Το όνομά της Ντόρα Μάαρ συνδέθηκε με τον Πάμπλο Πικάσο και η εικόνα της παγιώθηκε μέσα από τα πορτρέτα του, παραμορφωμένη και δακρυσμένη.
Για δεκαετίες, η καλλιτεχνική της ταυτότητα επισκιάστηκε από τον ρόλο της «μούσας», σαν να ήταν αυτό το μοναδικό της επίτευγμα, όμως, όπως είχε αναδείξει και η μεγάλη αναδρομική έκθεση Dora Maar στο Tate Modern (2019–2020), η Μάαρ υπήρξε μια αυτόνομη, ριζοσπαστική και βαθιά πολιτικοποιημένη καλλιτέχνιδα, με έργο που προηγήθηκε, και σε πολλά σημεία ξεπέρασε τη σχέση της με τον Πικάσο.
Γεννημένη το 1907 ως Henriette Theodora Markovitch, με παιδικά χρόνια μοιρασμένα ανάμεσα στο Παρίσι και το Μπουένος Άιρες, η Ντόρα Μααρ μεγάλωσε σε ένα περιβάλλον που ενθάρρυνε τη μόρφωση και την καλλιτεχνική αναζήτηση. Σπούδασε φωτογραφία και ζωγραφική και ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του '30 είχε αναπτύξει μια μοναδική εικαστική γλώσσα. Όπως επισημαίνει το Centre Pompidou, η φωτογραφία της συνδύαζε τον σουρεαλιστικό πειραματισμό με μια έντονη κοινωνική ευαισθησία, ιδιαίτερα στα έργα που απεικόνιζαν τη φτώχεια και τον κοινωνικό αποκλεισμό μετά το κραχ του '29.
Η γνωριμία με τον Πάμπλο Πικάσο
Υπέγραφε αριστερά μανιφέστα, συμμετείχε σε πολιτικές ομάδες και χρησιμοποιούσε την τέχνη της ως μέσο σχολιασμού της κοινωνικής και πολιτικής πραγματικότητας, συνεργάστηκε με τον Ζωρζ Μπατάιγ και περνούσε χρόνο με τον συγγραφέα και ποιητή Πωλ Ελυάρ και τον συγγραφέα Αντρέ Μπρετόν.
Η συνάντησή της με τον Πάμπλο Πικάσο στα μέσα της δεκαετίας του '30 υπήρξε καθοριστική, όχι όμως με τον τρόπο που συνήθως παρουσιάζεται. Όταν γνωρίστηκαν, η σχεδόν 30χρονη Ντόρα Μάαρ βρισκόταν στο απόγειο της καριέρας της ως φωτογράφος ενώ ο Πικάσο, σχεδόν τριάντα χρόνια μεγαλύτερός της, περνούσε μια περίοδο καλλιτεχνικής αδράνειας. Όπως καταγράφεται σε πολλές βιογραφικές πηγές και όπως αναφέρεται και στο Tate, η Μάαρ δεν ήταν μια άγνωστη γυναίκα την οποία «ανακάλυψε» ο Πικάσο, αλλά μια ταλαντούχα δημιουργός και μια ισχυρή προσωπικότητα.
Η σχέση τους υπήρξε έντονη, δημιουργική αλλά και βαθιά άνιση. Η Μάαρ κατέγραψε φωτογραφικά τη δημιουργία της Guernica το 1937, προσφέροντας όχι μόνο τεκμηρίωση αλλά και καλλιτεχνική ματιά στο πιο πολιτικό έργο του Πικάσο. Ταυτόχρονα, ο Πικάσο άρχισε να αναπαριστά τη Ντόρα Μάαρ μέσα από μια σειρά πορτρέτων που σταδιακά μετατράπηκαν σε εικόνες οδύνης. Το χαρακτηριστικό Weeping Woman δεν είναι απλώς ένα πορτρέτο, αλλά μια εικαστική επιβολή μιας ταυτότητας, της γυναίκας που κλαίει και που υποφέρει. Όπως αναφέρεται στο Tate, αυτή η επαναλαμβανόμενη απεικόνιση συνέβαλε αποφασιστικά στο πώς η Μάαρ αντιμετωπίστηκε από το κοινό και τους ιστορικούς της τέχνης, περισσότερο ως σύμβολο συναισθηματικής κατάρρευσης παρά ως δημιουργός.
Ενώ η σχέση τους παρουσιαζόταν συχνά ως καλλιτεχνική συνεργασία, στην πραγματικότητα ήταν «φυλακή» για τη Μάαρ. Ο Πικάσο την ενθάρρυνε να εγκαταλείψει τη φωτογραφία και να στραφεί στη ζωγραφική, ένα μέσο στο οποίο εκείνος κυριαρχούσε, την μείωνε και την έκανε να νιώθει ανίσχυρη, την απάτησε με τη Μαρί-Τερέζ Ροντέ Ζοφρέν και τη Φρανσουάζ Ζιλό, επόμενες μούσες του, και αφού η Μάαρ πια έφτασε σε σημείο κατάρρευσης, την έστειλε στον Λακάν.
Μετά τον Πικάσο, υπάρχει μόνο ο Θεός»
Όπως καταγράφεται σε βιογραφικά κείμενα και όπως αναφέρεται στον διεθνή Τύπο, όπως στον Guardian, η εμπειρία αυτή σφράγισε την υπόλοιπη ζωή της. Η ίδια φέρεται να είχε πει: «Μετά τον Πικάσο, υπάρχει μόνο ο Θεός» – μια φράση που συχνά ερμηνεύεται ως ένδειξη τραύματος, αλλά και ανάγκης για υπέρβαση.
Στα μεταγενέστερα χρόνια, η Ντόρα Μαρ αποσύρθηκε από τη δημόσια καλλιτεχνική σκηνή, αφοσιώθηκε στη ζωγραφική, την ποίηση και τη θρησκεία. Η επιστροφή της στο φωτογραφικό σκοτεινό θάλαμο, δεκαετίες αργότερα, θα μπορούσε κανείς να πει πως μοιάζει και συμβολική, σαν ένας τρόπος της να ξαναβρεί τον χαμένο της εαυτό, όπως όμως σημειώνει και το Tate, η καθυστερημένη αναγνώριση του έργου της δεν αναιρεί το γεγονός ότι για χρόνια η φωνή της είχε σιγήσει.
Σήμερα, η Ντόρα Μάαρ αναγνωρίζεται ως κάτι πολύ περισσότερο από «τη γυναίκα που ζωγράφισε ο Πικάσο». Οι μεγάλες αναδρομικές εκθέσεις αφιερωμένες σε εκείνη και το έργο της αποκαθιστούν σταδιακά τη θέση της στην ιστορία της τέχνης και την τοποθετούν στο χρονολόγιο, όχι ως μούσα, αλλά ως καλλιτέχνιδα που είχε τη δική της ματιά, τη δική της πολιτική στάση και παρά τα εμπόδια, τη δική της αδιαπραγμάτευτη συμβολή στην τέχνη.