Μάνος Χατζιδάκις: Η μεγάλη πορεία της ιδιοφυΐας που άλλαξε για πάντα την ελληνική μουσική

Έλενα Κρητικού
Δευτέρα, 15 Ιουνίου 2020

Στις 15 Ιουνίου του 1994, ο κορυφαίος Μάνος Χατζιδάκις φεύγει από τη ζωή, αφήνοντα πίσω του μια λαμπρή καριέρα ως πηγή έμπνευσης για κάθε καλλιτέχνη. 

Ιδιοφυία. Ανατρεπτικός. Καλλιτέχνης, με όλη τη σημασία της λέξης. Ίσως, αυτές οι λέξεις θα μπορούσαν να περιγράψουν την πληθωρική προσωπικότητά του σπουδαίου δημιουργού, που άφησε την τελευταία του πνοή σε ηλικία 68 ετών, λόγω οξέως πνευμονικού οιδήματος. Ο Μάνος Χατζιδάκις αποτέλεσε για την Ελλάδα τη μεγαλύτερη μουσική ιδιοφυΐα που γνώρισε ποτέ. Eκτός από κορυφαίος συνθέτης και ποιητής, o Χατζιδάκις ήταν ο πρώτος που με το έργο του κατάφερε να «παντρέψει» τη λόγια μουσική με τη λαϊκή και αναγνωρίζεται ως σημαντικό κειμήλιο της νεότερης πολιτιστικής μας κληρονομιάς

Η παιδική του ηλικία... οιωνός ενός λαμπρού μέλλοντος

Γεννημένος στην Ξάνθη, γιος του δικηγόρου Γεωργίου Χατζιδάκι και της Αλίκης Αρβανιτίδου στις 23 Οκτωβρίου του 1925, ο Χατζιδάκις έκανε τα πρώτα του βήματα στον μαγικό χώρο της μουσικής από πολύ μικρή ηλικία. Στα τέσσερά του, μόλις, ξεκινά μαθήματα πιάνου, με δασκάλα του την πιανίστρια Αλτουνιάν, ενώ παράλληλα, εξασκείται και στο βιολί και στο ακορντεόν.

Ο χωρισμός των γονιών του έρχεται το 1932, και μαζί με αυτόν και η μετακόμιση στην Αθήνα, παρέα με τη μητέρα του και την αδερφή του. Μόλις έξι χρόνια αργότερα (1938) ο πατέρας του χάνει τη ζωή του σε αεροπορικό δυστύχημα, κάτι που φέρνει την οικογένεια σε δύσκολη οικονομική θέση, και τον Χατζιδάκι να πρέπει να βγει στην αγορά εργασίας από πολύ μικρή ηλικία.

Στα δύσκολα χρόνια της κατοχής και της απελευθέρωσης εργάστηκε ως φορτοεκφορτωτής στο λιμάνι του Πειραιά, παγοπώλης στο εργοστάσιο του Φιξ, υπάλληλος στο φωτογραφείο του Μεγαλοοικονόμου, βοηθός νοσοκόμος στο 401 Στρατιωτικό Νοσοκομείο. Όμως, τίποτα δεν μπορούσε να σβήσει το μεράκι του για τη μουσική και την τέχνη. Παράλληλα με τη δουλειά, αρχίζει ανώτερα θεωρητικά μαθήματα μουσικής με τον Μενέλαο Παλλάντιο, σημαντική μορφή της ελληνικής εθνικής μουσικής σχολής, και σπουδές Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, τις οποίες ποτέ δεν ολοκλήρωσε.

Ο δρόμος προς την ανοδική πορεία

Το 1945, ήταν η χρονιά που διαμόρφωσε τον προσανατολισμό και τη σκέψη του. Γνώρισε τους Νίκο Γκάτσο, Κάρολο Κουν και Νάνο Βαλαωρίτη στο πατάρι του Λουμίδη, Αιόλου και Πανεπιστημίου γωνία. Μαζί, έκαναν όνειρα για τη μεταπολεμική, κατεστραμμένη Ελλάδα. Τότε ξεκίνησε να ασχολείται με τη μουσική για τον κινηματογράφο, με πρώτο του έργο το Αδούλωτοι Σκλάβοι, που σκηνοθέτησε ο Βίων Παπαμιχαήλ.

Το 1948 έδωσε την ιστορική του ομιλία που προκάλεσε σάλο, για το ρεμπέτικο τραγούδι. Γνωρίζοντας ότι το γνήσιο λαϊκό τραγούδι δεν προερχόταν από ωδεία και πανεπιστήμια, αλλά από τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα, μίλησε υπέρ αυτού του παράνομου και απαγορευμένου είδους. Τόσο εκείνος, όσο και συνθέτες όπως ο Μίκης Θεοδωράκης και ο Σταύρος Ξαρχάκος έκαναν δηλώσεις, εξυμνώντας τους ρεμπέτες και σοκάροντας την ελληνική κοινωνία της εποχής.

Στις αρχές της δεκαετίας του 1950, ξεκίνησε η συνεργασία του με το Εθνικό Θέατρο και το Θέατρο Τέχνης. Αγία Ιωάννα, Όνειρο θερινής νυκτός και Ματωμένος Γάμος είναι μερικά από τα έργα στα οποία επιμελήθηκε τη μουσική επένδυση, ενώ, παράλληλα ασχολήθηκε με τον ελληνικό κινηματογράφο. Μάλιστα, η ποιότητα της δουλειάς του στην ταινία Ο δράκος, την έκανε να θυμίζει αρχαία τραγωδία.

Αρχίζει μάλιστα, να γράφει μουσική για αρχαίες τραγωδίες και κωμωδίες. Ο Μάνος Χατζιδάκις έχει «ντύσει» μουσικά την Ορέστεια, τη Μήδεια, τις Βάκχες, τις Εκκλησιάζουσες, τη Λυσιστράτη, τον Πλούτο, τις Θεσμοφοριάζουσες, τους Βατράχους και τις Όρνιθες. Το 1959 παρουσιάζει στο αθηναϊκό κοινό τον Μίκη Θεοδωράκη, ενορχηστρώνοντας και ηχογραφώντας ο ίδιος το έργο του «Επιτάφιος» με τη Νάνα Μούσχουρη.

Το απόγειο της καριέρας του και το ανεπιθύμητο Όσκαρ

Το απόγειο της μέχρι τότε καριέρας του ήρθε το 1960, όταν βραβεύθηκε με Όσκαρ για την ταινία Ποτέ την Κυριακή. Τότε είχε δηλώσει ότι η χειρότερη μορφή επιτυχίας είναι εκείνη που έρχεται όταν δεν το περιμένεις. Η 33η τελετή των βραβείων της Ακαδημίας, έγινε στις 17 Απριλίου του 1961, και ήταν μια πολύ ιδιαίτερη τελετή. Το τραγούδι «Τα Παιδιά του Πειραιά» από την ταινία «Ποτέ την Κυριακή» κέρδισε το βραβείο Oscar Καλύτερου Πρωτότυπου Τραγουδιού, αλλά ο συνθέτης του, Μάνος Χατζιδάκις, δεν ήταν εκεί για να το παραλάβει.

Δεν επρόκειτο βέβαια για ατυχία. Ήταν απλώς ο τρόπος του Χατζιδάκι να δείξει την αντίθεσή του με τον θεσμό των Oscars. Η Ακαδημία του έστειλε το βραβείο ταχυδρομικώς, αλλά το χρυσό αγαλματίδιο χάθηκε στη διαδρομή προς την Ελλάδα. Μάλιστα, όταν τελικά δέχθηκε να φωτογραφηθεί με το βραβείο, δανείστηκε το αγαλματίδιο της Κατίνας Παξινού, το οποίο εκείνη είχε κερδίσει για την ερμηνεία της στην ταινία «Για ποιον χτυπά η καμπάνα».

Η ιστορία του ανεπιθύμητου Oscar όμως, έχει και συνέχεια.

Η Ακαδημία αποφάσισε να φτιάξει ένα νέο αγαλματίδιο και  να του στείλει, αλλά κι αυτό βρέθηκε σύντομα στο καλάθι με τα σκουπίδια. Το βρήκε κατά τύχη η καθαρίστρια, και το έδωσε στην αδερφή του, κι έτσι το βραβείο ξαναγύρισε στα χέρια του. Ο Χατζιδάκις αποφάσισε να το κρατήσει, για να κρατάει ανοιχτή την πόρτα του γραφείου του, με την χαρακτηριστική φράση «Τώρα μπορώ να το κρατήσω, γιατί συμβολικά και πρακτικά μου κρατάει την πόρτα ανοιχτή».

Του πήρε πολλά χρόνια να συμβιβαστεί με το γεγονός ότι το έργο του τιμήθηκε για ένα τόσο απλοϊκό τραγούδι. Παρόλα αυτά, τα «Παιδιά του Πειραιά» παραμένουν ένα από τα πιο πολυδιασκευασμένα τραγούδια διεθνώς.

Παράλληλα, ταξίδεψε στην Αμερική το 1967 για το μιούζικαλ Illya Darling. Παρέμεινε εκεί για πέντε χρόνια, καθώς δεν ήθελε με τίποτα να γυρίσει σε μία Ελλάδα με δικτατορία. Όταν επέστρεψε, γνώρισε την πιο σκοτεινή περίοδο της χούντας. Ίδρυσε το μουσικό καφεθέατρο Πολύτροπο, επιχειρώντας μέσα από αυτό να δώσει ζωή στην τότε νεκρή μουσική σκηνή.

Το Τρίτο Πρόγραμμα

Το 1975 έγινε διευθυντής του Τρίτου Προγράμματος στο κρατικό ραδιόφωνο και στη συνέχεια, το 1989, ίδρυσε την Ορχήστρα των Χρωμάτων. Έδωσε 20 συναυλίες και 12 ρεσιτάλ με Έλληνες και ξένους σολίστ. Όλα αυτά τα χρόνια δεν έλειψε στιγμή από τη δισκογραφία, με δίσκους όπως Ο Κύκλος με την Κιμωλία (1956), Παραμύθι χωρίς Όνομα (1959), Πασχαλιές μέσα απ' τη νεκρή γη (1961), Δεκαπέντε Εσπερινοί (1964), Μυθολογία (1965), Καπετάν Μιχάλης (1966), Τα Λειτουργικά (1971), Αθανασία (1975), Τα Παράλογα (1976), Σκοτεινή Μητέρα (1985) και Τα Τραγούδια της Αμαρτίας (1992).

Θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο Μάνος Χατζιδάκις ήταν ήταν ένας τεράστιος συνθέτης, που αγωνίστηκε σκληρά για την ανύψωση της τέχνης της μουσικής στην Ελλάδα. Η διάρκεια της πορείας του αποδεικνύει την εξαιρετική του συμβολή στη χώρα μας, που δεν θα πάψει ποτέ να τιμά τη μνήμη του.