Τι απέγινε το χρώμα στις ταινίες και τις σειρές; - Η σκοτεινή εποχή του Χόλιγουντ
Χριστίνα Κατσαντώνη
22 Απριλίου 2026
Ας υποθέσουμε ότι είναι βράδυ, έχεις πάρει αναπαυτική θέση στον καναπέ κι έχεις μόλις πατήσει play σε μια νέα σειρά ή ταινία στην πλατφόρμα της επιλογής σου. Κι ύστερα, λίγα λεπτά μετά την έναρξη, αναβοσβήνεις φώτα στο δωμάτιο και με το κοντρόλ στο χέρι, αλλάζεις τις ρυθμίσεις φωτεινότητας στην τηλεόραση, ενώ μέσα σου εντείνεται η αίσθηση – απορία: γιατί τα βλέπω όλα γκρι;
Πότε έγιναν οι οθόνες τόσο σκοτεινές και άχρωμες;
Το ερώτημα δεν είναι καινούργιο -είχε πάρει μάλιστα ιδιαίτερη έκταση ύστερα από κάποιες πολύ σκοτεινές και δυσδιάκριτες σκηνές μάχης στην τελευταία σεζόν του Game of Thrones. Σε πολλές σύγχρονες ταινίες και τηλεοπτικές σειρές, οι φωτεινές αποχρώσεις και οι έντονες αντιθέσεις έχουν υποχωρήσει, αφήνοντας πίσω τους ένα γκρίζο -ή μπεζ- πέπλο, που μοιάζει με κακό όνειρο. Κι όπως δήλωσε ο κριτικός κινηματογράφου Μπάρι Λέβιτ στον Guardian “αν βγεις έξω μια ζεστή μέρα, θα δεις απείρως περισσότερο χρώμα απ’ ό,τι σε ένα μπλοκμπάστερ πρόσφατης παραγωγής”.
Όχι, η σταδιακή μείωση των χρωμάτων τα τελευταία χρόνια δεν είναι ιδέα μας. Κι όσο κι αν οι φωτεινές αποχρώσεις του πορτοκαλί ή του γαλάζιου, όπως αποτυπώθηκαν στην ταινία Sinners, ή το διαπεραστικό φως του ήλιου στο One battle after another ζέσταναν τα μάτια και τις καρδιές μας, είναι γεγονός πως το φως και το χρώμα στην οθόνη έχουν πια -ανησυχητικά- ξεθωριάσει.
Η αναζήτηση της τελειότητας και η τυποποίηση της εικόνας
Η συζήτηση αναθερμάνθηκε μετά και την εμφάνιση του πολυσυζητημένου viral τρέιλερ της επιστροφής της διάσημης ταινίας “Ο Διάβολος φοράει Prada”. Πολλοί θεατές στα social media και στο Youtube έκαναν τη σύγκριση και διαπίστωσαν ότι όσο κι αν η Μέριλ Στριπ και η Αν Χαθαγουέι είναι πιο κομψές από ποτέ, η εικόνα είχε χάσει τη ζεστασιά, τη ζωντάνια και τις έντονες χρωματικές αντιθέσεις της, σε σχέση με την πρώτη ταινία του 2006.
Η απώλεια του χρώματος στο σύγχρονο σινεμά και την τηλεόραση συνδέεται με συγκεκριμένες τεχνολογικές εξελίξεις που έχουν αλλάξει ριζικά την οπτικοακουστική παραγωγή. Η μετάβαση από το αναλογικό φιλμ στο ψηφιακό με κάμερες υψηλής ανάλυσης έφερε τεράστια ακρίβεια στη ρεαλιστική καταγραφή.
Το αληθινό, όμως, συχνά αναδύεται μέσα από ένα περιθώριο σφάλματος, ακόμη και από μια ατέλεια. Στο βωμό του ρεαλισμού θυσιάστηκε η ζωντάνια και η επιδίωξη της τελειότητας κατέληξε σε μια άχρωμη εξομάλυνση, με εικόνες καθαρές, υψηλής ευκρίνειας αλλά επίπεδες.
Οι ατέλειες υποχώρησαν, μαζί τους και η μαγεία, το μεγαλείο της εικόνας ακόμα και σε ταινίες στις οποίες το έντονο χρώμα συνιστά βασικό στοιχείο της ατμόσφαιρας. Για παράδειγμα, η σύγκριση ανάμεσα στον “Μάγο του Οζ” (1939) του Βίκτορ Φλέμινγκ και το prequel του, το δίπτυχο μιούζικαλ “Wicked”, είναι αμείλικτη. Κι επειδή κινηματογράφος δεν είναι μόνο η πιστή αναπαράσταση, είναι και η υπέρβαση, όπως θα έλεγε και η Μπλανς Ντιμπουά, δεν θέλουμε -άλλο- ρεαλισμό, θέλουμε μαγεία -και χρώμα.
Η αισθητική τάση της σκοτεινιάς χωρίς βάθος
Σήμερα, παράλληλα, φαίνεται να έχει επικρατήσει μια συγκεκριμένη αισθητική τάση (ιδίως στα δράματα, στα μυστήρια και στα θρίλερ), που έχει αδυναμία στα γκρι και στους ουδέτερους τόνους και χρησιμοποιεί μια περιορισμένη χρωματική κλίμακα για να ενισχύσει τη σκοτεινή ατμόσφαιρα και να προσθέσει συναισθηματική ένταση και ρεαλισμό. Μόνο που αυτό γινόταν και παλιά, αλλά τότε μπορούσαμε να διακρίνουμε τι βλέπουμε.
Ένα πρόσφατο παράδειγμα είναι η μίνι σειρά “Something very bad is going to happen”, η οποία επικρίθηκε για το υπερβολικό της σκοτάδι (όπως και το Game of Thrones, το The Walking Dead, το The Handmaid’s Tale). Ναι μεν δικαιολογείται για τη δημιουργία μιας κλειστοφοβικής, τρομακτικής ατμόσφαιρας, αλλά θα ήταν δίκαιο να μπορούμε τουλάχιστον να διακρίνουμε τι βλέπουμε -και όχι απλώς μια σκοτεινή θολούρα.
Ταινίες της προ-ψηφιακής εποχής, όπως π.χ. “The Addams Family” (1991), μπορούσαν να αποδώσουν ένα σκοτεινό περιβάλλον χωρίς να δυσκολεύουν τον θεατή να καταλάβει τι συμβαίνει. Αντιθέτως, κριτικές δέχτηκε και ο “Φρανκενστάιν” (του Ντελ Τόρο και του Netflix) για τον φωτισμό και την έλλειψη χρωματικών αντιθέσεων, που σύμφωνα με σχόλιο του Decider αντικατοπτρίζει αυτό που πολλοί αποκαλούν “Netflix flatness”. Και κάπου εδώ φτάνουμε στο λεγόμενο streaming look, δηλαδή την ομοιόμορφη έως τυποποιημένη εικόνα της πλατφόρμας.
Το “επίπεδο” streaming look
Οι ψηφιακές πλατφόρμες έχουν συγκεκριμένους τεχνικούς περιορισμούς: προτιμούν εικόνες καθαρές, με ελεγχόμενη αντίθεση και χωρίς έντονους χρωματικούς πειραματισμούς, ώστε να διασφαλίζεται ότι το περιεχόμενο φαίνεται σωστά σε κάθε οθόνη -από τη μεγαλύτερη και πιο σύγχρονη, μέχρι αυτήν του κινητού και την παλιά στο εξοχικό. Η απαίτηση οδηγεί σε πιο ουδέτερες, λιγότερο τολμηρές χρωματικές επιλογές, που γίνονται όλο και πιο συχνά αντικείμενο σχολιασμού και αρνητικής κριτικής.
Πριν από δύο μήνες το Esquire αφιέρωσε εκτενές άρθρο κριτικής στη λεγόμενη “Netflix flatness”, σε αυτή “την παράξενη, τυποποιημένη οπτική γλώσσα”, που εξομαλύνει τα πάντα στο βωμό της σχολαστικής ευκρίνειας και χαρακτηρίζει όχι μόνο το Netflix, αλλά γενικότερα την προσέγγιση της ψηφιακής πλατφόρμας. Η επιδίωξη μιας καθαρής εικόνας καταλήγει να ταυτίζεται με τη μονοτονία, καθώς πολλά έργα πια μοιάζουν οπτικά μεταξύ τους, στερούμενα ιδιαίτερης ταυτότητας.
Παρά τη γενική τάση, ωστόσο υπάρχουν και -κυριολεκτικά- φωτεινές εξαιρέσεις που αποδεικνύουν ότι το χρώμα δεν έχει χαθεί. Όπως το La La Land (2016) ή το Babylon (2022) του Ντάμιεν Σαζέλ κι όπως το Sinners και η φωτογραφία της Ότομν Ντουράντ Άρκαπο -η πρώτη γυναίκα που πήρε Όσκαρ για τη διεύθυνση φωτογραφίας.
Συμπερασματικά; Έχουν χαθεί κάποιες μάχες, το χρώμα όμως δεν έχασε τον πόλεμο. Σε μια περίοδο που οι οθόνες μοιάζουν πιο άχρωμες από ποτέ και το streaming look έχει κάνει τις σειρές να μοιάζουν μεταξύ τους, το όλο και πιο ηχηρό αίτημα για επιστροφή και θαρραλέα χρήση των φωτεινών χρωμάτων δεν είναι απλώς νοσταλγία για το παρελθόν. Είναι ανάγκη να μη συνηθίσει το βλέμμα μας στο ημίφως.