Στο ερώτημα “τι χρειάζεται μια ιστορία αγάπης, για να παραμένει διαχρονική;” η απάντηση δείχνει εύκολη: ένα καθόλου ευτυχισμένο τέλος. Τι θα ήταν ο Ρωμαίος και η Ιουλιέτα χωρίς τον θάνατο των δύο εφήβων; Το “Όσα παίρνει ο άνεμος” χωρίς το “frankly my dear I don’t give a damn”; Ο “Τιτανικός” χωρίς την αυτοθυσία του Τζακ -ακόμα κι αν χώραγε στη σανίδα;
Το συγκινητικό έως τραγικό φινάλε είναι απαραίτητο για τα love stories που συνεχίζουν να στοιχειώνουν γενιές και γενιές. Και το πιο σπαρακτικό, αυτό που εξακολουθεί να συναρπάζει σχεδόν δύο αιώνες μετά τη συγγραφή του, δεν είναι άλλο από το καταραμένο πάθος δύο παιδικών φίλων, της Κάθριν και του Χίθκλιφ, στα “Ανεμοδαρμένα ύψη”. Στο πρώτο και μοναδικό μυθιστόρημα της πιο μοναχικής, αντισυμβατικής κι αινιγματικής από τις αδερφές Μπροντέ.
Το μυστήριο γύρω από την ‘Εμιλι Μπροντέ και το έργο της έχει επανειλημμένως εμπνεύσει το σινεμά, τη μουσική, τη λογοτεχνία, έχει γίνει ποίημα από τη Σίλβια Πλαθ, τραγούδι από την Κέιτ Μπους, πίνακας κι αντικείμενο πολλών βιογραφιών. Άλλοτε την παρουσιάζουν ως απομονωμένη ερημίτισσα που διασχίζει τις ανεμοδαρμένες ερημιές του Γιορκσάιρ, άλλοτε ως το βασανιστικά ντροπαλό κορίτσι, που αδυνατεί να εγκαταλείψει τα όρια του σπιτιού της, κι άλλοτε ως το ελεύθερο πνεύμα, που δεν επιθυμεί να προσαρμοστεί στα στερεότυπα της κοινωνίας. Κάπου ενδιάμεσα ίσως υπάρχουν στοιχεία αλήθειας.
Η μυστηριώδης φιγούρα πίσω από το πάθος
Η Έμιλι Μπροντέ πέθανε στα 30 της, χωρίς να μάθει την επιτυχία του έργου της, που στάθηκε αρκετό για να θεωρείται σήμερα μια από τις σπουδαιότερες συγγραφείς όλων των εποχών. Από μικρή είχε τη φήμη της πιο παράξενης από τις τρεις αδερφές, Σάρλοτ, Έμιλι και Αν. Ως παιδί κρυβόταν κάτω από τραπέζια για να αποφύγει τις κοινωνικές συναναστροφές και ως ενήλικη χαρακτηριζόταν από μια συστολή, που την κρατούσε μονίμως σιωπηλή στις δημόσιες εμφανίσεις, ακόμα κι όταν της απευθυνόταν ο λόγος.
Κι ενώ η συγγραφέας του “Τζέιν Έυρ”, μεγαλύτερη αδερφή, Σάρλοτ, άφησε πίσω της ημερολόγια, χειρόγραφα, αναμνηστικά και εκατοντάδες γράμματα, από την Έμιλι διασώθηκαν μόνο ελάχιστες σελίδες ημερολογίου, όπου περιγράφει τις καθημερινές ασχολίες στο οικογενειακό σπίτι. Τα λίγα που είναι γνωστά για τον χαρακτήρα της, προέρχονται κυρίως από αναφορές στην αλληλογραφία της αδερφής της. Οι ήρωες της, όμως, παρέμειναν ζωντανοί. Συνεχίζουν να προκαλούν, να εμπνέουν και να αιχμαλωτίζουν.
Μια άγρια αγάπη, που σοκάρει
Η νέα απόπειρα κινηματογραφικής μεταφοράς του έργου “Ανεμοδαρμένα ύψη” (που κατά την IMDB έχει γίνει ταινία ή σειρά άλλες 35 φορές), σε σκηνοθεσία Έμεραλντ Φένελ, με πρωταγωνιστές τα πλέον “καυτά” ονόματα των Μάργκο Ρόμπι και Τζέικομπ Ελόρντι, έχει ήδη ξεσηκώσει έντονη συζήτηση κι έχει κατακτήσει το παγκόσμιο box office.
Εκπρόσωποι των νεότερων γενιών ανακαλύπτουν μέσα από την οθόνη τη δύναμη ενός πάθους, που είχε σοκάρει με τη αγριάδα του, όταν εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1847. “Απορώ πώς ο συγγραφέας δεν αυτοκτόνησε πριν καν φτάσει στα μισά” ανέφερε χαρακτηριστικά μια από τις πρώτες και πολυάριθμες, αρνητικές κριτικές.
Ουδείς τότε μπορούσε να διανοηθεί ότι πίσω από μια ιστορία εκδίκησης όπως τα “Ανεμοδαρμένα ύψη”, πίσω από παροιμιώδεις φράσεις υψηλού συναισθήματος και γήινου πόθου όπως “αγαπώ το έδαφος κάτω από τα πόδια του, τον αέρα γύρω από το κεφάλι του, κάθε τι που αγγίζει και κάθε λέξη που λέει. Αγαπώ όλες του τις εκφράσεις κι όλες του τις πράξεις, αυτόν ολόκληρο και όλα μαζί” κρυβόταν μια γυναίκα, μια μοναχική φιγούρα, που δεν θέλησε να εγκαταλείψει το σπίτι της. Που λάτρευε τις περιπλανήσεις στις ανεμοδαρμένες ερημιές και που σύμφωνα με όσα ξέρουμε για εκείνη, πότε δεν βίωσε στην πραγματική ζωή τον έρωτα.
Ένα μικρό πρεσβυτέριο στις ανεμοδαρμένες ερημιές
Γεννημένη στις 30 Ιουλίου του 1818 στο Θόρντον, η Έμιλι Μπροντέ μεγάλωσε στο πρεσβυτέριο του Χέιγουορθ, στα ερημικά τοπία του Δυτικού Γιορκσάιρ ως το πέμπτο από τα έξι παιδιά του Ιρλανδού ιερέα, Πάτρικ Μπροντέ.
Τα παιδικά της χρόνια σημαδεύτηκαν από μια σειρά απωλειών, που ξεκίνησαν από εκείνη της μητέρας της όταν ήταν τριών ετών. Ακολούθησαν οι δύο μεγαλύτερες αδελφές, Μαρία και Ελίζαμπεθ, που πέθαναν από φυματίωση, μια ασθένεια που πιθανότατα συνδεόταν με τις ανθυγιεινές συνθήκες διαβίωσης στο οικοτροφείο. Αμέσως μετά το θάνατο τους, η μεγαλύτερη αδερφή Σάρλοτ και η Έμιλι εγκατέλειψαν το σχολείο και η μόρφωση τους συνεχίστηκε στο σπίτι, μαζί με τα επιζώντα αδέλφια τους, τον Μπράνγουελ και την Αν.
Τα παιδιά Μπροντέ μεγάλωσαν απομονωμένα σε μια φτωχή και ερημική περιοχή, εξερευνώντας τα ανεμοδαρμένα τοπία γύρω από το πρεσβυτέριο. Ως παιδιά, επινόησαν μαζί φανταστικούς κόσμους, για τους οποίους έγραφαν σε μικροσκοπικά σημειωματάρια. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, διάβαζαν πολύ, αγαπούσαν τους ποιητές κι επηρεάστηκαν βαθιά από τον Ρομαντισμό και εκπροσώπους του, όπως ο Πέρσι Σέλεϊ.
Αν και η οικογένεια Μπροντέ δεν ήταν φτωχή για τα δεδομένα της εποχής, δεν ήταν ούτε εύπορη. Οι τρεις αδερφές εργάστηκαν κατά καιρούς ως δασκάλες ή γκουβερνάντες κι ο αδερφός τους ως υπάλληλος και ιδιωτικός δάσκαλος. Σε αντίθεση όμως με τα αδέρφια της, που αναζητούσαν νέες δουλειές, ταξίδια και εμπειρίες, η Έμιλι, πέρα από λίγους μήνες που πέρασε στο οικοτροφείο όπου δίδασκε η Σάρλοτ και τέσσερις μήνες στις Βρυξέλλες (όπου ακολούθησε την αδερφή της για σπουδές), προτίμησε να περάσει όλη την υπόλοιπη ζωή της στο Χέιγουορθ, στις άγριες, ερημικές εκτάσεις των ακούραστων ανέμων, όπου η παγωνιά του χειμώνα διαρκεί περισσότερο.
Η περίοδος της απομόνωσης και της συγγραφής
Από το 1842, μετά την απώλεια της θείας της, η Έμιλι παρατά τις σπουδές της κι επιστρέφει μόνιμα στο σπίτι, όπου αναλαμβάνει τη φροντίδα του πατέρα της και του πρεσβυτερίου. Στην απομόνωση συναντά τον δημιουργικό εαυτό της. Περνά μεγάλο μέρος της ημέρας, γράφοντας, ενώ παράλληλα ασχολείται με το νοικοκυριό, κάνει ατέλειωτες βόλτες με τα αγαπημένα της σκυλιά και μαθαίνει γερμανικά. Καταγράφει τα ποιήματά της σε δύο τετράδια και τα κρύβει στο συρτάρι. Εκεί τα βρίσκει η Σάρλοτ κι επιμένει ότι αξίζει να δημοσιευθούν.
Παρά τις αρχικές αντιρρήσεις της, η Έμιλι συναινεί τελικά να εκδοθούν 21 ποιήματα της μαζί με 19 της Σάρλοτ και 21 της Αν σε μια συλλογή που δημοσιεύεται το 1846, με τα ανδρόγυνα ψευδώνυμα Currer, Ellis και Acton Bell. Το βιβλίο δεν σημειώνει επιτυχία, όμως οι τρεις αδερφές δεν πτοούνται. Ένα χρόνο μετά, η Σάρλοτ δημοσιεύει την “Τζέιν Έιρ”, η Αν την “Άγκνες Γκρέι” και η Έμιλι τα “Ανεμοδαρμένα Ύψη” (και τα τρία με ψευδώνυμα. Αποκαλύπτουν οι ίδιες τις πραγματικές τους ταυτότητες στον εκδότη τους το καλοκαίρι του 1848).
Η “Τζέιν Έυρ” είναι το πιο δημοφιλές από τα τρία έργα, ενώ τα “Ανεμοδαρμένα Ύψη” σκανδαλίζουν τους αναγνώστες, που κατηγορούν τον συγγραφέα για χυδαία κι απάνθρωπη σκληρότητα στην εξιστόρηση μιας “ημι-άγριας αγάπης”. Οι πιο μετριοπαθείς το βρίσκουν απλώς παράξενο. Σήμερα, μπορούμε όλοι πια να συμφωνήσουμε με μια από τις ανώνυμες κριτικές του 1848: “Είναι αδύνατο να το ξεκινήσεις και να μην το τελειώσεις. Όπως είναι αδύνατο να το αφήσεις μετά στην άκρη και να μην ξαναμιλήσεις ποτέ για αυτό”.
Το πρόωρο τέλος των αδερφών Μπροντέ
Η Έμιλι Μπροντέ έζησε μόνο τις πρώτες, στη μεγάλη πλειοψηφία τους αρνητικές αντιδράσεις για το βιβλίο -ορισμένες σκληρές αρνητικές κριτικές βρέθηκαν μάλιστα φυλαγμένες στο γραφείο της. Έναν χρόνο μετά τη δημοσίευση του, τον Σεπτέμβριο του 1848, πέθανε ο εθισμένος στο αλκοόλ και το όπιο αδελφός της, Μπράνγουελ. Στην κηδεία του, η Έμιλι κόλλησε αυτό που αρχικά θεωρήθηκε κρύωμα, όμως πολύ σύντομα αποδείχτηκε φυματίωση.
Αρνήθηκε να δει γιατρό μέχρι το πρωί της 19ης Δεκεμβρίου 1848. Πέθανε αργότερα την ίδια μέρα, σε ηλικία 30 ετών, με τον αγαπημένο σκύλο της στο πλευρό της. Πέντε μήνες αργότερα, έχοντας εκδώσει ακόμα ένα μυθιστόρημα, υπέκυψε στην ίδια ασθένεια η μικρότερη αδερφή της, Αν, σε ηλικία 29 ετών.
Η Σάρλοτ συνέχισε να γράφει και να ενισχύει τη φήμη της, παντρεύτηκε τον βοηθό του πατέρα της, αιδεσιμότατο Άρθουρ Μπελ Νίκολς και πέθανε το 1855 στα 38 της, πιθανότατα από επιπλοκές της εγκυμοσύνης. Η ειρωνεία είναι ότι ο πατέρας τους, Πάτρικ Μπροντέ έζησε -μέχρι τα 84- πολύ περισσότερο από όλα τα παιδιά του, που όμως πρόλαβαν να αφήσουν την υπογραφή Μπροντέ στην αιωνιότητα.
“Δεν αγαπώ απλώς τον Χίθκλιφ, είμαι ο Χίθκλιφ”
Στον κόσμο της Τζέιν Όστεν, το αδάμαστο πάθος εκδηλώνεται με ένα φιλί στο χέρι. Στα “Ανεμοδαρμένα Ύψη” της Έμιλι Μπροντέ, η Κάθλιν και ο Χίθκλιφ αφήνονται ανεξέλεγκτοι σε έναν αισθησιασμό πολύ πιο πρωτογενή και ανεξήγητο από την ερωτική απόλαυση. Είναι κάτι περισσότερο από εραστές, το πάθος τους υπερβαίνει τη σωματική επιθυμία. Όπως η Κάθι διακηρύσσει σε μια από τις πιο φλογερές ερωτικές εξομολογήσεις της παγκόσμιας λογοτεχνίας, “δεν αγαπώ απλώς τον Χίθκλιφ -είμαι ο Χίθκλιφ”.
Στοιχεία, ωστόσο, για κάποιο έστω σύντομο φλογερό ειδύλλιο δεν υπάρχουν σε όσα ξέρουμε για την πραγματική ζωή της συγγραφέως. Κατά καιρούς, όπως π.χ. στην ταινία “Emily” του 2022 εκφράζονται εικασίες ότι ο κρυφός έρωτας που έτρεφε για τον βοηθό του πατέρα της, Γουίλιαμ Γουέιτμαν, ήταν αυτός που ενέπνευσε την ιστορία του Χίθκλιφ.
Ο Γουέιτμαν ήταν υπαρκτό πρόσωπο. Υπηρέτησε ως βοηθός εφημέριος στο Χέιγουορθ μεταξύ 1839 και 1842 και υπήρξε φίλος όλων των αδελφών. Τόσο η Αν όσο και η Σάρλοτ είχαν γοητευτεί από αυτόν, καθώς μνημονεύεται ως εξαιρετικά δημοφιλής και ιδιαίτερα όμορφος, όμως δεν υπάρχει καμία ένδειξη ότι είχε οποιαδήποτε ρομαντική σχέση με την Έμιλι.
Σύμφωνα με αναφορές σε γράμματα της Σάρλοτ, η Αν ήταν εκείνη που συνδέθηκε περισσότερο μαζί του. Μετά τον πρόωρο θάνατό του από χολέρα τον Σεπτέμβριο του 1842, η Αν έγραψε το ποίημα “I will not mourn thee, lovely one”, που θεωρείται από πολλούς ως επιβεβαίωση ότι ήταν ερωτευμένη μαζί του κι εκείνος ανταποκρινόταν.
Η Έμιλι είχε από ελάχιστα έως καθόλου γνωστά φλερτ. Έχουν διατυπωθεί θεωρίες ότι επειδή πήγαινε συχνά στη βιβλιοθήκη, είχε κρυφό δεσμό με τον βιβλιοθηκάριο. Άλλες υποστηρίζουν ότι είχε ομοφυλοφιλικές τάσεις, που τότε δεν τολμούσε να εκδηλώσει ή ότι έτρεφε ένα σχεδόν ερωτικό πάθος για τον αδερφό της. Όλες είναι απλώς εικασίες κι οι απαντήσεις ίσως δεν κρύβονται στην πραγματικότητα, αλλά στους κόσμους, που από παιδί η Έμιλι Μπροντέ έμαθε να πλάθει με τη φαντασία της, περιπλανώμενη στις ανεμοδαρμένες ερημιές, που ενέπνευσαν έναν έρωτα που έμοιαζε με θύελλα.