκινάμε. Από το πρέπει και από το μη

Ειδικά, Ελλάδα, Βαλκάνια και ενοχές είναι αλληλένδετα. Δημιουργούνται πολλά τραύματα παιδικά τα οποία σιγά σιγά πας και προσπαθείς να τα καλυτερέψεις με κάποιο τρόπο. Όμως πολύ δύσκολα τα αλλάζεις. Έχει ενδιαφέρον εδώ να δούμε τον διαχωρισμό που κάνουμε οι Αμερικάνοι μεταξύ προσωπικότητας και χαρακτήρα. Την προσωπικότητα την αλλάζεις. Θα ντυθείς διαφορετικά, θα μάθεις να λες τα σωστά πράγματα, θα μάθεις πώς θα κάθεσαι, πως να συζητάς. Τον χαρακτήρα σου όμως μέσα σου όχι. Δε μπορείς να τον αλλάξεις. Για παράδειγμα στον Τιτανικό όταν βούλιαζε, οι άνθρωποι είχαν μπροστά τους 3- 4 ώρες. Για τους ιστορικούς είναι μοναδική εκείνη η τελευταία ομαδική έκφραση του πραγματικού τους χαρακτήρα του Προτεστάντη εκείνης της εποχής. Το πώς το αντιμετωπίσανε, πως είχανε την ψυχραιμία να περιμένουν να φύγουν πρώτα οι βάρκες με τα παιδιά ή με τις γυναίκες. Και ταυτόχρονα αποκαλύφθηκαν και οι τύποι που έκλεψαν τη σειρά, προσπάθησαν να σωθούν οι ίδιοι. Όταν τα πάντα παίζονται, τότε φαίνεται ο πραγματικός σου χαρακτήρας. Στα δύσκολα δεν φαίνεται ο χαρακτήρας. Στα δύσκολα ή θα κρυφτείς ή θα πολεμήσεις. Δεν έχεις άλλη επιλογή. Στο αναπάντεχο όμως, εκεί θα φανεί τι πραγματικά είσαι, όπως και στην παντοδυναμία. Αν ξαφνικά αποκτήσεις την απόλυτη δύναμη τότε θα φανεί ο χαρακτήρας σου. Θέλεις να δεις τον χαρακτήρα κάποιου; Δώστου δύναμη. Θα δεις ακριβώς τι είναι. Αν για παράδειγμα εκείνες τις μέρες που έγινε το μπαμ με το βιβλίο μου εγώ ξαφνικά σταματούσα να μιλάω στους φίλους μου, να κάνω ότι δεν ξέρω κόσμο που χαιρετώ καθημερινά, τότε αυτός είναι ο πραγματικός χαρακτήρας μου. Είναι ξεκάθαρα τα πράγματα.

Ποια είναι η διαφορά ενός Αμερικάνου αναγνώστη και ενός 'Ελληνα αναγνώστη στα σχόλια που κάνουνε. Βλέπεις διαφορετική προσέγγιση σε σχέση με την κουλτούρα μας;

Γενικά τα περισσότερα σχόλια που έχω πάρει είναι θετικά και όσα είναι αρνητικά είναι βιτριολικά αρνητικά. Δηλαδή κάπου τους έχει ενοχλήσει πάρα πολύ το βιβλίο. Ένα 20 με 25% των σχολίων είναι πάρα πολύ ενοχλημένοι.

Εχει ομοφοβική διάθεση το βιτριολικό σχόλιο;

Σίγουρα υπάρχει ομοφοβική διάθεση. Την ομοφοβία την βλέπεις παντού δυστυχώς, όπως και ξενοφοβία.

Και υπάρχει και μεγάλη έξαρση τελευταία

Ναι υπάρχει έξαρση αλλά και η ομοφοβία είναι μέσα στο πλαίσιο της γενικότερης όπως λες φοβίας. Ο κόσμος ξανακλείνει. Αυτό είναι αλήθεια. Αλλά και το βιβλίο έχει μία κριτική επίσης μίας εποχής πριν το «κλείσιμο» της κοινωνίας. Αναφέρεται από την εποχή της 11ης Σεπτεμβρίου μέχρι τα σύννεφα του meltdown (2008) που ξαφνικά ξύπνησε ο κόσμος το πρωί και η BNP έχει κλείσει τα ρολά. Θυμάσαι τι γινόταν όταν πρωτοεμφανίστηκε το Aids στα 80s; Που κανείς δεν ήξερε τι είναι ακριβώς, αλλά όλοι μας ξέραμε ότι έρχεται κάτι δυνατό; Ήταν αντίστοιχη η αίσθηση, Και εκεί λοιπόν τελειώνει το βιβλίο. Και έχει μία κριτική σε αυτή την παγκοσμιοποίηση του ότι τα πάντα πια μπορούν να πακεταριστούν και ότι μπορούμε οτιδήποτε να το πουλήσουμε βάζοντάς του ένα περιτύλιγμα. Έτσι δουλεύει ουσιαστικά το σύστημα. Οι συνάδελφοί μου πουλάγανε σκουπίδια. Πουλάγανε πράγματα που δεν καταλαβαίνανε ούτε οι ίδιοι και οι υπόλοιποι τα αγοράζανε. Υπήρχε αγορά για οτιδήποτε.

H έξαρση του story telling;

Ναι. Η ουσία είχε γίνει το πακετάρισμα. Και είχε γίνει πια επιτρεπτό αυτό. Θυμάμαι κάποια στιγμή μία συζήτηση που είχα με μία μούσα του Κarl Lagerfeld και μου είπε αυτό που μου λες ακριβώς. Μου είπε «ότι όταν ήμουν απλά μούσα ήμουν πιο celebrity και από τον ίδιο τον Κarl Lagerfeld. Με το που έκανα τη δικιά μου εταιρία αυτή η εμμονή που είχε ο κόσμος μαζί μου τελείωσε. Μετά μου έστελναν βιογραφικά. Γιατί ήμουν το παράγωγο της υπόθεσης. Το γεγονός για παράδειγμα ότι τα «παράγωγα» εταιριών που κλείνουν φθηνά εισιτήρια που είναι πιο ακριβά από την ίδια την αεροπορική εταιρία δεν έχει μεγάλη διαφορά -μου λέει- με αυτό που έκανα και εγώ και πως τελικά όλο αυτό το περιτύλιγμα ήταν μία φούσκα. Και αυτό ακριβώς είναι το Hotel Living. Υπήρχε μία φάση 5 χρόνια που δεν έμενα σπίτι. Ήμουν μόνο σε ξενοδοχεία συνέχεια.

Πώς είναι αυτή η νομαδική ζωή. Αντιλαμβάνομαι να το κάνεις σε μία ηλικία που ακόμα δεν έχεις οριοθετήσει τον εαυτό σου. Εσύ έζησες όντως σε μεγάλη ηλικία πια, σπουδαγμένος, έχοντας δει τόσα πράγματα, έχει αρκετή μιζέρια αυτό, δεν έχει;

Στην αρχή είναι γοητευτικό. Κι αυτό γιατί δεν έχεις κανένα "πρόβλημα" μέσα στα πόδια σου. Υπήρχαν ξενοδοχεία που έμενα για έναν ολόκληρο χρόνο στο ίδιο δωμάτιο. Τότε πια μετά από τόσο καιρό γίνεσαι μέρος του ξενοδοχείου άμα το σκεφτείς. Στην αρχή αυτός ο τρόπος ζωής είναι τρομερά εθιστικός και καλόβολος. Και σε παίρνει μαζί του. Λες ότι έχεις μια καλή μέρα σου στέλνουν ένα δώρο στο δωμάτιο σου. Έχεις μια κακή μέρα σου στέλνουν τον γιατρό. Τα πάντα είναι εκεί για εσένα και δεν βλέπεις κανένα. Έως και καινούργια εσώρουχα στο συρτάρι σου. Είναι εκεί για σένα πριν από σένα. Σιγά σιγά όμως- έχεις δει το πρώτο Star Wars του που πέφτει μέσα στο δωμάτιο με τα σκουπίδια και κλείνουν οι τοίχοι γύρω τους; Νιώθεις κάπως έτσι. Αρχισα κάποια στιγμή να μπαίνω στο δωμάτιο και να νομίζω ότι τελειώνουν όλα. Δεν ήθελα άλλο αυτή τη ζωή. Το Hotel Living ήταν ακριβώς η αίσθηση εκείνης της εποχής.

Και στο κομμάτι των προσωπικών σχέσεων;

Αυτό ήταν χειρότερο. Σε κάθε πόλη που πήγαινα όλα ήταν διαφορετικά. Είχα πάει 4 μήνες στο Καράκας. Σικάγο για έναν χρόνο. Λος Άντζελες, Βοστώνη για άλλον έναν χρόνο. Στο Λονδίνο δύο χρόνια. Στο Παρίσι τρία χρόνια. Το θέμα είναι ότι σε τέτοιες καταστάσεις, όπου κι αν πας, παρουσιάζεσαι όπως θέλεις γιατί ξέρεις ότι θα φύγεις. Θες να το παίξεις μποέμ, θες να το παίξεις κυριλέ, θέλεις να το παίξεις φιλάνθρωπος; Μπορείς. Γιατί ξέρεις ότι αυτό θα τελειώσει. Τώρα βέβαια με τα social αρχίζουν και αλλάζουνε και όλα αυτά πια, δεν υπάρχει κάποιο privacy αλλά την προηγούμενη δεκαετία όταν τα πράγματα –που δεν υπήρχαν τα social media ήμασταν με τα Βlackberry τότε ο κόσμος ήταν διαφορετικός. Δεν έβγαζαν φωτογραφίες τότε. Ήταν όλα πιο άνετα. Δεν υπήρχαν κάμερες παντού. Το ίδιο και στα ξενοδοχεία. Τα πράγματα που γίνονταν στα ξενοδοχεία χωρίς τηλέφωνα είναι πολύ διαφορετικά από τον τρόπο που γίνονται σήμερα. Οπότε ήταν τελευταία δεκαετία εκεί γύρω στο 2008, που και αυτοί που είχαν και αυτοί που δεν είχαν, νόμιζαν ότι ήξεραν τους κανόνες του παιχνιδιού. Υπήρχε μία αίσθηση ότι ξέρουμε ότι κάτι πάει στραβά αλλά θα βρεθεί τρόπος να διορθωθεί για ακόμα μία φορά. Και όταν έσκασε το 2008 η κρίση, στην Αμερική δεν βλέπαμε πάτο, δεν ξέραμε τι θα γίνει. Κινδύνευαν τα πάντα και δεν υπήρχε ορίζοντας.

Tι άλλαξε μετά την κρίση;

Τα πάντα. Ακόμα και η υπαλληλική σχέση στην Αμερική έγινε πελατειακή.

Υπάρχει μία τάση τώρα και προσπαθούνε να επαναφέρουνε το πνεύμα της ομάδας και τον σκοπό μέσα στις εταιρίες.

Καλή τύχη τους εύχομαι. Ο κόσμος μετά από αυτά που είδε και μέσα από αυτά που έζησε σε εταιρίες τις οποίες είχε πιστέψει και τελικά τον απολύσανε με μήνυμα στο κινητό όταν ήρθε η κρίση, είναι πια επιφυλακτικός. Δεν υπάρχει πια η έννοια της ομάδας. Προσπαθούνε να την επαναφέρουνε με κάποιο τρόπο αλλά όταν ό άλλος σου έχει πει ναι είμαστε ομάδα και μόλις τα πράγματα σφίξουν σε ξεγράφει δεν υπάρχει καμία πίστη. Νιώθουν μέσα τους πια βαθιά ότι όπως "δεν σημαίνω τίποτε για την εταιρία", αντίστοιχα δεν σημαίνει τίποτε και η εταιρία για μένα. Και τότε η σχέση έχει γίνει πελατειακή. Έχει αλλάξει τελείως το μοντέλο και θα κάνει πολύ καιρό να επανέλθει - εάν επανέρθει το να είμαστε ομάδα και να εμπνεόμαστε από αυτό. Ναι μπορεί να είμαι χαρούμενος, αλλά από τη στιγμή που δεν θα με πληρώσεις αντίο. Δεν θα κάτσω να κινδυνεύσω.

Η σχέση σου με τα social ποια είναι; Είσαι καθολικά αρνητικός; Βλέπεις και ένα καλό μέσα σε αυτό;

Άσπρο- μαύρο δεν υπάρχει. Είμαι από τους τελευταίους φίλους μου που μπήκα, με έβαλε ο Frank ο ατζέντης μου. Στην αρχή δεν το καταλάβαινα καθόλου. Ήμουν από τους τύπους που έλεγαν «τώρα γιατί το έγραψες αυτό» ή «και γιατί πρέπει ο άλλος να ξέρει  ότι θα μπεις στο αεροπλάνο;» Και τελικά τι θα γίνει αν το πεις. Και μετά ήρθε η ώρα που μπήκα και εγώ.

Και;

Σίγουρα είναι καλό το γεγονός ότι μπορείς να έχεις τεράστια πληροφόρηση όμως μέσα από αυτή είναι πολύ εύκολο να περάσει και πολύ σκουπίδι. Και φυσικά θέλουν να σε κάνουν εξαρτημένο. Για παράδειγμα όλα τα νεα apps πλασάρουν το scroll down. Να είσαι συνέχεια δηλαδή με ένα κινητό στο χέρι και να σκρολάρεις. Σκέψου ότι υποχρεώσανε το Instagram να βάλει το you all set, δηλαδή έχεις δει από δω και κάτω. Να κλείνει το μυαλό και ουσιαστικά το χέρι να κάνει scroll. Το ατελείωτο scrolling ήταν από αυτά που σχεδιάζανε για να σε κάνουνε «δικό τους» apps στην Silicon valley. Και μάλιστα όσο απευθύνονται σε μικρότερες ηλικίες είναι ακόμα πιο εύκολο. Γιατί είναι όλα πολύ θελκτικά. Είναι σαν τεράστια καταστήματα ζαχαρωτών.

Θεωρείς ότι η επιτυχία στην καριέρα έχει να κάνει με τον εθισμό;

Το πάθος από την εμμονή έχει διαφορά. Η εμμονή μπορεί να σε σκοτώσει. Το πάθος είναι ωραίο πράγμα. Στο πάθος ουσιαστικά κάνεις αυτό που αγαπάς και θα γίνει σωστό. Ο εθισμός είναι επικίνδυνος γιατί αμελείς κάτι άλλο.

Τις σχέσεις μέσω των social πως τις βλέπεις; Ας πούμε δύο άνθρωποι που γνωρίζονται και κάνουν dating μέσω social. Έχει να κάνει με μοναξιά; Ίσως με την ανασφάλεια και την σιγουριά που σου δίνει το γεγονός ότι βρίσκεσαι πίσω από μία οθόνη;

Αυτό που περιγράφεις τώρα το είχαμε και στη δουλειά παλιά. Επειδή φοβόντουσαν να πουν τι πραγματικά πιστεύουνε είχαμε φτιάξει μια πλατφόρμα να λέμε τη γνώμη μας ανώνυμα ή τέλος πάντων με κάποια ασφάλεια. Αυτό είναι ένα κίνητρο να ξεκινήσεις ειδικά αν είσαι ανασφαλής. Αλλά μπορεί και να σταματήσει εκεί. Να γίνει αυτοσκοπός αυτό το πράγμα. Να ψάχνεις μόνο τέτοιες σχέσεις. Το να γνωρίσεις κάποιον στα social είναι πια σαν να γνωρίσεις κάποιον σε ένα μπαρ. Δεν έχω κανένα πρόβλημα με αυτό.

Και στα νέα παιδιά;

Τα social για τα νέα παιδιά τα οποία δεν έχουν γνωρίσει κάτι άλλο θέλει προσοχή. Είναι επικίνδυνο. Βλέπω παιδιά που δεν μπορούνε πια να κάτσουνε σε ένα καφέ να μιλήσουνε. Αυτό είναι πια η αποτυχία των social. Δε μπορείς να ζήσεις έτσι.

Εκεί τι κάνουμε εμείς οι μεγαλύτεροι;

Εκεί χρειάζεται να βάλουμε μέτρο. Να  πούμε στοπ. Το τηλέφωνο είναι για κάποια συγκεκριμένη ώρα. Όχι για όλο το 24ωρο. Είναι σα να πίνεις αναψυκτικό από το πρωί μέχρι το βράδυ. Να μάθουν να ζουν και offline. 

More for you

 
 

Don't Miss