GREEN

Αντίστροφη μέτρηση για την κλιματική αλλαγή: Όσα πρέπει να αλλάξουν, τώρα


Ελένη Τζάντασεκ

10 Απριλίου 2022

Ακτιβίστρια κρατάει πλακάτ που γράφει "ο πλανήτης πάνω από το κέρδος"
Pexels.com
Σύμφωνα με την πιο πρόσφατη έκθεση της Διακυβερνητικής Επιτροπής για την Αλλαγή του Κλίματος του ΟΗΕ, τα χρονικά περιθώρια για την αύξηση της παγκόσμιας θερμοκρασίας έχουν στενέψει επικίνδυνα, παρόλο που θεωρητικά έχουμε τα μέσα να περιορίσουμε τις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής

Στην τελευταία έκθεση του IPCC η παγκόσμια επιστημονική κοινότητα μας υπενθυμίζει -ίσως και για τελευταία φορά- ότι τα χρονικά περιθώρια για την επιβράδυνση της κλιματικής αλλαγής έχουν στενέψει επικίνδυνα. Οι 278 ειδικοί από όλο τον κόσμο που συμμετείχαν στη συγγραφική επιτροπή περιγράφουν επιστημονικά εμπεριστατωμένες στρατηγικές για να περιοριστεί η άνοδος της παγκόσμιας θερμοκρασίας στον 1,5 βαθμό Κελσίου πάνω από τα προβιομηχανικά επίπεδα. Για να συμβεί αυτό, πρέπει οι εκπομπές από την καύση άνθρακα, πετρελαίου και φυσικού αερίου να μειωθούν κατά 43% μέχρι το 2030, ενώ η απελευθέρωση διοξειδίου του άνθρακα πρέπει να έχει σταματήσει εντελώς μέχρι το 2050. Και οι δύο στόχοι δεν είναι αδύνατο να επιτευχθούν - η τεχνολογία και οι φιλόδοξες κλιματικές πολιτικές υπάρχουν ήδη. Αυτό που λείπει είναι αποφασιστική πολιτική ηγεσία.

Στις 4 Απριλίου, ο Καναδός Υπουργός Περιβάλλοντος Steven Guilbeault χαρακτήρισε τα ευρήματα της έκθεσης «απογοητευτικά». Δύο ημέρες αργότερα, έδωσε την έγκρισή του στο μεγαέργο θαλάσσιας εξόρυξης πετρελαίου Bay du Nord, προκαλώντας τις αντιδράσεις ακτιβιστικών οργανώσεων για το κλίμα. Ο Guilbeault δήλωσε πως ακολουθεί τις συστάσεις του υπεύθυνου εθνικού οργανισμού, το Bay du Nord είναι «απίθανο να προκαλέσει σημαντικές περιβαλλοντικές επιπτώσεις» και στόχος είναι να γίνει «net zero» -δηλαδή οι εκπομπές του να αφαιρούνται με άλλους τρόπους από την ατμόσφαιρα- μέχρι το 2050. Είναι όμως αυτό αρκετό; Στην Ευρώπη και στην Αμερική, η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία είναι ένας ακόμα λόγος που έχουν μπει στον πάγο τα σχέδια για ένα μέλλον χωρίς ορυκτά καύσιμα. Προτεραιότητα των κυβερνήσεων αυτή τη στιγμή είναι να συγκεντρώσουν όσες περισσότερες προμήθειες μπορούν ώστε να αποφύγουν τις ενεργειακές ελλείψεις στο άμεσο μέλλον, βάζοντας σε δεύτερη μοίρα τη μείωση των εκπομπών.

Δεν είναι όλες οι προβλέψεις αρνητικές

Στη Νότια Αφρική για παράδειγμα, η δημόσια εταιρεία ηλεκτροδότησης ευθύνεται αυτή τη στιγμή για το 45% των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου. Η χώρα επιχειρεί την απανθρακοποίηση σταδιακά, ώστε οι σταθμοί παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας να αντικατασταθούν με βιώσιμες πηγές, δημιουργώντας παράλληλα θέσεις εργασίας και πολιτικές εξάλειψης της φτώχειας. Σύμφωνα με την έκθεση του IPCC, εάν η Νότια Αφρική επιταχύνει την υιοθέτηση ηλιακής και αιολικής ενέργειας, μπορεί να καλύψει με αυτό τον τρόπο το 75% των ενεργειακών αναγκών της. Μπορεί επίσης να μπει σε τροχιά να περιορίσει την αύξηση της παγκόσμιας θερμοκρασίας εάν εξαλείψει τη χρήση άνθρακα μέχρι το 2050. Χάρη στις ραγδαίες εξελίξεις στον τομέα της βιώσιμης ενέργειας, ο στόχος αυτός δεν είναι εξωπραγματικός. Οι ανανεώσιμες πηγές είναι πλέον φτηνότερες και πιο διαδεδομένες από ποτέ: οι ηλιακοί συλλέκτες και οι μπαταρίες λιθίου είναι 85% φθηνότεροι από ότι το 2010, ενώ η τιμή μιας ανεμογεννήτριας μειωθεί κατά 50%.

Παράλληλα, παρόλο που οι εκπομπές από την καύση ορυκτών καυσίμων συνεχίζουν να αυξάνονται, οι ρυθμοί τη δεκαετία του 2010 είναι πιο αργοί απ’ότι τη δεκαετία του 2000. Το 2015, όταν μπήκε σε ισχύ η Συμφωνία του Παρισιού για το Κλίμα, προβλεπόταν άνοδος της παγκόσμιας θερμοκρασίας κατά 4 βαθμούς, ενώ τώρα οι προβλέψεις δείχνουν 2,7. Δεν μπορούμε να μιλάμε για νίκη, εφόσον ακόμα και οι 2,7 βαθμοί θα έχουν καταστροφικές συνέπειες για τον πλανήτη και την ποιότητα ζωής σε όλο τον κόσμο, αλλά υπάρχει σίγουρα βελτίωση. Κυβερνήσεις και εταιρείες επενδύουν άλλωστε $600 δισεκατομμύρια κάθε χρόνο στην πράσινη ενέργεια και στη μείωση των ατμοσφαιρικών εκπομπών. Εάν θέλουμε όμως η αύξηση της παγκόσμιας θερμοκρασίας να περιοριστεί στον 1,5 βαθμό, θα πρέπει να επενδύσουν 3-6 φορές περισσότερο. Η αλλαγή μπορεί να κοστίζει ακριβά, αλλά οι επιπτώσεις της κλιματικής κρίσης θα κοστίσουν ακόμη ακριβότερα, σύμφωνα με το IPCC.

Το «greenwashing» είναι μέρος του προβλήματος

Δηλαδή, οι καμπάνιες ή πρωτοβουλίες που αυτοαποκαλούνται πράσινες, αλλά καταλήγουν να έχουν μεγάλο ενεργειακό αποτύπωμα. Σκεφτείτε για παράδειγμα τις «βιώσιμες» συλλογές εταιρειών γρήγορης μόδας, με ρούχα που φτιάχνονται όμως υπό χείριστες συνθήκες εργασίας, μεταφέρονται εκατοντάδες χιλιάδες χιλιόμετρα για να καταλήξουν σε καταστήματα σε όλο τον κόσμο και γεμίζουν τον υδροφόρο ορίζοντα με μικροπλαστικά. Σαφώς μπορούμε ως καταναλωτές να μην επιλέγουμε τη γρήγορη μόδα ή να μην πίνουμε καφέ με πλαστικό καλαμάκι ή ακόμα και να πάρουμε ποδήλατο αντί για αυτοκίνητο. Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν είμαστε όλοι υπεύθυνοι για το μέλλον του πλανήτη ή ότι οι επιλογές μας δεν έχουν αντίκτυπο ή σημασία, η διαφορά που μπορεί να κάνει ο καθένας είναι πρακτικά ελάχιστη σε σχέση με βιομηχανίες που μπορούν να εκσυγχρονίσουν τις μεθόδους παραγωγής τους και κυβερνήσεις που είναι πρόθυμες να προβούν σε κυρώσεις για όσους ρυπαίνουν την ατμόσφαιρα.

Στην ομιλία του τη Δευτέρα 4/4, λίγες ώρες μετά την έκδοση της έκθεσης, ο Γενικός Γραμματέας του ΟΗΕ Antonio Gutteres είπε: «Εάν μένετε σε μεγάλη πόλη, στην επαρχία, ή σε ένα μικρό νησί, αν επενδύετε στο χρηματιστήριο, αν ενδιαφέρεστε για τη δικαιοσύνη, για το μέλλον των παιδιών μας, απευθύνομαι σε σας. Απαιτήστε να εισαχθεί τώρα η ανανεώσιμη ενέργεια -γρήγορα και σε μεγάλη κλίμακα. Απαιτήστε να σταματήσει η παραγωγή ενέργειας από την καύση άνθρακα. Απαιτήστε να σταματήσουν όλες οι επιδοτήσεις για ορυκτά καύσιμα». Η εποχή που οι υπεύθυνοι για την ατμοσφαιρική ρύπανση έκαναν ό,τι καλύτερο μπορούσαν έχει έρθει λοιπόν στο τέλος της. Τα ακραία καιρικά φαινόμενα και οι φυσικές καταστροφές του τελευταίου χρόνου δείχνουν πως η κλιματική κρίση δεν είναι μόνο οι πάγοι που λιώνουν στην Ανταρκτική, αλλά και τα χιόνια στην Αττική. Όλοι όσοι ξέρω έχουν υιοθετήσει οικολογικές πρακτικές στην καθημερινότητά τους. Γιατί να μην έχουμε τις ίδιες απαιτήσεις -σε διαφορετική σαφώς κλίμακα- και από τις βιομηχανίες και τις κυβερνήσεις;