Εσύ κι εγώ, οι γυναίκες: η άλλη όψη για την Ημέρα της Γυναίκας

Τρίτη, 08 Μαρτίου 2016

Είναι η στιγμή που δεν μετρώ πια την απόσταση που με χωρίζει από το έδαφος με ένα δωδεκάποντο. Είναι η στιγμή που μετράς τις πληγές στα πόδια από την ατέρμονη περιπλάνηση. Δίχως τίποτα. Το μόνο φορτωμένο που σου έμεινε εσένα η σκέψη. Με εικόνες βίας. Εικόνες που ξέρω καλά εγώ που ακροβατώ αμέριμνη στα δωδεκάποντα πως το ξυπόλυτο πόδι σου θα θυμάται για πάντα. Τον ήχο της βόμβας, τον ήχο του όπλου, την φωνή εκείνου που σου άρπαξε το παιδί, τη φωνή αυτού που ανάγκασε τον άντρα σου να πάει στον πόλεμο, την φωνή και τα χέρια εκείνου που σε ταπείνωσαν με τον χειρότερο τρόπο, την εικόνα του σπιτιού που άφηνες πίσω.

Τώρα, εσύ, αφού πέρασες βουνά, δουλεμπόρους και κύματα, κοιμάσαι στο πάτωμα του αεροδρομίου, στις λάσπες, στο χώμα, στην πλατεία και περιμένεις να ανοίξει μια πόρτα να ζήσεις καλύτερα. Κι εγώ αμέριμνη περνώ από την παραλιακή επιστρέφοντας από τον κυριακάτικο καφέ μου. Γυρίζω το κεφάλι προς την πλευρά του Ελληνικού. Τα ρούχα σου κρέμονται από τα κάγκελα, τα παιδιά σου παίζουν με μια μπάλα στο εγκαταλελειμμένο πρώην αεροδρόμιο προσπαθώντας να ξεχάσουν και να ονειρευτούν. Εσύ κοιτάς χαμηλά. Η μαντήλα σου κρύβει τα μάτια σου. Εμένα τίποτα δεν μπορεί να με καλύψει. Εκτεθειμένη σε τύψεις, ενοχές και με έναν κόμπο να με πνίγει ως τον λαιμό κοιτάζω αυτό που ζεις όσο διαρκεί το κυκλοφοριακό κομφούζιο με το τζάμι κατεβασμένο. Θέλω μόνο να σου πω πως εσύ γιορτάζεις σήμερα. Όχι εγώ. Εσύ Σαρίν, Φατίμα, Αϊσά, Αντίβα, Χάλα, Χασνά, Καρίμα, Μέχεκ, Ναζιρά. Εγώ πια μπροστά σε αυτό που περνάς στέκομαι με σεβασμό, με αγάπη και νιώθω ακόμη και το σαγόνι μου πια να ακουμπά στο έδαφος.