Peter Beard: Η ιστορία πίσω από τον εμβληματικό φωτογράφο της άγριας ζωής και το πολυεπίπεδο έργο του

The Jennettes
Τρίτη 21 Απρίλιος 2020

«Αν επιθυμείς κάτι καινούργιο, κάτι πρωτότυπο, ιδίως όταν λένε ότι το "λιγότερο είναι περισσότερο", θυμήσου τα λόγια μου: η υπερβολή είναι στ' αλήθεια μια χαρά», είχε πει χαρακτηριστικά ο διάσημος φωτογράφος και καλλιτέχνης, Peter Beard.

Ο Peter Hill Beard γεννήθηκε στις 22 Ιανουαρίου του 1938, ήταν Αμερικανός καλλιτέχνης, φωτογράφος και συγγραφέας, κι έζησε και εργάστηκε στη Νέα Υόρκη και την Κένυα. Λάτρης της άγριας ζωής, αφιέρωσε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του στην μελέτη και φωτογράφιση της αφρικάνικης ζωής, τα ζώα και τη φύση που πάντα τον γοήτευαν.

Μπορεί ο διάσημος νεοϋορκέζος φωτογράφος να πέθανε άδοξα, σε ηλικία 82 ετών, αλλά όλες τις προηγούμενες δεκαετίες έζησε μια ριψοκίνδυνη, περιπετειώδη και γεμάτη ζωή. Ο «τελευταίος τυχοδιώκτης», όπως τον αποκαλούσαν, κατά τη διάρκεια της καριέρας του τράβηξε μερικές από τις πιο συγκλονιστικές φωτογραφίες της Άγριας Ζωής στην Αφρική, ρισκάροντας συχνά τη ζωή του για το μαγικό «κλικ», απέναντι από λιοντάρια, ελέφαντες και ρινόκερους - πολύ πριν η ψηφιακή επανάσταση προσφέρει στους νέους φωτογράφους τις ευκολίες της DSLR μηχανής.

Ο Beard έγινε ιδιαίτερα γνωστός και για τις περίφημες φωτογραφικές συνθέσεις του με μελάνι και αίμα - είτε ανθρώπινο (το δικό του) είτε ζώων (από κρεοπωλεία), δημιουργώντας περίπλοκα και κρυπτικά, πολυεπίπεδα έργα. Από παιδί κρατούσε ημερολόγια που κάλυπταν διαφορετικά είδη γραφής και καλλιτεχνικής έκφρασης, με λέξεις, εικόνες και διάφορα αντικείμενα - πέτρες και φτερά, εισιτήρια από ταξίδια με το τρένο και νύχια.

«Ακόμα και για τα ακραία όρια της Άγριας Ζωής, ο βίος του ήταν φτιαγμένος από θάρρος, ίντριγκα, κίνδυνο, έρωτες και ιστορίες - αρκετές από τις οποίες ήταν αληθινές. Αν ο Beard δεν υπήρχε στα αλήθεια, θα μπορούσε να είναι το μυθιστορηματικό αποκύημα μιας σύμπραξης των Hemingway, F. Scott Fitzgerald και Paul Bowles», σχολιάζουν οι New York Times.

Ήταν εκθαμβωτικά γοητευτικός και κληρονόμος μιας πελώριας περιουσίας, βαθύπλουτος πολύ πριν οι φωτογραφίες του αρχίσουν να πωλούνται για εκατοντάδες χιλιάδες δολάρια η καθεμία. Πέρα από τα ντοκουμέντα της αφρικανικής πανίδας υπό εξαφάνιση, φωτογράφισε μερικές από τις πιο όμορφες γυναίκες του πλανήτη σε concept για τη Vogue, το Elle και άλλα περιοδικά μόδας. Η ερωτική του ζωή απασχόλησε πολλές φορές τα μέσα, όπως η σχέση του με την Candice Bergen και την Lee Radziwill, αδελφή της Jacqueline Kennedy Onassis.

«Το τελευταίο πράγμα που παραμένει στη φύση είναι η ομορφιά των γυναικών και για αυτό είμαι πολύ χαρούμενος που την φωτογραφίζω», είχε δηλώσει το 1997 στην εφημερίδα The Observer. Ανακάλυψε την Iman, ένα super model και διέδωσε έναν υπέροχο μύθο για τις καταβολές της. Παντρεύτηκε για λίγο ένα άλλο διάσημο μοντέλο, την Cheryl Tiegs.

Τακτικός θαμώνας του νυχτερινού κέντρου του Μανχάταν, Studio 24, την εποχή που η disco μεσουρανούσε, έκανε πολλούς διάσημους φίλους, μεταξύ των οποίων ο Andy Warhol, ο Truman Capote, ο ζωγράφος Salvador Dalí, η σύζυγος του Ωνάση Grace Jones, οι Rolling Stones και ο Francis Bacon, που φιλοτέχνησε πορτρέτα του σε διάφορες περιστάσεις.

Ακούραστος ως τα βαθιά γεράματα, συχνά ξεφάντωνε μέχρι το πρωί ακόμα και στην τελευταία δεκαετία της ζωής του, και οι παρεκτροπές του απασχολούσαν τις στήλες των κουτσομπολίστικων περιοδικών παγκοσμίως. Η Evening Standard τον αποκαλούσε έναν «James Dean σε ώριμη ηλικία».

Το 2013, σε ηλικία 75 ετών, η New York Post μετέδιδε πως σύμφωνα με δικαστικά έγγραφα, ο 75χρόνος τότε Beard επέστρεψε μια μέρα στο διαμέρισμα που μοιραζόταν με την σύζυγό του στις 6 το πρωί, μετά από μία νύχτα κραιπάλης. Η Beard δεν υποδέχθηκε με χαρά την επιστροφή του, όχι εξαιτίας της ώρας αλλά επειδή τον φωτογράφο συνόδευαν και δύο Ρωσίδες ιερόδουλες. Η Beard κάλεσε την άμεση δράση και υποστήριξε πως ο άντρας της επιχείρησε να αυτοκτονήσει, καταφέρνοντας έτσι να τον κλείσει για λίγο σε ένα τοπικό νοσοκομείο «για παρακολούθηση».

Παρά την λάμψη και τον πάταγο, ο βίος του Beard σημαδεύτηκε και από πολλές σκοτεινές στιγμές και οι κριτικοί τέχνης παρατηρούσαν πως η τέχνη του έμοιαζε συχνά στοιχειωμένη από τον θάνατο και την απώλεια. Το ίδιο και η ζωή του. Το 1970 μια τεράστια πυρκαγιά κατέστρεψε το σπίτι του, παίρνοντας μαζί της και το έργο 20 ετών. Το 1990, ένα από τα ζώα που είχε εργαστεί σκληρά για να το σώσει, του επιτέθηκε και μόνο από καθαρή τύχη δεν τον σκότωσε.

Ο Beard ξεκίνησε να φωτογραφίζει από μικρό παιδί, με μία κάμερα Voigtländer που του είχε χαρίσει η γιαγιά του. Την ίδια περίοδο άρχισε να διατηρεί και τα περίφημα ημερολόγιά του που θα γίνονταν στο μέλλον «σήμα κατατεθέν». 

Ωστόσο, οι γονείς του δεν αναγνώρισαν ούτε αντιλήφθηκαν το ταλέντο του, όπως θυμόταν αργότερα ο ίδιος. «Κανείς δεν είπε "οι φωτογραφίες είναι καλές" ή "Εσύ έχεις καλό μάτι"», δήλωνε σε συνέντευξή του στο CBS το 1998. «Αυτό που έλεγαν ήταν "Είναι καλό χόμπι. Πότε θα κάνεις κάτι ουσιώδες;"»

Σε ηλικία 17 ετών, ο Beard ταξίδεψε για πρώτη φορά στην Αφρική, στο πλευρό του Quentin Keynes, δισέγγονου του Κάρολου Δαρβίνου. Παρά το γεγονός ότι ένας αγριεμένος ιπποπόταμος τον πήρε στο κυνήγι την ώρα που ο Beard επιχειρούσε να τον φωτογραφίσει και ανέβηκε σε ένα δέντρο για να γλιτώσει, λάτρεψε την εμπειρία. Στην Κένυα, γνώρισε την τελευταία γενιά των κυνηγών θηρίων και φωτογράφισε αλλά και κυνήγησε στο πλευρό τους.

Πολλές από τις φωτογραφίες που τράβηξε σε εκείνο το ταξίδι, συμπεριλήφθηκαν αργότερα στο βιβλίο του "The End of the Game". Αφού αποφοίτησε από το Γέιλ, συμμορφώθηκε αρχικά με τις επιθυμίες των γονιών του και έπιασε δουλειά ως ασκούμενος στην διαφημιστική εταιρεία J. Walter Thompson. Γρήγορα όμως, κατάλαβε πως αυτή η ζωή δεν του ταίριαζε και τα παράτησε.

Το "The End of the Game" αρχικά εκδόθηκε από τον εκδοτικό οίκο Viking Press και «διακτίνισε» την φήμη του Beard, με τους περισσότερους να εκθειάζουν τις δυναμικές φωτογραφίες και τις θέσεις του για το κυνήγι και την προστασία της άγριας πανίδας. Στην κριτική του βιβλίου για τους New York Times, ο J. Anthony Lukas έγραφε το 1965: «Τα πορτρέτα των ζώων, ζωντανών, πεθαμένων ή ετοιμοθάνατων είναι απαράμιλλα. Αυτές δεν είναι οι όμορφες γαζέλες των πλάνων της Disney, που χοροπηδούν στα λιβάδια ή οι παπαγάλοι που μιλούν με φόντο την βλάστηση της ζούγκλας. Οι εικόνες του Beard συλλαμβάνουν την αιχμηρή σαν δόντια βιαιότητα των ζώων, τα οποία πρέπει κάθε μέρα να είναι ικανά να επιβιώσουν».

Οι επιτόπιες μελέτες του Beard για την Άγρια Ζωή στο Εθνικό Πάρκο του Ανατολικού Τσάβο στην Κένυα, κατέδειξαν ότι ο πληθυσμός των ελεφάντων εκεί, έχοντας εξαντλήσει τους διαθέσιμους πόρους, λιμοκτονούσε. Σε αεροφωτογραφίες του, σκελετοί ελεφάντων γυάλιζαν πάνω στην γη.

Έζησε και εργάστηκε στην Κένυα για μεγάλες χρονικές περιόδους. Στα μέσα του 1970, περπατώντας σε έναν δρόμο του Ναϊρόμπι, ανακάλυψε την Iman. Την έφερε σε επαφή με το πρακτορείο μοντέλων στη Νέα Υόρκη, Wilhelmina Models και της χάρισε την απαρχή της λαμπρής καριέρας της. Παρουσιάζοντάς την στο κοινό, ο Beard έπλασε μια υπερβολική ιστορία, ότι δήθεν την συνάντησε καθώς εκείνη φρόντιζε ένα κοπάδι ζώων σε λιβάδια. Η αλήθεια γρήγορα αποκαταστάθηκε από την ίδια την Iman. 

Ο Beard παντρεύεται για πρώτη φορά με την Minnie Cushing, κόρη της γνωστής οικογένειας του Νιούπορτ, όμως και αυτή η σχέση έληξε με διαζύγιο όπως και ο γάμος του με την Cheryl Tiegs. Το 1986 παντρεύτηκε την Nejma Khanum, κόρη Αφγανού διπλωμάτη. Το 1977, ενώ βρισκόταν στη Νέα Υόρκη, ένας φούρνος εξερράγη στο σπίτι του στο Montauk και η φωτιά έκαψε τα ημερολόγια και τις φωτογραφίες δεκαετιών, μαζί με αυθεντικούς πίνακες των Warhol, Bacon και Picasso.

Το 1996, ενώ βρισκόταν στα σύνορα της Κένυας με την Τανζανία, του επιτέθηκε ένας ελέφαντας «που έτρεχε σαν τρένο σε ράγες». Ο χαυλιόδοντας του ζώου διαπέρασε το πόδι του Beard, περνώντας ξυστά από την μηριαία αρτηρία. Με το κεφάλι του, το θηρίο διέλυσε τα πλευρά του φωτογράφου και έσπασε την λεκάνη του σε τουλάχιστον δώδεκα σημεία. 

Απέκτησε μία κόρη, τη Zara. Στις «Ιστορίες της Ζάρα», που έγραψε για την κόρη του, αναφέρεται σε μία ρήση από τον Γάμο του Παραδείσου με την Κόλαση, του σπουδαίου ποιητή William Blake: «Ποτέ δεν ξέρεις τι είναι αρκετό, εκτός κι αν μάθεις τι είναι περισσότερο από το αρκετό».

O Beard βρέθηκε νεκρός στο δάσος την Κυριακή, σχεδόν 3 εβδομάδες αφότου εξαφανίστηκε από το σπίτι του στο Μόνταουκ στο Λονγκ Άιλαντ. Ήταν 82 ετών. 

Η οικογένειά του επιβεβαίωσε πως ένα άψυχο σώμα που βρέθηκε στο Camp Hero State Park στο Μοντάκ, ήταν εκείνο του διάσημου φωτογράφου. Είχε άνοια και είχε υποστεί τουλάχιστον ένα εγκεφαλικό επεισόδιο. Η τελευταία του εμφάνιση ήταν στις 31 Μαρτίου και οι Αρχές διεξήγαγαν εκτεταμένη έρευνα γι’ αυτόν. «Είμαστε όλοι συντετριμμένοι με την επιβεβαίωση του θανάτου του αγαπημένου μας Peter», ανέφερε η οικογένειά του σε δήλωση. «Πέθανε εκεί όπου έζησε: στην φύση»