Εύη Καλογηροπούλου, Μελισσάνθη Μάχουτ & Ορόρα Μαριόν: «Η πατριαρχία δεν συντηρείται μόνο από τους άντρες»
Χριστίνα Κατσαντώνη
1 Απριλίου 2026
Αν έχετε στο μυαλό σας τη “Μικρή γοργόνα” της Disney, ξεχάστε τη. Θυμηθείτε τις Γοργόνες της μυθολογίας, τη Μέδουσα με τις αδερφές της, Σθενώ και Ευρυάλη. Συνδυάστε τις με κάτι από Ταραντίνο, κορεάτικο σινεμά και ελληνικό κινηματογράφο των ‘60s. Τοποθετήστε τις στο δυστοπικό μέλλον ενός ρυπαρού και μολυσμένου περιβάλλοντος γύρω από ένα διυλιστήριο, όπου οι οπλισμένοι άντρες κατέχουν την απόλυτη εξουσία. Και φανταστείτε μια ιστορία αγάπης, εκδίκησης, επανάστασης και μεταμόρφωσης με κεντρικές ηρωίδες δύο γυναίκες. Τη “Gorgonà”.
Η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία της Εύης Καλογηροπούλου, που έκανε πρεμιέρα τον περασμένο στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Βενετίας, έχει πολλές επιρροές από ταινίες που έχουμε δει κι αγαπήσει, όμως ταυτόχρονα δεν μοιάζει με καμία. Μέσα από την ιδιαίτερη κινηματογραφική γλώσσα κι αισθητική μιας δημιουργού, που πέρασε στο σινεμά από τον χώρο των εικαστικών (κι άμεσα βρέθηκε στις Κάννες, με τις πρώτες μικρού μήκους της), μιλά γα την επιθυμία, την αντίσταση, τη χειραφέτηση. Προκαλεί την πατριαρχία κι ανατρέπει στερεότυπα για να δημιουργήσει ένα καταιγιστικά διασκεδαστικό κινηματογραφικό σύμπαν, που όσο κι αν -τιμητικά- χαρακτηρίστηκε “η ελληνική απάντηση στο Mad Max”, δεν ταξινομείται, αλλά έχει ξεκάθαρη, δική του οπτική και ταυτότητα.
Λίγο πριν την πρεμιέρα της ταινίας στις ελληνικές αίθουσες (στις 2/4), η δημιουργός Εύη Καλογηροπούλου και οι πρωταγωνίστριες της, Μελισσάνθη Μάχουτ και Ορόρα Μαριόν, μιλούν και φωτογραφίζονται για το Jenny.gr. Το νέο “νέο αίμα” του ελληνικού σινεμά είναι εδώ.
Εύη, πώς γεννήθηκε η “Gorgonà”; Διάβασα ότι είναι μια ιστορία που είχε γραφτεί πριν από αρκετά χρόνια, με πολλά προσωπικά στοιχεία μέσα.
Ε.: Ναι, πιο πολύ έμπνευση ήταν η Ελευσίνα. Πάντα ξεκινώ από τα locations και μετά πάω στις ιστορίες, που πολλές φορές είναι για γυναίκες -όχι πως δεν θα έκανα κάτι άλλο, αλλά μέχρι τώρα αυτό με εμπνέει. Κι επειδή είχα μείνει κάποια περίοδο στην Ελευσίνα κι έκανα βόλτες με το αμάξι, τα τοπία μου φαίνονταν ακραία δυστοπικά αλλά και ενδιαφέροντα. Και σκεφτόμουν πώς θα είναι να κάνεις ταινία εδώ πέρα, να τοποθετήσεις τον έρωτα δύο γυναικών μέσα σε αυτό το περιβάλλον.
Και τι ακριβώς είναι η “Gorgonà”; Είναι ταινία δράσης, ιστορία αγάπης, ταινία φεμινιστική με υπερφυσικά στοιχεία;
Ε.: Είναι πολλά πράγματα. Θα ήθελα να είναι πιο πολύ δράσης, αλλά αυτές οι ταινίες είναι πιο ακριβές, άρα πιο δύσκολο να τις κάνεις. Η “Gorgonà” έχει πολλά διαφορετικά references και επιρροές: από ταινίες arthouse, κορεάτικο σινεμά, Ταραντίνο, “Beau Travail”, μέχρι video art και ελληνικές ταινίες του ’60.
Πώς αποφάσισες να συνδυάσεις τη βία ενός τοξικού περιβάλλοντος με τη νοσταλγία που κρύβουν λεπτομέρειες όπως ένα ρετρό φωτιστικό με κρόσσια ή η σκηνή μιας γυναίκας που τραγουδάει στο μπαλκόνι “Έκλαψα χθες” -σαν σε παλιά ελληνική ταινία;
Ε.: Θέλησα να βάλω και αυτό το κομμάτι, γιατί θεωρώ σημαντική την εντοπιότητα μου, το ότι είμαι από εδώ, αυτή είναι η κουλτούρα μου, τα βιώματα μου. Αυτές τις ταινίες έχω δει, όπως και τις άλλες. Προσπάθησα να συνδυάσω εικόνες και καταστάσεις από ταινίες που μου αρέσουν. Αυτό, άλλωστε, είναι η τέχνη: προσπαθείς με τον δικό σου τρόπο, όχι να αντιγράφεις, αλλά να αγγίζεις και να πλησιάζεις πράγματα που θαυμάζεις.
Η μυθολογία; Πώς εμπλέκεται στην έμπνευση σου;
Ε.: Μου αρέσει να τη χρησιμοποιώ, γιατί πάντα σοκάρονται άμα τη χρησιμοποιείς αντίστροφα. Περιμένουν να δουν κάτι πιο “αρχαιοελληνικό” και βλέπουν κάτι άλλο. Επίσης η ελληνική μυθολογία, ενώ ήταν σημαντική, έπλαθε στερεότυπα γύρω από το τι σημαίνει άντρας, τι σημαίνει γυναίκα. Ήταν το starting point. Οπότε είναι ωραίο να το ξανακριτικάρεις κάπως.
Στα γυρίσματα τι σας δυσκόλεψε περισσότερο;
Ε.: Για τον σκηνοθέτη πάντα τα πολλά άτομα είναι το πιο δύσκολο και οι πολλές κάμερες, γιατί υπάρχουν πιο πολλές εντάσεις, φωνάζεις από δω φωνάζεις από εκεί, αυτή είναι η πιο δύσκολη συνθήκη.
Μ.: Για μένα ήταν η σκηνή του jet ski τη νύχτα. Είχαμε walkie talkie, οδηγούσε η Ορόρα, εγώ είχα πάθει πανικό χωρίς λόγο, μας έδιναν οδηγίες από τη στεριά κι εγώ έσφιγγα την Ορόρα και της φώναζα “στρίψε, στρίψε!”.
Ο.: Το θυμάμαι αυτό με τα δάχτυλα, είχα σημάδι! Εγώ είχα πολύ άγχος στις σκηνές που έπρεπε να τραγουδήσω, γιατί αγαπώ πολύ το τραγούδι, αλλά με ζορίζει ταυτόχρονα. Η πιο δύσκολη, όμως, ήταν η σκηνή του bullying στο bar, όταν έχει πεθάνει ο Νικούλι και λένε ότι τον σκότωσα εγώ. Και μετά έπρεπε να τραγουδήσω και να παλέψω με τον Σβήγκο. Θυμάμαι τις πρώτες φορές που κάναμε τις λήψεις, σκεφτόμουν “ωχ, θα κλάψω, θα κλάψω στ’ αλήθεια!” Κάποια στιγμή δεν έπρεπε να μιλήσω, γιατί τραβούσαν μόνο τις αντιδράσεις των αντρών. Το τι άκουσα! Ένιωθα ότι με πυροβολούν με τα λόγια τους. Και σκεφτόμουν “μείνε ψύχραιμη, είναι ρόλοι”.
Μ.: Το ζήσαμε πραγματικά, ήταν πολύ έντονο.
Πόσο εύκολο είναι για μια γυναίκα σκηνοθέτη να κάνει ταινίες, που αγγίζουν και το είδος της δράσης στην Ελλάδα;
Ε.: Είναι δύσκολο. Και από το αρχικό στάδιο, από το funding για παράδειγμα, θα έχω σίγουρα πιο πολλά συν, αν μιλήσω για ένα κοινωνικό, γυναικείο θέμα, χωρίς εντάσεις ή οξύτητες. Αν είναι ένα “safe” θέμα για μένα και για τη φύση μου, όπως το να μιλήσω για θέματα που αφορούν αποκλειστικά την γυναίκα π.χ. εγκυμοσύνη.
Αυτά, δηλαδή, περιμένουν από τις γυναίκες δημιουργούς;
Ε.: Εννοείται. Και θα σε κρίνουν και πολύ πιο αυστηρά έτσι; Γιατί τόλμησες να κάνεις κάτι άλλο.
Και για τις ηθοποιούς ισχύει το ίδιο ή εκεί είναι λιγότερο ισχυρά τα στερεότυπα;
Μ.: Μέχρι την προηγούμενη δεκαετία, οι γυναίκες που υπήρχαν σε ταινίες δράσης ήταν “bombshells”. Ήταν πάντα ένας χαρακτήρας όπως η Λάρα Κροφτ για παράδειγμα, σεξουαλικοποιημένος “through the male gaze”.
Εύη έχεις εμπειρία από μεγάλα φεστιβάλ, αλλά πώς ήταν να βλέπεις την πρώτη μεγάλου μήκους ταινία σου στη Βενετία;
Ε.: Επειδή δεν είχα ξαναδεί την ταινία μου σε μεγάλη οθόνη, με κόσμο, ήταν για μένα φρίκη. Αισθανόμουν πάρα πολύ ευάλωτη και συνέχεια σκεφτόμουν ότι δεν αρέσει. Στη Βενετία, πολύς κόσμος βλέπει πάρα πολλές ταινίες κάθε μέρα, οπότε φεύγει. Στις μικρού μήκους δεν είναι έτσι, τις βλέπουν από την αρχή μέχρι το τέλος, στις μεγάλου, όμως, φεύγανε. Εντάξει είναι και μια ταινία που μπορείς να φύγεις… (γέλια)
Εννοώ ότι άμα είσαι συντηρητικός και βλέπεις το σεξ φεύγεις. Φεύγανε κυρίως μεγάλοι άνθρωποι, χωρίς να θέλω να κάνω ηλικιακό ρατσισμό. Πέρα από αυτό, όμως, όταν ανέβηκα πάνω κι είδα όλη αυτή την επιβλητική αίθουσα κι όλο αυτό το κοινό, λέω εντάξει, μου αρέσει και με ενδιαφέρει ως δημιουργό και ως σκηνοθέτη να είναι πάντα οι δουλειές μου σε μεγάλα φεστιβάλ -όσο “ψωνίστικο” κι αν ακούγεται. Με ενδιαφέρει για το visibility, για να μπορώ να προχωράω. Μου αρέσει να σκέφτομαι σαν αθλήτρια. Θέλω κι είμαι περήφανη να είμαι παρούσα στα μεγάλα events.
Η ταινία μιλάει για την πατριαρχία, οπότε απευθύνομαι και στις τρεις: στη μέχρι τώρα πορεία σας, εντός κι εκτός συνόρων, πόσο συχνά είναι τα περιστατικά σεξισμού, ρατσισμού και κακοποιητικών συμπεριφορών;
Μ.: Έχουν μειωθεί σημαντικά, αλλά είναι πάρα πολλά. Ειδικά, στην αρχή ήταν σχεδόν καθημερινά. Όταν έχεις υπάρξεις κάποια χρόνια στον χώρο, μαθαίνεις πώς να τα διαχειριστείς, ή πώς να τα αποφύγεις ή πώς να τα προβλέψεις. Μαθαίνεις κάπως να ζεις με αυτό και να είσαι σε ετοιμότητα να το αντιμετωπίσεις, όταν το βλέπεις να έρχεται.
Ο.: Προφανώς, η κακοποίηση που μπορεί να ζήσει μια γυναίκα είναι παντού, προφανώς υπάρχει ρατσισμός, τον βιώνω. Έχω την αίσθηση ότι από τότε που βγήκε η Χρυσή Αυγή στην επιφάνεια, οι περισσότεροι Έλληνες διάλεξαν αν είναι μαζί τους ή δεν είναι. Κάποιοι έκαναν μια υπερβολική μετατόπιση, άρχισαν να μας φέρονται σαν να είχαμε αναπηρία. Μας έβλεπαν με μια υπερβολική τρυφερότητα για να αποδείξουν ότι δεν είναι ρατσιστές, αλλά αυτό δείχνει ότι κάτι υπήρχε ή υπάρχει ακόμα.
Ε.: Εγώ ως γυναίκα σκηνοθέτρια, βρίσκομαι σε είναι ένα πάρα πολύ ανδροκρατούμενο επάγγελμα. Εμείς θεωρούμαστε οι γυναίκες των φεστιβάλ, δηλαδή σκηνοθέτριες, που πάμε μόνο σε φεστιβάλ. Κατά τα άλλα, στην Ελλάδα δεν δουλεύουμε ούτε σε διαφημίσεις, ούτε σε σειρές εύκολα, όχι καθόλου αλλά όχι εύκολα. Πόσες φορές έχεις δει γυναίκα να είναι η διευθύντρια του σετ σε σειρές ή σε διαφήμιση;
Γιατί σεξισμός δεν είναι μόνο η κακοποίηση, απλώνεται και σε άλλα επίπεδα. Και η πατριαρχία δεν συντηρείται μόνο από τους άντρες.
Κι εγώ έχω υποστεί, όπως ίσως κι εσύ, όπως και άλλοι, bullying και εργασιακό bullying, γιατί είναι μια δουλειά, η οποία έχει φτιαχτεί πάνω σε άλλους όρους και θα έλεγα μιας άλλης γενιάς, άλλης λογικής. Άμα είσαι και σχετικά νέα, κατακτάς πολύ
πιο δύσκολα τα πράγματα. Και πολλές φορές περνάς πολύ άσχημα. Αλλά, αυτό έρχεται από παντού.
Θυμάμαι το περιστατικό το καλοκαίρι του 2022 στο Προεδρικό Μέγαρο, όταν σχολιάστηκε εντόνως όχι το ποια είσαι και τι έχεις κάνει, αλλά το πώς ντύθηκες. Πολλά από τα σχόλια τότε ήταν από γυναίκες.
Ε.: Υπήρχε άνθρωπος του κύκλου, που μου είπε “τι περίμενες να συμβεί; Δεν το έκανες επίτηδες;” Λέω “ορίστε;” Και το άλλο: “Θα πήγαινες έτσι στην Εκκλησία;” Οπότε τι να πούμε; Από πού να το πιάσουμε και πού να το αφήσουμε. Δυστυχώς τα
πράγματα είναι έτσι και δεν είναι καλά.
Μ.: Ξέρεις ποιο είναι το τεράστιο κρίμα τελικά; Ότι μπορεί κάποιες να σκληρύνουμε και να το αντιμετωπίσουμε, αλλά ξέρεις πόσες τα παράτησαν; Πόσες είχαν λαμπρό ταλέντο κι επειδή δεν το σήκωναν, είπαν ας κάνουμε κάτι άλλο; Πόσο κρίμα είναι!
Ε.: Επίσης, η σκηνοθεσία είναι ένας χώρος φτιαγμένος για privilege ανθρώπους. Είναι ένα επάγγελμα που το θεωρούμε χόμπι. Και για να επιβιώσεις πρέπει να έχεις κάποιες πλάτες. Αυτό ισχύει σε μεγάλο ποσοστό. Είναι ένα privilege επάγγελμα.
Πρόσφατα ξεκίνησε μια συζήτηση για τις “ταμπέλες” που μας δίνουν οι άλλοι, με αφορμή ομιλία της Τζένης Μπαλατσινού στο ετήσιο forum του Jenny.gr “Είμαι εδώ για εσένα”. Οπότε θέλω να ρωτήσω εσένα Ορόρα, για την “ταμπέλα” της “κόρης του Κώστα Αρζόγλου”...
Ο.: Μου φαίνεται γελοίο πια. Με πλήγωνε στην αρχή, γιατί έβαλα τα δυνατά μου να τα κάνω όλα μόνη μου. Έκανα μια θεατρική παράσταση με τον πατέρα μου, αλλά αφού πρώτα είχα πάει στη Βενετία με τη Σαντάλ Ακερμάν, αφού δούλεψα με την Τσαγγάρη.
Εντάξει, είμαι “η κόρη του κυρίου”, είμαι “η κρυφή κόρη”, έχω δει πάρα πολλές “ταμπέλες”. Το έχω συνηθίσει, αλλά με θλίβει, γιατί δεν έχω εκμεταλλευτεί τη θέση του, ούτε τις συνεργασίες του, ούτε τίποτα. Δεν έχω καν το επίθετο του. Δεν το κρύβω ότι είμαι κόρη του, είμαι περήφανη, αλλά δεν το “πουλάω”. Κάποιοι με έκριναν και γι' αυτό. Γιατί δεν το πουλάς; Γιατί δεν παίρνεις το όνομα του;
Θέλω λίγο να μείνω στις ρίζες σου. Ο πατέρας σου είναι Έλληνας, η μητέρα Βελγίδα, ο παππούς Βέλγος και η γιαγιά από τη Ρουάντα. Εσύ μεγάλωσες στο Βέλγιο, στα 17 έφυγες για Αγγλία, σήμερα ζεις στην Ελλάδα. Αν σε ρωτήσουν από πού είσαι, τι απαντάς;
Ο.: Βέλγιο, Ελλάδα, Ρουάντα. Βέβαια, παρόλο που είμαι μισή Ελληνίδα, στα χαρτιά δεν κατάφερα ποτέ να γίνω Ελληνίδα. Αλλά έχω γίνει Ρουαντέζα, απέκτησα ταυτότητα τώρα πρόσφατα. Οπότε, στα χαρτιά είμαι Ρουαντέζα και Βελγίδα. Η αλήθεια είναι ότι δεν ξέρω από πού είμαι. Το ψάχνω το σπίτι μου, δεν το έχω βρει ακόμα. Δεν είμαι σίγουρη αν είναι εδώ. Δεν νομίζω ότι είναι στο Βέλγιο. Δεν νομίζω πια ότι είναι στην Αγγλία. Κάποια στιγμή ήταν στο Λονδίνο. Τώρα δεν είναι εκεί. Δεν ξέρω πού είναι.
Στην Ελλάδα πώς αποφάσισες να γυρίσεις;
Ο.: Ήθελα να έρθω σε επαφή με το ελληνικό μου μισό, που δεν είχα γνωρίσει, γιατί δεν είχα μεγαλώσει εδώ και δεν μιλούσα τη γλώσσα. Και επίσης ήθελα πολύ να κάνω θέατρο και η δικαιολογία μου ήταν ότι θέλω να πάω στη χώρα, όπου γεννήθηκε το θέατρο. Κι εδώ θα ήθελα να μιλήσω λίγο για το afro-greek community. Εμείς δεν έχουμε πολύ χώρο στην τηλεόραση. Δηλαδή, αν δουλεύουν κάποιοι άνθρωποι είναι 2-3 κάθε χρόνο...
Ε.: Ποτέ πρωταγωνιστικό ρόλο.
Ο.: Ποτέ, ποτέ. Τι συζητάμε; Σε μια εκπομπή, αντί να πάρουν μαύρη ηθοποιό, τη βάψανε με φούμο. Κι αυτό έγινε πριν από 5-6 χρόνια. Είναι κρίμα που δεν έχουμε καθόλου visibility. Κι οι ρόλοι είναι πολύ συγκεκριμένοι: sex worker, καθαρίστρια, μετανάστρια. Όχι μόνο στις τηλεοπτικές παραγωγές, αλλά και στις θεατρικές είμαστε πάρα πολύ λίγοι. Το 97-98% είναι όλο λευκοί. Και γίνονται τόσες παραγωγές! Είναι αδιανόητο ότι δεν έχουμε θέση. Και κάποιοι πλέον είναι τρίτη, τέταρτη γενιά. Κάποιοι δεν έχουν ακόμα χαρτιά.
Δηλαδή, πρέπει να είσαι ο Αντετοκούνμπο για να έχεις χαρτιά; Εγώ που έχω Έλληνα μπαμπά, δεν έχω γίνει ποτέ Ελληνίδα. Δεν το έχω καταφέρει. Εδώ είναι ο ρατσισμός, που λέγαμε και πριν.
Εσύ Μελισσάνθη γεννήθηκες στο Τορόντο, μεγάλωσες στο Άργος. Πώς βρέθηκες στο Netflix, στην τηλεοπτική μεταφορά του πολυβραβευμένου “The Sandman” του Νιλ Γκέιμαν ή δίπλα στον Γουίλ Φέρελ στην ταινία για τη Eurovision;
Μ.: Τελειώνοντας το Λύκειο, δεν ήξερα τι ήθελα να κάνω. Έδωσα οντισιόν και μπήκα στο Εθνικό, όμως κάπου στο τρίτο έτος συνειδητοποίησα ότι επειδή είχα μπει πολύ μικρή, δεν είχα καταλάβει τίποτα από τα πρώτα δύο. Δεν είχα προλάβει να απορροφήσω κάποια πληροφορία. Και θεώρησα ότι μάλλον είναι καλύτερα να ξαναρχίσω. Οπότε πήγα στην Αγγλία κι έκανα άλλα τρία χρόνια. Κι ύστερα η ιδέα του να κάνω οντισιόν και για κάτι στο εξωτερικό, άρχισε να μου φαίνεται πιο εφικτή. Βρήκα ατζέντισσα κι αυτό ήταν.
Άρα είναι και θέμα τύχης, να βρεθείς στο σωστό μέρος τη σωστή στιγμή;
Μ.: Πάντα. Είναι κατά πολύ μεγάλο ποσοστό θέμα τύχης κι όποιος πει ότι δεν είναι, λέει τεράστιο ψέμα. Προφανώς, άμα είσαι τυχερός και βρεθείς στο σωστό μέρος τη σωστή στιγμή, καλό είναι να έχεις τα προσόντα, τη γνώση, να ξέρεις τι να το κάνεις. Αλλά αν δεν βρεθείς εκεί, δεν υπάρχει τίποτα. Όσο προετοιμασμένος, όσο καλός και να είσαι, όσο και να έχεις μελετήσει, διαβάσει, προπονηθεί, δεν έχει καμία σημασία τελικά. Εκτός αν κάνεις κάτι μόνος σου.
Η βάση σου σήμερα παραμένει η Αγγλία;
Μ.: Είμαι ανάμεσα σε Αθήνα και Λονδίνο.
Ποια είναι τα σχέδιά σας για το μέλλον; Ξεκινάω από την Ορόρα, γιατί ξέρω ότι σε μερικές μέρες έχεις πρεμιέρα στο θέατρο Πορεία σε μια δραματουργία, που συνδυάζει τον “Άμλετ” του Σαίξπηρ με το “Άμλετ Machine” του Μύλλερ.
Ο.: Σωστά. Είναι ένα έργο μέσα στο έργο μέσα στο έργο και κάποια στιγμή μπερδεύονται τελείως τα όρια. Και μιλάει για αυτήν την κατάσταση που ζούμε και σήμερα. Για ένα σάπιο κόσμο, με πώματα παντού, παιδιά που πεθαίνουν και τρελούς που κυβερνάνε. Κι εμείς είμαστε στη μέση και δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα. Ξεκινάμε στις 19 Απριλίου.
Μ.: Εγώ έχω δύο project για μετά το καλοκαίρι, για τα οποία δεν μπορώ να μιλήσω ακόμα...
Τηλεόραση ή κινηματογράφος;
Μ.: Και τα δύο.
Κι εσύ Εύη;
Ε.: Εγώ γράφω δύο σειρές. Μια κάπως φεμινιστική τύπου “Fleabag”, που είναι αρκετά προσωπική. Και μια άλλη που είναι λίγο πιο afro-greek ερωτική ιστορία. Τα αγαπάω πάρα πολύ και τα δύο, θέλω πολύ να τα κάνω. Μετά έχω μια καινούρια ταινία, με την Ιωάννα Μπολομύτη, την παραγωγό, που είναι έτσι λίγο πιο “Kill Bill” και κάποια άλλα που δεν μπορώ ακόμα να πω. Και θα ήθελα πολύ να κάνω διαφήμιση.
Θέλω για κλείσιμο ένα στίχο, ένα μότο, μια φράση που να σας εκφράζει.
Ε.: Πώς πάει το τραγούδι… “Bitch don’t kill my vibe”. Αυτό θα πω εγώ.
Ο.: Μου έρχονται πολλά, αλλά ψάχνω το καλύτερο. Θα πω κάτι από το “Άμλετ Machine” του Μύλλερ: “Δεν θέλω άλλο να πεθαίνω, δεν θέλω άλλο να σκοτώνω, να σκοτώνω τον εαυτό μου, θέλω να γίνω μηχανή”.
Και μετά από αυτό Μελισσάνθη, θέλω να δω τι θα πεις…
Μ.: Τι να πω; Δεν μπορώ να σκεφτώ τίποτα!
Πες κάτι από Λέοναρντ Κοέν, που διάβασα ότι του έχεις αδυναμία.
Μ.: There is a crack in everything, that’s how the light gets in…
Info GORGONÀ
Σκηνοθεσία: Εύη Καλογηροπούλου.
Σενάριο: Εύη Καλογηροπούλου, Louise Groult.
Διεύθυνση φωτογραφίας: Γιώργος Βαλσαμής.
Πρωταγωνιστούν: Μελισσάνθη Μάχουτ, Ορόρα Μαριόν, Χρήστος Λούλης, Κώστας Νικούλι, Σταύρος Σβήγκος, Έρρικα Μπίγιου, Νίκη Βακάλη, Ξένια Ντάνια, Εριφύλη Κιτζόγλου, Μυρτώ Κοντονή, Nayla Gougni, Ηρακλής Τσουζίνοφ, Βασίλης Μίχας, Τόνια Σωτηροπούλου.
Παραγωγοί: Αμάντα Λιβανού, Bertrand Gore, Nathalie Mesuret, Alexandre Perrier, François-Pierre Clavel, Φένια Κοσοβίτσα.
Μία παραγωγή της Neda Film σε συμπαραγωγή με την Blue Monday Productions και την KIDAΜ (Γαλλία). Σε συμπαραγωγή με Onassis Culture, Blonde, ΕΡΤ, Authorwave. Με την υποστήριξη του Ελληνικού Κέντρου Κινηματογράφου, Οπτικοακουστικών Μέσων και Δημιουργίας, Region Nouvelle Aquitaine, Département Charente-Maritime, EKOME A.E.