Μια κουβέντα με την Αθηνά Χατζή για το βιβλίο της "Η θάλασσα έφυγε"

Σάββατο 16 Μαΐου 2015

Σάββατο 16 Μαΐου 2015

Μια κουβέντα με την Αθηνά Χατζή για το βιβλίο της "Η θάλασσα έφυγε"

Το τελευταίο σας βιβλίο «Η θάλασσα έφυγε» είναι το τρίτο και εντελώς διαφορετικό σας συγγραφικό «παιδί». Θέλετε να μας το συστήσετε;

Όπως λέει και το motto του είναι ένα βιβλίο για «απρόθυμους ήρωες μιας αντιηρωικής εποχής». Είναι μια πολυπρόσωπη ιστορία που διαδραματίζεται στο πολύ πρόσφατο παρελθόν (αφορά κυρίως τη διετία 2010-2012, ενώ εναρκτήρια αφορμή είναι τα γεγονότα του Δεκέμβρη του 2008 στην Αθήνα), κυρίως στο αθηναϊκό άστυ, τουλάχιστον μέχρι που στενεύουν τα προσωπικά και κοινωνικά περιθώρια και οι ήρωές μου αναζητούν καταφύγιο στη φυγή σε τόπους ουτοπικούς – όπως η νήσος Γαύδος. Είναι λοιπόν η ιστορία πέντε ανθρώπων που επέλεξα να καλύπτουν ένα μεγάλο ηλικιακό και κοινωνικό εύρος του σύγχρονου ελληνικού αστικού πληθυσμού που κάπως βρίσκονται περίεργα μπλεγμένοι ο ένας με τον άλλον με τον θαυμαστό τρόπο που δημιουργούνται οι αλυσίδες των ανθρώπινων σχέσεων: αλυσίδες που δένουν κι αλυσίδες που δεσμεύουν.

Οι ήρωες είναι άνθρωποι καθημερινοί και αναγνωρίσιμοι με στόχο συνειδητό ή ασυνείδητο, την εύρεση της αγάπης και της ιδανικής σχέσης στην Αθήνα του σήμερα. Είναι τόσο σύνθετη αποστολή στις ημέρες μας;

Πάντοτε ήταν, όχι ακριβώς σύνθετη, αλλά σίγουρα δύσκολη η αναζήτηση της αγάπης. Οι ήρωές μου μέσα «στη δίνη του άγριου κόσμου», που έλεγαν και οι Magic de Spell το πάλαι ποτέ, αγκιστρώνονται από τον έρωτα και τη ζωογόνο δύναμή του, όταν όλα γύρω τους καταρρέουν. Κι αφού λοιπόν περιπλανώνται, άλλος από κορμί σε κορμί, άλλος στο μυαλό του με φανταστικούς πλην εξίσου ταλαίπωρους έρωτες, αντιλαμβάνονται ότι μόνο η αγάπη θα σώσει τον κόσμο – μαζί με την καλοσύνη, πάγια πεποίθηση δική μου που την περνάω στους ήρωές μου. Σε εποχές αγριότητας όταν ταράσσονται συθέμελα τα σταθερά και σίγουρα του βίου μας, δε μας μένει παρά η καλοσύνη ως αντίβαρο στη βαρβαρότητα.

Ποιες είναι οι συνήθειες που κάνουν τους σύγχρονους Έλληνες θιασώτες της μοναξιάς;

Ο φόβος μήπως τσαλακωθεί το εγώ μας. Κινούμαστε συχνά με την παγιωμένη αντίληψη ότι ο κόσμος έχει στόχο να μας πληγώσει και κλειδώνουμε τον εαυτό μας απέξω από τον κόσμο. Η στρεβλή πεποίθηση ότι θα ζήσουμε για πάντα –εξ ου και η επιδίωξη με κάθε κόστος της αιώνιας εικόνας της νιότης– κι ότι ο χρόνος μας περισσεύει. Η αντίληψη του Άλλου ως αντιπάλου αντί συνοδοιπόρου, αυτός είναι ένας άλλος παράγων απομόνωσης. Η ζήλια και η εμμονική ενασχόληση με τις ζωές των άλλων εις βάρος της δικής μας ζωής. Η καχυποψία είναι συνήθεια τοξική και η πορεία της ζωής καταδεικνύει ότι ακόμα και να τσαλαπατηθεί λιγάκι ο εγωισμός μας, πάλι καινούργιοι θα αναδυθούμε με την πρώτη ευκαιρία και πανέτοιμοι για νέα ανοίγματα, αρκεί να παραμερίσουμε λίγο τον φόβο και πολύ τον εγωισμό, και προπάντων να συγκεντρωθούμε στην επιδίωξη της βελτίωσης του εαυτού μας ως προετοιμασία για το πλησίασμα του άλλου.

Οι ήρωες του βιβλίου σας μας συστήνονται ξημερώματα του Αϊ-Νικόλα στην Αθήνα του 2008. Γιατί επιλέχθηκε εκείνος ο Δεκέμβρης;

Γιατί οι μέρες εκείνες και η συναισθηματική και λογική επεξεργασία τους στον νου μου ήσαν η αφορμή για τη «Θάλασσα». Επέλεξα φυσικά να μην αναφερθώ στα γεγονότα παρά μόνο ακροθιγώς στην αρχή, οπότε και τοποθετούνται οι ήρωες στα σημεία της πόλης που βρέθηκε ο καθένας τα ξημερώματα του Αϊ-Νικόλα του 2008, αλλά δεν αναφέρεται ξανά στο βιβλίο. Εξάλλου και τα κατοπινά, π.χ. η πυρπόληση του Φλεβάρη του 2012, με πιο γνωστό και πολυθρηνημένο θύμα το αγαπημένο «Αττικόν» ή η τραγική ιστορία της Μαρφίν αναφέρονται υπαινικτικά, διότι η λογοτεχνία δεν έχει στόχο να καταγράφει, αλλά να προχωράει την πραγματικότητα ένα βήμα πιο πέρα.

Πώς βιώσατε την Αθήνα τότε; Με τι αναμνήσεις σας άφησε και ποια συμπεράσματα βγάλατε από εκείνες τις μέρες;

Δεν ήμουν προετοιμασμένη, υποθέτω κανείς μας. Θυμάμαι μικρά άνευ ουσίας παρά μόνο για όποιον τα ζει, πράγματα που όμως ήταν σημάδια ότι η κανονικότητα είχε παρέλθει στη ζωή της πόλης: λίγες μέρες μετά και ενώ τα σπασμένα γυαλιά ήταν ακόμη στο οδόστρωμα, περπατούσα με (λεπτόσολες) μπαλαρίνες στην Οδό Σταδίου και ένιωθα τα γυαλιά κάτω από τα πόδια μου, ε, αυτή είναι μία λεπτομέρεια επουσιώδης για τη μεγάλη εικόνα, σε επίπεδο σωματικού βιώματος όμως δεν την ξεχνάς ποτέ. Ή τη νύχτα που έβαλαν φωτιές δίπλα στο σπίτι μου και είχαν βγει οι γείτονες με τα λάστιχα για παν ενδεχόμενο.

Το βασικό συμπέρασμα ήταν η αθλιότητα της ανθρώπινης φύσης, με αφορμή το πλιάτσικο που επακολούθησε στα σπασμένα καταστήματα και τα σχετικά βίντεο από το λεηλατημένο κατάστημα οπτικών με «εξεγερμένους» νέους που δοκίμαζαν γυαλιά και εν συνεχεία τα έκλεβαν, ενώ ένα παιδί ήταν φρεσκοσκοτωμένο και μια πόλη παραδιδόταν στον φόβο. Ένα δεύτερο συμπέρασμα ήταν ότι ξέσπασε με την τραγική αφορμή της δολοφονίας του Αλέξη Γρηγορόπουλου ένα πρωτοφανές σε καιρούς ευταξίας και ειρήνης σε καθεστώς δημοκρατίας κύμα βίας που δε φαινόταν ότι θα εκτονωνόταν γρήγορα και δυστυχώς επιβεβαιώθηκε. Το τρίτο και σταθερότερο συμπέρασμά μου από τις μέρες εκείνες και έκτοτε είναι ότι οι άνθρωποι και οι πόλεις τους επιβιώνουν, με πληγές που καμιά φορά κακοφορμίζουν κιόλας, με αναπάντητα ερωτήματα, με ακατέργαστα συναισθήματα, με ακραίες αντιδράσεις, αλλά επιβιώνουν, προσαρμόζονται και κατ’ ανάγκην προσδοκούν ότι οι μέρες που θα ‘ρθουν θα φέρουν κάτι καλύτερο, αλλιώς η ζωή θα έχανε το νόημά της σε συνθήκες ζοφερές.

Είστε στη λίστα των δέκα υποψηφίων των βραβείων βιβλίου Public 2015 στην κατηγορία του ελληνικού μυθιστορήματος. Ποια είναι τα συναισθήματά σας; Πώς βλέπετε τον θεσμό;

Χαρά βεβαίως, είναι μεγάλη η χαρά της διάκρισης πάντοτε, και τη δέχομαι χωρίς επιφύλαξη στη ζωή μου, συγγραφική και επιστημονική, και περηφάνια. Νιώθω ευγνωμοσύνη απέναντι στους αναγνώστες μου που με τιμούν με την επιλογή του βιβλίου μου στη βραχεία λίστα των βραβείων και μακάρι να μπορούσα να ευχαριστήσω τον καθένα προσωπικά, όσους διάβασαν  και διαβάζουν τα βιβλία μου κι όσους μοιράζονται την αγάπη τους για το έργο μου. Τα βιβλία έτσι κυκλοφορούν, έτσι αγαπιούνται κι έτσι μένουν στον χρόνο και στις καρδιές μας, με τη διαδικασία του «από στόμα σε στόμα» κι αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό σήμερα που δυστυχώς ένα βιβλίο έχει μέσο όρο ζωής ένα εξάμηνο που διαρκεί κάθε εκδοτική παραγωγή. Τα βραβεία μάς υπενθυμίζουν ότι το βιβλίο δεν είναι προϊόν αναλώσιμο, αλλά προϊόν της διανοίας ενός ανθρώπου που επιχειρεί να εκφράσει τους καημούς τους δικούς του και άλλων ανθρώπων σε μια ιδανική περίπτωση ταύτισης συγγραφέα-αναγνώστη. Είναι ένας πολύ πρόσφατος θεσμός τα Βραβεία Βιβλίου Public. Μόλις στον δεύτερο χρόνο τους, η άποψή μου είναι καταρχήν θετική, αλλά ίσως επειδή ως αρχαιολόγος έχω στον νου μου μεγάλες κλίμακες χρόνου πάντοτε, πιστεύω στον παράγοντα «διάρκεια» και ότι εκεί κρινόμαστε όλοι, άνθρωποι και θεσμοί.

julia goldsby (1)

Ένα ακόμη «παιδί» σας είναι το athenadivina.com. Πώς ξεκίνησε και για ποιους λόγους; Τι ήταν αυτό που σας ελκύει στο blogging;

Είμαι δραστήρια ως blogger από τον Δεκέμβρη του 2008, οποία σύμπτωσις! Στο ανενεργό πια ιστολόγιό μου edoeinaitotaxidi.blogspot.com μιλούσα για τα ταξίδια μου εντός και εκτός συνόρων και για άλλα, όπως βιβλία και τραγούδια. Κάποτε εξάντλησε τα όριά του και ήρθε η ώρα του athenadivina.com, και δη στην αγγλική γλώσσα. Ξεκίνησε λοιπόν μετ’ εμποδίων πολλών –δείτε το πρώτο άρθρο μου εκεί!– στην αγγλική γλώσσα ως ένα magazinο με στόχο να μοιραστώ εκφάνσεις της ζωής (μου) με ευήκοα ώτα σε όλο τον κόσμο. Η αμεσότητα της γραφής είναι ένα εξαιρετικά δελεαστικό στοιχείο στο blogging για μένα, η δυνατότητα να απευθυνθείς σε μεγάλα ακροατήρια και κυρίως η ιδέα της (κοινωνικής) ανταποδοτικότητας: για έναν άνθρωπο, όπως εγώ, που βιοπορίζεται (και) με το γράψιμο, συγγραφικό και ακαδημαϊκό, η διαδικασία του να γράφω χωρίς άμεσο υλικό αντάλλαγμα είναι λυτρωτική και η πιθανότητα κάποιος να βρει κάτι χρήσιμο σε αυτά που γράφω εκεί αξίζει όλα τα ανταλλάγματα του κόσμου. Ανήκω σε κείνους που τα διαβάσματά μας έχουν καθορίσει τη ζωή μας και φιλοδοξώ τα δικά μου γραψίματα να έχουν αντίκτυπο (θετικό, εννοείται) στις ζωές των άλλων.

Το βιβλίο έγινε μικρού μήκους ταινία από τον Πέτρο Γιασεμή. Θεωρείτε αυτή την ταινία κινηματογραφικό trailer του βιβλίου σας ή ένα εντελώς διαφορετικό εγχείρημα;

Η ταινία βασίστηκε σε μια ιδέα μου σχετική με την επικοινωνία περί το βιβλίο. Ήθελα να κάνω κάτι πέρα από τα τετριμμένα που υπήρχαν ως τότε και στηριζόμενη στη γενναιοδωρία των φίλων μου το κατόρθωσα. Ο κινηματογράφος είναι μεγάλη μου αγάπη –μάλιστα, πρόσφατα ολοκληρώσαμε ένα σενάριο για ταινία μεγάλου μήκους με τον φίλο σκηνοθέτη Άντυ Παπαδημητρίου– και το βιβλίο το συνέθεσα με τρόπο κινηματογραφικό. Το σκηνικό της Αθήνας των τελευταίων ετών είναι έτσι κι αλλιώς εξαιρετικά φωτογενές μέσα στη δυστοπία του και προσφέρεται για δυνατά κινηματογραφικά πλάνα. Σκαρώσαμε λοιπόν με τον αδελφό μου, ηθοποιό Κοσμά Χατζή (που επωμίστηκε και τη συνολική οργάνωση της παραγωγής), το σενάριο για την ταινία και με μηδενικό προϋπολογισμό και την εθελοντική εργασία όλων των συντελεστών, του σκηνοθέτη Πέτρου Γιασεμή, και των υπόλοιπων ηθοποιών, Μαρίας Νεφέλης Δούκα, Παναγιώτη Μπενέκου και Γιάννη Ποιμενίδη, δημιουργήσαμε την ταινία και την παραδώσαμε στο κοινό μου σε ένα μεγάλο πάρτι που κάναμε στο Μεταίχμιο για το «καλοτάξιδο» της «Θάλασσας». Θα ήθελα κάποια στιγμή με αφορμή το βιβλίο να γίνει ταινία μεγάλου μήκους και είναι κάτι που το συζητάμε.

Το βιβλίο είναι υποψήφιο για το Βραβείο Βιβλίου Public 2015, στην κατηγορία του Ελληνικού μυθιστορήματος. Μπορείτε κι εσείς να το ψηφίσετε ΕΔΩ έως τις 17 Μαΐου.

Photo Credit: Julia Goldsby

More for you

 
 

Don't Miss