Συμβουλές για να διαχειριστείτε τον Σακχαρώδη Διαβήτη με τη βοήθεια της διατροφής

Τζουλιάννα Καρνέζη
Πέμπτη, 22 Ιουλίου 2021

Ο Σακχαρώδης Διαβήτης είναι μεταβολική ασθένεια, η οποία χαρακτηρίζεται από αύξηση της συγκέντρωσης του σακχάρου στο αίμα (υπεργλυκαιμία) και διαταραχή του μεταβολισμού της γλυκόζης, είτε ως αποτέλεσμα ελαττωμένης έκκρισης ινσουλίνης είτε λόγω ελάττωσης της ευαισθησίας των κυττάρων του σώματος στην ινσουλίνη.

Ο Σακχαρώδης Διαβήτης σήμερα θεωρείται η πιο γρήγορα αναπτυσσόμενη χρόνια πάθηση στον κόσμο και οι γυναίκες φαίνεται ότι είναι πιο επιρρεπείς από τους άνδρες σε αναλογία 3:2. Υπολογίζεται ότι 1 στις 10 γυναίκες πάσχει από Σακχαρώδη Διαβήτη. Ο συνολικός αριθμός των γυναικών με Σακχαρώδη Διαβήτη σε παγκόσμιο επίπεδο εκτιμάται ότι αγγίζει τα 200 εκατομμύρια. Το 2040 εκτιμάται ότι οι γυναίκες με σακχαρώδη διαβήτη θα φτάσουν τα 313 εκατομμύρια.

∆ιατροφικές οδηγίες

Οι ενεργειακές ανάγκες κάθε ατόµου εποµένως και του διαβητικού, καθορίζονται από το φύλο, την ηλικία, το ύψος και τη σωµατική δραστηριότητα. Για υπέρβαρους ή παχύσαρκους ενήλικες κυρίως µε Σ∆ τύπου 2 συστήνεται µείωση της ενεργειακής πρόσληψης στα πλαίσια ενός µοτίβου υγιεινής διατροφής µε απώτερο σκοπό τη σταδιακή απώλεια βάρους. 

Η αύξηση του βάρους που παρατηρείται κατά τη διάρκεια της ενηλικίωσης, σχετίζεται µε αυξηµένο κίνδυνο για ανάπτυξη Σ.∆. τύπου 2. Η παχυσαρκία δυσκολεύει την αντιµετώπιση του Σ.∆. τύπου 2 γιατί αυξάνει την αντίσταση στην ινσουλίνη και τις συγκεντρώσεις γλυκόζης στο αίµα. Επίσης αυξάνει τον κίνδυνο καρδιοαγγειακών επιπλοκών και της καρδιοαγγειακής θνησιµότητας.

Δυστυχώς 3 στους 4 ενήλικες µε διαβήτη είναι υπέρβαροι και σχεδόν οι µισοί διαβητικοί είναι παχύσαρκοι. Και αυτό έχει σαν αποτέλεσμα  να καθορίζεται η απώλεια βάρους ως ο πιο σηµαντικός θεραπευτικός στόχος για υπέρβαρους και παχύσαρκους. 

Πολλαπλές έρευνες δείχνουν ότι µέτρια απώλεια βάρους 5% σε άτοµα µε Σ.∆. τύπου 2 µειώνει την αντίσταση και βελτιώνει τη δράση της ινσουλίνης, µειώνει τη συγκέντρωση των επιπέδων της γλυκόζης και ελαττώνει την ανάγκη για φαρμακευτική αγωγή. Η απώλεια βάρους έχει επίσης οφέλη σε διαβητικούς ασθενείς, καθώς βελτιώνει τους παράγοντες κινδύνου για καρδιοαγγειακή νόσο. Συγκεκριµένα µειώνει την αρτηριακή πίεση και βελτιώνει τις συγκεντρώσεις των επιπέδων των λιπιδίων στον ορό. 

Οι διατροφικές οδηγίες προς τους διαβητικούς αφορούν :

Την ποσότητα τροφής

Πόσο συχνά και ποιες ώρες θα πρέπει να τρώνε

Πώς να αποκτήσουν και να διατηρήσουν το επιθυµητό βάρος

Τη δυνατότητα να καταναλώνουν υγιεινές τροφές 

Ενώ σε περίπτωση που το βάρος είναι φυσιολογικό απαιτούνται µικρότερες αλλαγές στις διατροφικές συνήθειες.

Οι παχύσαρκοι διαβητικοί  είναι σημαντικό να λάβουν υπ όψιν του τα παρακάτω :

Να τρώνε 3-5 φορές την ηµέρα (µικρά γεύματα) ώστε να αποφεύγονται οι αυξοµειώσεις του σακχάρου στο αίµα.

Να τρώνε κάθε µέρα τον ίδιο αριθµό γευµάτων και να μην παραλείπουν κάποιο από αυτά.

Να µην τρώνε παραπάνω, παρά µόνο ακριβώς όσο είναι προγραµµατισµένο.

Να καταναλώνουν προϊόντα ολικής αλέσεως και πλούσια σε ίνες.

Να καταναλώνουν καθηµερινώς λαχανικά.

Να αποφεύγουν τα κακά λιπαρά, τη ζάχαρη και το αλκοόλ.

Πώς να προγραμματίσετε τα γεύματά σας για να διαχειριστείτε τον Σακχαρώδη Διαβήτη

Υδατάνθρακες. Οι διατροφικές συστάσεις για τους διαβητικούς έχουν αλλάξει κατά πολύ με το πέρασμα των χρόνων. Ενώ παλαιότερα οι επιστήμονες πίστευαν ότι οι διαβητικοί ασθενείς δεν έπρεπε να καταναλώνουν καθόλου υδατάνθρακες, πλέον αυτή η θεωρία έχει καταρριφθεί. Σήμερα οι γιατροί και οι διαιτολόγοι επιτρέπουν την κατανάλωση υδατανθράκων και εκπαιδεύουν τους ασθενείς πώς να τους μοιράζουν μέσα στην ημέρα.

Άρα πλέον όσοι πάσχουν από διαβήτη μπορούν να καταναλώσουν οποιοδήποτε αμυλούχο τρόφιμο, όπως ψωμί, μακαρόνια, ρύζι, αρκεί να το καταναλώνουν σε μικρές ποσότητες και να είναι όσο το δυνατό λιγότερο επεξεργασμένο. Ακόμα και η ζάχαρη μπορεί να ενταχθεί στο διατροφικό πρόγραμμα ενός διαβητικού, αλλά σε ελεγχόμενες ποσότητες.

Φυτικές ίνες. Όπως και ο γενικός πληθυσμός, έτσι και τα άτομα με διαβήτη, ενθαρρύνονται να επιλέγουν μια ποικιλία από τροφές πλούσιες σε ίνες, όπως δημητριακά ολικής αλέσεως, φρούτα και λαχανικά, επειδή παρέχουν βιταμίνες, μέταλλα καθώς και άλλες ουσίες σημαντικές για την καλή υγεία. 

Πρωτεΐνη. Η ημερήσια πρόσληψη πρωτεΐνης που κυμαίνεται στο 15-20%, είναι αρκετά ασφαλής σε όλες τις ηλικίες, από την παιδική ηλικία και πάνω και φαίνεται να είναι παρόμοια και σε άτομα με διαβήτη. Καλό είναι, οι διαβητικοί να επιλέγουν να καταναλώνουν άπαχες πρωτεΐνες, όπως στήθος κοτόπουλο, άπαχο φιλέτο χοιρινό και να αποφεύγουν τα λιπαρά κρέατα. Επειδή, γενικά οι περισσότεροι ενήλικες τρώνε τουλάχιστον 50% περισσότερες πρωτεΐνες από ό, τι απαιτείται, τα άτομα με διαβήτη φαίνεται να προστατεύονται από τη μείωση της πρωτεΐνης, όταν ακολουθούν μια ισορροπημένη διατροφή.

Διαιτητικό λίπος. Η συνολική πρόσληψη λίπους στα διαβητικά άτοµα κυµαίνεται ανάµεσα σε 20% έως 35% της προσλαµβανόµενης ενέργειας. Ο πρωταρχικός στόχος στα άτομα με διαβήτη είναι να περιορίσουν τα κορεσμένα λιπαρά. Το κορεσμένο λίπος είναι ο κύριος καθοριστικός παράγοντας της αύξησης της LDL (κακής) χοληστερόλης και των τριγλυκαιριδίων.

Επίσης, πρέπει να αποφεύγεται η κατανάλωση των trans λιπαρών οξέων, τα οποία περιλαμβάνουν τα προϊόντα που κατασκευάζονται από μερικώς υδρογονωμένα έλαια, όπως ψημένα προϊόντα, τα μπισκότα, ντόνατς κ.α.

Η επίδραση των trans λιπαρών οξέων στην αύξηση της χοληστερόλης είναι παρόμοια με εκείνη των κορεσμένων λιπών. Ως εκ τούτου, ο στόχος για τα άτομα με διαβήτη, παραμένει ο ίδιος, όπως και για τον γενικό πληθυσμό.

Πηγή λίπους που προτείνεται είναι το ελαιόλαδο καθώς περιέχει µονοακόρεστα λιπαρά οξέα (MUFA), τα οποία σχετίζονται τόσο µε τη βελτίωση του γλυκαιµικού ελέγχου όσο και µε τη βελτίωση των παραγόντων για καρδιαγγειακά νοσήµατα.

Η πρόσληψη αλατιού συστήνεται σε ποσότητα µικρότερη από 6 g/ηµέρα. Ιδιαίτερη προσοχή πρέπει να δίνεται στις έτοιµες επεξεργασµένες τροφές που περιέχουν πολύ αλάτι και γι' αυτό είναι επικίνδυνες για τους ασθενείς µε διαβήτη και υπέρταση

Οι ενήλικες διαβητικοί µπορούν καθηµερινά να προσλαµβάνουν µία µέτρια ποσότητα αλκοόλ (1 ποτήρι και λιγότερο για τις γυναίκες, 2 ποτήρια και λιγότερο για τους άνδρες) καθώς η ποσότητα αυτή δεν έχει επιπτώσεις στην συγκέντρωση γλυκόζης και ινσουλίνης.

Το πιάτο του διαβητικού:

Το 1/2 του πιάτου πρέπει να το καταλαμβάνουν τα λαχανικά διαφορετικών ειδών και πλούσιων σε φυτικές ίνες, οι οποίες καθυστερούν την απορρόφηση του σακχάρου στο αίμα, με αποτέλεσμα ο διαβητικός να παρουσιάζει χαμηλές τιμές μεταγευματικής γλυκόζης.

Το 1/4 του πιάτου πρέπει να περιλαμβάνει υδατάνθρακες (ρύζι, πατάτες, ψωμί), κατά προτίμηση από προϊόντα ολικής άλεσης, γιατί αυξάνουν λιγότερο το σάκχαρο στο αίμα μετά την κατανάλωσή τους.
Το υπόλοιπο 1/4 του πιάτου πρέπει να περιέχει πρωτεΐνες (ψάρι, κοτόπουλο ή γαλοπούλα χωρίς πέτσα, κόκκινο κρέας από άπαχο κομμάτι, όσπρια). Οι πρωτεΐνες καθυστερούν την αύξηση του σακχάρου στο αίμα.

Τέλος αυτό που ενδεχομένως δεν γνωρίζουν οι περισσότεροι είναι ότι το διαιτολόγιο του διαβητικού αποτελεί πρότυπο διατροφής για όλους τους ανθρώπους.