Παγκόσμια Ημέρα Ελληνικής Γλώσσας: Από τη Σαπφώ στη Δημουλά, μικρές στάσεις στη γυναικεία ιστορία της γλώσσας μας
JTeam
9 Φεβρουαρίου 2026
Η ελληνική γλώσσα δεν είναι ένα στατικό μνημείο, ούτε ένα απολιθωμένο σύνολο κανόνων και γραμματικών εξαιρέσεων. Είναι ένας ζωντανός οργανισμός που αναπνέει, εξελίσσεται και, πάνω από όλα, «κατοικείται». Αν κάτι αποδεικνύει τη δύναμη και τη διάρκεια της μέσα στους αιώνες, είναι ότι δεν έμεινε ποτέ ακίνητη, ούτε εγκλωβίστηκε σε μία μόνο κυρίαρχη φωνή. Σήμερα, Παγκόσμια Ημέρα Ελληνικής Γλώσσας, η επέτειος αυτή αποκτά ουσιαστικό νόημα όταν αναλογιζόμαστε όχι μόνο το «πόσο παλιά» είναι τα ελληνικά, αλλά το πώς έμειναν ζωντανά. Σε αυτή τη διαδρομή, η συμβολή των γυναικών δεν ήταν μια υποσημείωση στο περιθώριο της ιστορίας· ήταν ο ίδιος ο ιστός που κράτησε τη γλώσσα συνδεδεμένη με το βίωμα.
Η συμβολή των γυναικών —όπως σημειώνει η διακεκριμένη γλωσσολόγος Αγγελική Ράλλη— υπήρξε καθοριστική στη διαμόρφωση της ομιλούμενης γλώσσας, εκεί που οι κανόνες συναντούν τις ανάγκες της επικοινωνίας.
Η ελληνική γλώσσα δεν επιβίωσε επειδή έμεινε ίδια, αλλά επειδή «κατοικήθηκε» από ανθρώπους που την προσάρμοσαν στις ανάγκες της ψυχής τους.
Από τη Σαπφώ: Η γλώσσα του «Εγώ»
Ήδη από την αρχαιότητα, η ελληνική γλώσσα έδειξε ότι μπορεί να εκφράσει όχι μόνο το ηρωικό, το δημόσιο και το επικό, αλλά και το βαθιά προσωπικό. Η Σαπφώ υπήρξε η πρώτη που χρησιμοποίησε τη γλώσσα για να χαρτογραφήσει τον έρωτα, την επιθυμία και την απώλεια χωρίς φίλτρα.
Όπως επισημαίνει η κορυφαία ακαδημαϊκός Jacqueline de Romilly στο έργο της (Αρχαία Ελληνική Λυρική Ποίηση) για τον ελληνικό λυρισμό, η Σαπφώ εφηύρε ένα νέο λεξιλόγιο για τα πάθη. Ο όρος «γλυκύπικρον», που χρησιμοποιεί για τον έρωτα, παραμένει μέχρι σήμερα η ακριβέστερη περιγραφή της ανθρώπινης αντίφασης. Η φράση της «φαίνεταί μοι κῆνος ἴσος θέοισιν» (μου φαίνεται εκείνος ίσος με τους θεούς) αποδεικνύει ότι η δύναμη της γλώσσας δεν βρίσκεται στην υπερβολή, αλλά στη μουσικότητα και την ακρίβεια.
Για αιώνες, πολλές γυναίκες δεν είχαν πρόσβαση στον εγγράμματο λόγο ή στην επίσημη εκπαίδευση. Αυτό όμως δεν τις έκανε σιωπηλές. Η ελληνική γλώσσα συνέχισε να μεταδίδεται και να πλάθεται μέσα από τον προφορικό λόγο: στα νανουρίσματα, στα παραμύθια και, κυρίως, στα μοιρολόγια. Εκεί η γλώσσα απέκτησε ρυθμό, οικειότητα και μια βιωματική πλαστικότητα.
Σύμφωνα με τις μελέτες του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας, η δημοτική παράδοση —η οποία διασώθηκε σε μεγάλο βαθμό από τις γυναίκες στην καθημερινότητα του σπιτιού— είναι αυτή που τροφοδότησε τη νεοελληνική λογοτεχνία. Η γλώσσα δεν επιβίωσε στα ράφια των βιβλιοθηκών, αλλά στις κουζίνες και στις αυλές, εκεί όπου οι λέξεις έπρεπε να είναι χρηστικές και ταυτόχρονα τρυφερές.
Η ελληνική γλώσσα μέσα από τις συγγραφείς του 20ου αιώνα
Όταν οι γυναίκες διεκδίκησαν ξανά τον γραπτό λόγο, η ελληνική γλώσσα μεταμορφώθηκε. Συγγραφείς όπως η Πηνελόπη Δέλτα καθιέρωσαν μια νέα αμεσότητα, ενώ η Άλκη Ζέη και η Ζωρζ Σαρή απέδειξαν ότι η γλώσσα μπορεί να είναι πολιτική και ταυτόχρονα βαθιά ανθρώπινη.
Η Κική Δημουλά πήγε τη γλώσσα ένα βήμα παραπέρα. Δεν χρησιμοποίησε απλώς τις λέξεις· τις ανάγκασε να συμπεριφερθούν με απρόβλεπτο τρόπο, καταρρίπτοντας τα στερεότυπα του «ποιητικού λόγου». Η φράση της: «Το λίγο του κόσμου, αν το μοιραστείς, φτάνει», αποτελεί το απόγειο της γλωσσικής οικονομίας. Η γλωσσολόγος Ελένη Καραντζόλα αναλύει πώς η γυναικεία γραφή εισάγει νέες οπτικές στη γλώσσα, σπάζοντας την ανδροκεντρική κυριαρχία του λόγου.
Για πολλές Ελληνίδες συγγραφείς, η γλώσσα δεν ήταν απλώς μέσο έκφρασης, αλλά ένας χώρος επιβίωσης. Η Μάρω Δούκα έχει δηλώσει επανειλημμένα ότι η γλώσσα είναι η μόνη πατρίδα που έχουμε. Στα έργα της, η ελληνική γλώσσα γίνεται το εργαλείο για να ανασκαφεί η μνήμη και να κατανοηθεί το παρόν. Η γλώσσα εδώ δεν είναι εργαλείο εντυπωσιασμού, αλλά ένα «καταφύγιο», όπως το περιέγραψε η Δημουλά, όπου χωράνε όλα όσα η πραγματικότητα επιλέγει να αγνοήσει.
Σήμερα, η ελληνική γλώσσα ζει και εξελίσσεται στον ψηφιακό κόσμο. Παρά τις ανησυχίες για τη φθορά της, η Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ υπενθυμίζει ότι η ελληνική γλώσσα είναι η ίδια η σκέψη μας και ο πολιτισμός μας. Η γλώσσα δεν κινδυνεύει από τις νέες λέξεις ή την τεχνολογία, αλλά από την απώλεια του περιεχομένου και της ουσίας.
Γυναίκες σήμερα, μέσα από την ποίηση των social, τα άρθρα γνώμης και την ακαδημαϊκή έρευνα, συνεχίζουν να αναμειγνύουν το παλιό με το νέο, αποδεικνύοντας ότι μια γλώσσα που δεν αλλάζει, είναι μια γλώσσα που πεθαίνει.