CELEBRITIES

Η ιστορία της θρυλικότερης γυναικείας αντιζηλίας του Hollywood


Χριστίνα Κατσαντώνη

18 Απριλίου 2017

feud.jpg

Δεν είναι μόνο η υπέροχη απεικόνιση της εποχής, η λάμψη του παλιού Χόλιγουντ, οι φαρμακερές στιχομυθίες, οι μοναδικές ερμηνείες των δύο πρωταγωνιστριών, Jessica Lange και Susan Sarandon, που κάνουν τη σειρά ξεχωριστή έως εθιστική ιδίως για τις γυναίκες. Είναι και ότι η πλοκή δεν περιορίζεται στη Χολιγουντιανή ίντριγκα, αλλά θίγει κι ένα επίκαιρο και σήμερα ζήτημα: πώς αντιμετωπίζονται οι γυναίκες, ακόμα και δύο θρυλικές γυναίκες όπως εκείνες, όταν τα χρόνια περνούν κι η βιομηχανία θεάματος τις πετά στα αζήτητα.

Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή...

Η αρχή της κόντρας για έναν άντρα

Στην ακμή της καριέρας τους, και η Bette Davis και η Joan Crawford ήταν δύο περιζήτητες ντίβες του Hollywood για διαφορετικούς λόγους η κάθε μια. Η Crawford ήταν fashion icon της εποχής της, διάσημη για την ομορφιά και τη γοητεία της, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν θεωρούνταν καλή ηθοποιός -το Oscar που κέρδισε το 1945 για την εξαιρετική ερμηνεία της ως Mildred Pierce στην ταινία “Θύελλα σε μητρική καρδιά” το επιβεβαιώνει.

Από την άλλη, ο θρύλος της Bette Davis δεν ήταν στηριγμένος ούτε στο sex appeal, ούτε στη φυσική ομορφιά ή τη γοητεία της, αλλά στο εξαιρετικό ταλέντο της -στην εμφάνιση θεωρούνταν ότι μειονεκτούσε. Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι ήταν ο πρώτος άνθρωπος που κέρδισε 10 υποψηφιότητες για 'Οσκαρ (κέρδισε δύο φορές) και θεωρείται μία από τις πιο συναρπαστικές ηθοποιούς που γνώρισε ποτέ το Hollywood.

Με αυτά τα δεδομένα, η μεταξύ τους κόντρα μπορεί να θεωρηθεί αναμενόμενη και να αποδοθεί στη ζήλια. Στην προκειμένη περίπτωση, βέβαια, προστέθηκε κι άλλος ένας κλασικός λόγος γυναικείας αντιζηλίας: η διεκδίκηση του ίδιου άντρα.

Βρισκόμαστε στα μέσα της δεκαετίας του 1930. Ο ηθοποιός Franchot Tone θεωρείται ένας από τους θρύλους της εποχής κυρίως για τις ερμηνείες του στη θεατρική σκηνή της Νέας Υόρκης. Το 1935, η Davis συμπρωταγωνιστεί μαζί του στην ταινία Dangerous και εντυπωσιάζεται από τη γοητεία και το ταλέντο του. “Ερωτεύτηκα τον Franchot και σε επαγγελματικό και σε προσωπικό επίπεδο” δηλώνει. Μόνο που το αίσθημα δεν είναι αμοιβαίο. Ο Tone ερωτεύεται τρελά την Crawford, η οποία κατά τους μύθους της εποχής, τον καλεί σπίτι της, όπου τον υποδέχεται γυμνή. “Ήταν τρελά ερωτευμένος μαζί της” παραδέχεται η Davis. “Συναντιόντουσαν κάθε μέρα στο διάλειμμα του γυρίσματος κι όταν επέστρεφε το πρόσωπό του ήταν λερωμένο με κραγιόν. Φυσικά ζήλευα...”.

Η Crawford και ο Tone παντρεύτηκαν, όμως ο γάμος τους κράτησε λίγα χρόνια σε αντίθεση με την κόντρα των δύο γυναικών που συνέχισαν να ανταλλάσσουν προσβολές δημοσίως. Με την Crawford -για παράδειγμα- να κάνει δηλώσεις τύπου: “Η Davis είναι πάντα πρόθυμη να καλύπτει το πρόσωπό της στις ταινίες της. Η ίδια το λέει τέχνη, άλλοι το λένε καμουφλάζ, προκειμένου να καλύψει την απόλυτη απουσία αληθινής ομορφιάς”.

Σε ανάλογο μήκος κύματος, η Davis απαντούσε με δικές της διάσημες κακίες, όπως η θρυλική ατάκα: “Νομίζω πως η Crawford έχει κοιμηθεί με όλους τους σταρ της MGM εκτός από τη Λάσι”.

Από τη λάμψη στα αζήτητα

Κι όσο ο θρύλος τους μεσουρανούσε, μαζί του συνεχιζόταν η αντιζηλία και οι φαρμακερές δηλώσεις. 'Ομως η ζωή και η μοίρα ακόμα και των γυναικών - θρύλων του Hollywood τις ένωσε, όταν τα χρόνια πέρασαν και σε μια εποχή που νεαρότερες σταρ -με πρώτη τη Marilyn Monroe- κυριαρχούσαν, οι ίδιες βρέθηκαν στα αζήτητα.

Το 1961 η Crawford δεν μπορούσε να πληρώσει τα χρέη της, ενώ η Davis, βλέποντας κι εκείνη τα μεγάλα στούντιο να της κλείνουν την πόρτα, έπαιζε στο θέατρο. Αναζητώντας το σενάριο που θα της επέτρεπε μια θριαμβευτική επανάκαμψη, η τότε 57χρονη Crawford έπεσε πάνω στο βιβλίο “Τι απέγινε η Baby Jane;” (μια ιστορία ψυχολογικού τρόμου και μυστηρίου για δύο αδερφές, που ζουν απομονωμένες στο σπίτι τους στο Hollywood, με τις μνήμες μιας βαθιάς αντιζηλίας να βασανίζουν την καθημερινότητά τους) κι αμέσως σκέφτηκε τη Davis για τον πρωταγωνιστικό ρόλο.

Από αυτό ακριβώς το σημείο πιάνει την ιστορία η σειρά Feud (που σημαίνει "'Εχθρα"), εστιάζοντας στο πώς εξελίχθηκαν οι σχέσεις των δύο αντίζηλων κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων της ταινίας, που έγινε μεγάλη επιτυχία κι ανανέωσε τις καριέρες τους.

Παράλληλα, όμως, διεισδύει βαθύτερα, σε ένα θέμα πάντα επίκαιρο: στον τρόπο με τον οποίο ακόμα και δύο από τις μεγαλύτερες σταρ όλων των εποχών έπεσαν θύματα του ανδροκρατούμενου Hollywood, του σεξισμού, του μισογυνισμού, του ηλικιακού ρατσισμού, ενός ολόκληρου συστήματος που στην περίοδο της δημιουργικής καλλιτεχνικής ακμής τους, τις θεώρησε ξοφλημένες επειδή έφτασαν ή πέρασαν τα 50.

Η Crawford και η Davis χρησιμοποίησαν τη μεταξύ τους κόντρα για να βρεθούν ξανά στο προσκήνιο κι άφησαν πρόσφορο έδαφος στη χειραγώγηση του σκηνοθέτη και των media που φρόντισαν να καλλιιεργήσουν την αντιζηλία τους. Κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων έκαναν ενίοτε τη ζωή δύσκολη η μια της άλλης, με πλέον χαρακτηριστικό περιστατικό στο οποίο η Davis κλοτσά την Crawford στο κεφάλι.

Πέρα και πάνω απ' όλα, όμως, ήταν δύο χαρισματικές ηθοποιοί και επαγγελματίες, που λάτρευαν τη δουλειά τους και δεν θα επέτρεπαν ποτέ στην αντιζηλία να καταστρέψει την ταινία τους. Το 1977 όταν η Davis κλήθηκε να σχολιάσει τον θάνατο της Crawford έκανε την περίφημη δήλωση: “Δεν επιτρέπεται να λες κακά πράγματα για κάποιον που πέθανε, μόνο καλά. Οπότε θα πω μόνο ότι η Joan Crawford πέθανε. Καλώς...”!

Στην αυτοβιογραφία της, όμως, γράφει χαρακτηριστικά: “Η Joan ήταν επαγγελματίας. Την ευχαριστώ πάντα που μου έδωσε την ευκαιρία να παίξω το ρόλο της Baby Jane”.

Ακολουθήστε το jenny.gr στο google news και συντονιστείτε στον παλμό της διεθνούς showbiz, με συνεχή updates γύρω από την ποπ κουλτούρα και τους αγαπημένους σας celebrities.