Ζωή Λάσκαρη: Η γεννημένη σταρ, που άλλαξε την εικόνα της Ελληνίδας στη μεγάλη οθόνη
Χριστίνα Κατσαντώνη
18 Αυγούστου 2026
Στα τέλη της δεκαετίας του '50 και στις αρχές του '60 η Ελλάδα αλλάζει, αρχίζει να αποκτά μεσαία τάξη, γεμίζει πολυκατοικίες, αυτοκίνητα, μπουτίκ, νυχτερινά κέντρα και τουρίστες, ενώ η νεολαία ακούει ξένη μουσική, η μόδα γίνεται πιο τολμηρή και η εικόνα της γυναίκας πιο ευρωπαϊκή. Σε αυτό ακριβώς το σημείο της μεγάλης μετάβασης, κάνει την εμφάνιση της μια γεννημένη σταρ, έτοιμη να μάθει στους απανταχού Έλληνες τι σημαίνει Ζωή.
Η Ζωή Λάσκαρη, που έφυγε σαν σήμερα, στις 18 Αυγούστου 2017 σε ηλικία 73 ετών, δεν ήταν μόνο η ενσάρκωση της νεότητας και της απόλυτης θηλυκότητας στη μεγάλη οθόνη. Ήταν η γυναίκα που άλλαξε την εικόνα της σύγχρονης Ελληνίδας, την έκανε πιο δυναμική, πιο ανεξάρτητη, πιο κοσμοπολίτισσα και πιο διεκδικητική.
Η εμφάνιση της στον κινηματογράφο -από την αρχή ως πρωταγωνίστρια- συνέπεσε χρονικά με μια περίοδο, κατά την οποία η Ελλάδα άφηνε πίσω της τη μεταπολεμική εσωστρέφεια κι είχε το βλέμμα στραμμένο στη Δύση. Το ελληνικό σινεμά δεν μπορούσε να μείνει ανεπηρέαστο. Οι ταινίες της Φίνος Φιλμ αποτυπώνουν αυτή τη μετάβαση και η Ζωή Λάσκαρη γίνεται η πιο χαρακτηριστική εκπρόσωπος της.
Από την ταπεινή γειτονοπούλα στη χαρά της Ζωής
Στη δεκαετία του '50 οι περισσότερες κινηματογραφικές ηρωίδες ήταν η φτωχή, ταπεινή αλλά τίμια κορασίδα, η αφοσιωμένη κόρη, η αδύναμη φιγούρα, που οριζόταν από τους άντρες γύρω της. Σταδιακά, η Ελληνίδα της οθόνης έγινε πιο τσαχπίνα, μοντέρνα, χαριτωμένη και με αυτοπεποίθηση, αλλά πάντα το καλό κορίτσι, που λάμπει από χαρά στο πλευρό του λεβέντη της κι αλήτη της. Όμως, όχι η Ζωή Λάσκαρη δεν ήταν ποτέ η “γειτονοπούλα”.
Με star quality φανερό και στο πιο ανίδεο βλέμμα και με μια αύρα που παρέπεμπε περισσότερο σε σταρ του ευρωπαϊκού κινηματογράφου, κατέρριψε το μοντέλο του σεμνού, ντροπαλού, καλού κοριτσιού, που έχει το βλέμμα στραμμένο στον γάμο ή την οικογένεια.
Έγινε σύμβολο αλλαγής, ενσαρκώνοντας τόσο μέσα από διάσημα μιούζικαλ, όσο και με τους δραματικούς ρόλους της -σε ταινίες που σόκαραν τα συντηρητικά ήθη της εποχής, τη γυναίκα που έχει αυτοπεποίθηση, φλερτάρει, γελάει δυνατά και διασκεδάζει χωρίς ενοχές. Δεν φοβάται να συγκρουστεί, να τσαλακωθεί ή να κυλιστεί στον βούρκο, ούτε χρειάζεται να απολογηθεί για τη θηλυκότητα της.
“Ο κατήφορος” (1961): Το πολυσυζητημένο ντεμπούτο
“Ένα φιλμ ρίγος” αναφέρει η αφίσα της ταινίας του Γιάννη Δαλιανίδη, που εστιάζει “στα ερωτηματικά και τις ανησυχίες της σημερινής νεολαίας” και που συστήνει στο κοινό τη Ζωή Λάσκαρη, σύμφωνα με το επώνυμο που ο Φιλοποίμην Φίνος επέλεξε για τη νεαρή εστεμμένη των καλλιστειών της “Απογευματινής” (το αληθινό της όνομα, Ζωή Κουρούκλη, ήταν “κατειλημμένο” από τη συνονόματη, τραγουδίστρια και ήδη γνωστή ξαδέρφη της).
Ο πρωταγωνιστικός ρόλος στον “Κατήφορο” είχε ήδη απορριφθεί -ως υπερβολικά τολμηρός- από την Αλίκη Βουγιουκλάκη και το νεαρό κορίτσι από τη Θεσσαλονίκη -που είχε στεφθεί Σταρ Ελλάς κι εργαστεί για λίγο ως μοντέλο στην Αμερική- τραβά την προσοχή του Δαλιανίδη.
Η κεντρική ηρωίδα είναι μια γυναίκα μοντέρνα, άστατη, που αναγνωρίζει τον αληθινό έρωτα, όμως πέφτει θύμα άστοχων επιλογών του παρελθόντος, μέχρι που παίρνει το νόμο στα χέρια της για να προστατεύσει τη μικρή αδερφή της. Η Λάσκαρη δεν φοβήθηκε να μείνει γυμνή στο δρόμο για τις ανάγκες της. Δεν φοβήθηκε να τσαλακωθεί, να ξεδιπλώσει τη γοητεία και τις ρωγμές της. Αν και στο κινηματογραφικό της ντεμπούτο, πήρε εξαιρετικές κριτικές για την ερμηνεία της, ενώ η ταινία ήρθε πρώτη σε εισπράξεις (αφήνοντας πίσω της άλλες, με σταρ όπως η Βουγιουκλάκη και η Καρέζη)
Μούσα του Δαλιανίδη και του Φίνου
Τα επόμενα χρόνια, η “Ζωίτσα” γίνεται μια από τις πλέον αγαπημένες πρωταγωνίστριες του Φίνου και του Δαλιανίδη, ο οποίος υπογράφει τις 21 από τις 23 ταινίες που γυρίζει για τη Φίνος Φιλμ -ήταν η μόνη ηθοποιός στον ελληνικό κινηματογράφο που συνεργάστηκε μόνο με μια εταιρία παραγωγής. Στο πρόσωπο της ανακαλύπτουν την ηρωίδα μιας νέας εποχής, που ερωτεύεται με πάθος, διεκδικεί, παραστρατεί και μπορεί εξίσου καλά να υποστηρίξει λαμπερά μιούζικαλ ή δραματικούς ρόλους, που θίγουν θέματα - ταμπού.
Στην υποψήφια στο φεστιβάλ κινηματογράφου της Θεσσαλονίκης “Ιστορία μιας ζωής” (1965) γίνεται η Μαριγώ, στο πλευρό του Μάνου Κατράκη και της “κακιάς” αδερφής του, Τασσώς Καββαδία. Δυο χρόνια αργότερα, στη “Στεφανία” είναι το αναπολογητικά όμορφο κορίτσι, που πέφτει θύμα βιασμού από τον πατριό της και κλείνεται σε αναμορφωτήριο, όπου λέει στην αυταρχική διευθύντρια Τασσώ Καββαδία την -θρυλική- ατάκα: “Αν ο κόσμος θεωρούσε αμαρτία την παρθενιά τότε θα έμενα παρθένα σε όλη μου τη ζωή”.
Στον “Αστερισμό της Παρθένου” (1973), μια σπονδυλωτή ταινία τριών ιστοριών -σε σενάριο του Γιώργου Τζαβέλα και σκηνοθεσία του Γιάννη Δαλιανίδη- υποδύεται τρεις γυναίκες διαφορετικών κοινωνικών τάξεων, που πέφτουν θύματα των στερεοτύπων και των προκαταλήψεων.
Η τολμηρότητα του θέματος και ορισμένων σκηνών προκαλούν τα ήθη της εποχής, όμως παρά τις διαμαρτυρίες, η ταινία εξελίσσεται σε μια από τις πέντε πιο εμπορικές της χρονιάς, επιβεβαιώνοντας τη δυναμική της Ζωής Λάσκαρη, ως το σύμβολο μιας Ελλάδας, που επιζητούσε να “εξευρωπαϊστεί” και τολμούσε να δει και να γυρίσει την πλάτη σε σκοτάδια του παρελθόντος.
Η “Ζωίτσα” των μιούζικαλ
Έχουν ειπωθεί και γραφτεί πολλά για την έμφυτη γοητεία της γυναίκας – επιτομή της θηλυκότητας. Ίσως το πλέον χαρακτηριστικό είναι το all time classic: “Αυτή μέχρι και το μουστάκι σου θα σε βάλει να ξυρίσεις”.
Στο αγαπημένο μιούζικαλ του Γιάννη Δαλιανίδη “Οι Θαλασσιές οι Χάντρες” (1967), η Λάσκαρη -που είναι το πρώτο όνομα της αφίσας- γίνεται η απόλυτη εκπρόσωπος της νέας, μοντέρνας Ελληνίδας. Το φιλμ προβάλλεται εκτός συναγωνισμού στις Κάννες (και γίνεται επιτυχία σε χώρες όπως η Γαλλία) κι εκείνη κερδίζει το ενδιαφέρον των φωτογράφων, που την ονομάζουν “Ελληνίδα Μπριζίτ Μπαρντό”.
Στην Ελλάδα συμβολίζει τη νεότητα, που καταλαμβάνει με άνεση τον χώρο, διεκδικώντας ένα νέο τρόπο ζωής. Φοράει μοντέρνα ρούχα, έχει αυτοπεποίθηση και συναίσθηση της δύναμης της, δεν υποτάσσεται στα “θέλω” των γύρω της, δεν νοιάζεται για το “τι θα πει ο κόσμος”.
Η Φίνος Φιλμ επενδύει στην εικόνα της ως η απόλυτη σύγχρονη γυναίκα, ενώ το κοινό ταυτίζεται κι ακολουθεί τον τρόπο με τον οποίο ντύνεται, χτενίζεται, περπατάει, χορεύει, ζει. Οι κινηματογραφικές εμφανίσεις της, οι μίνι φούστες, τα μεγάλα γυαλιά, τα μαγιό, τα παντελόνια καθορίζουν τη μόδα. Σε μια εποχή που η τηλεόραση βρισκόταν ακόμη στα πρώτα της βήματα και τα περιοδικά είχαν τεράστια επιρροή, η Ζωή Λάσκαρη γίνεται σημείο αναφοράς συνολικά για το lifestyle.
Η αφοσίωση στο απαιτητικό θέατρο
Σε αντίθεση με πολλούς από τους πρωταγωνιστές της χρυσής εποχής του ελληνικού σινεμά, όταν αυτό άρχισε να φθίνει, η Ζωή Λάσκαρη δεν “εξαφανίστηκε”.
Κατάφερε να μην εγκλωβιστεί στο ρόλο της “σταρ του Φίνου”, στρεφόμενη στο θέατρο, όπου δεν φοβήθηκε να δοκιμαστεί σε πολύ απαιτητικούς ρόλους (από το “Ποιος φοβάται τη Βιρτζίνια Γουλφ;” του Έντουαρντ Άλμπι μέχρι τις “Τρωάδες” του Ευριπίδη) και παρέμεινε ενεργή στη σκηνή μέχρι τέλους.
Συνοψίζοντας την καριέρα της, όπως η ίδια δήλωνε σε συνεντεύξεις της, “νιώθω πως έκανα τα πράγματα που ήθελα. Ποτέ δεν παρασύρθηκα από τις απαιτήσεις του κοινού”. Κλείνοντας, πάντα με δικά της λόγια, ας κρατήσουμε τη φράση “είμαστε αυτό που πιστεύει ο κόσμος για εμάς. Πάλεψα να είμαι αυτό που θέλω, είτε άρεσε είτε δεν άρεσε”. Γιατί αυτό ακριβώς, ήταν -είναι- η Ζωή.