Πώς ξεπέρασα τον φόβο μου να εμφανιστώ με μαγιό και πήγα για πρώτη φορά στην παραλία μετά από δύο χρόνια

Στεφανία ΠαπαδημητρίουΣΤΕΦΑΝΙΑ ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ Τετάρτη 18 Ιουλίου 2018

Τετάρτη 18 Ιουλίου 2018

Πώς ξεπέρασα τον φόβο μου να εμφανιστώ με μαγιό και πήγα για πρώτη φορά στην παραλία μετά από δύο χρόνια

Πολλοί ανυπομονούν για το καλοκαίρι. Λίγο οι διακοπές και οι χαλαροί ρυθμοί, λίγο το μαύρισμα, φαίνεται πως είναι η ιδανική εποχή. Στη δική μου περίπτωση, τα πράγματα είναι κάπως διαφορετικά. Καταρχάς, δε μαυρίζω. Όσο κι αν προσπαθώ, το μόνο που πετυχαίνω είναι μία ελάχιστα πιο σκούρα μπεζ απόχρωση. Έπειτα, για να γίνει αυτό απαιτείται ηλιοθεραπεία, δηλαδή βόλτα στην παραλία ή την πισίνα. Η τελευταία φορά που πήγα σε τέτοιο μέρος, ήταν η μία αυγουστιάτικη μέρα του 2015. Από τότε, η ιδέα του να εμφανιστώ με μαγιό μπροστά σε τόσο κόσμο που, φυσικά, θα ασχολούταν μαζί μου και όχι με τη δική του παρέα, σχεδόν μου προκαλούσε κλάματα. 

Φέτος, όμως, αποφάσισα ότι πρέπει να το αντιμετωπίσω. Έτσι, μόλις χθες, έκανα το πρώτο μου μπάνιο στη θάλασσα. Φυσικά, μέχρι να ετοιμαστώ και να μπω στο αυτοκίνητο, σκέφτηκα ένα εκατομμύριο δικαιολογίες για να το αποφύγω, αλλά δεν το έκανα.

Φτάνοντας στον προορισμό μου, και ενώ είχα ξεχαστεί για λίγο, άρχισα να αγχώνομαι ξανά. Και αν με σχολιάσει κανείς; Αν φανεί ότι αισθάνομαι άβολα; Αν το μαγιό μου δε μου ταιριάζει τόσο;

Έσφιξα τα δόντια, έβαλα την πετσέτα μου στην ξαπλώστρα και έβγαλα το φόρεμά μου. Το πρώτο που πρόσεξα, ήταν ότι δε με κοίταξε κανείς. Ούτε ένα επικριτικό βλέμμα από τους πιο αδύνατους και γυμνασμένους λουόμενους. Επιπλέον, συνειδητοποίησα πως είχα ξεχάσει πόσο μου άρεσαν εκείνες οι μέρες που καθόμουν κάτω από μία ομπρέλα το πρωί και έφευγα το βράδυ.

Μετά την πρώτη βουτιά, κάθε ανασφάλειά μου είχε χαθεί. Καμία αρνητική σκέψη δεν πέρασε από το μυαλό μου και χαλάρωσα τόσο, που αποκοιμήθηκα. Οι φίλοι μου πίστευαν πως έκανα ηλιοθεραπεία, και δε με ενόχλησαν. Κάποια στιγμή, ένιωσα ένα σκούντηγμα στο χέρι μου και άκουσα μία φωνή να λέει “Πώς έγινες έτσι; Δεν έβαλες αντηλιακό; Μπες τώρα στη σκιά”. Έτσι, ο ύπνος μου τελείωσε και, στην αρχή, δεν κατάλαβα γιατί έπρεπε να αλλάξω θέση. Μέχρι που άρχισα να πονάω.

Κοίταξα το σώμα μου, και είδα πως είχα πάρει χρώμα αυτή τη φορά. Κόκκινο χρώμα. Πονούσα αφόρητα, έμεινα κάτω από την ομπρέλα για ώρα και, γύρω στις 6, πήραμε το δρόμο της επιστροφής. Μέχρι να φτάσω σπίτι, σκεφτόμουν πώς ήταν εκείνη η μέρα. Είχα περάσει τόσο όμορφα, είχα γελάσει και, το καλύτερο, δεν μπήκα στη διαδικασία να συγκρίνω το σώμα μου με κανενός άλλου.

Τελικά, αυτά που μου έμειναν ήταν ένα τεράστιο χαμόγελο, κι ένα ακόμα πιο τεράστιο έγκαυμα. Περιττό να αναφέρω ότι ακόμη υποφέρω – και από τα δύο.

 

Κάντε like στη σελίδα μας στο facebook για να μαθαίνετε όλα τα νέα

 

 

More for you

Don't Miss