Πώς ο Νίκος Κούρκουλος «κορόιδεψε» μια ολόκληρη γενιά: Ο φεμινιστής πίσω από το «βαρύ αρσενικό»

The Jennettes
Δευτέρα, 25 Οκτωβρίου 2021

Οι άνδρες στην εποχή του έπρεπε να είναι «βαριά αρσενικά». Φορούσαν παντελόνια και υποδύονταν ρόλους αδίστακτους και βίαους, ενσαρκώνοντας με επιτυχία τα κλισέ της κάθε δεκαετίας. 

Στα χρόνια που ο Νίκος Κούρκουλος πρωτοστατούσε μέσα από τους ρόλους του, η γυναίκα είναι προορισμένη να υπακούει τον άνδρα και εκείνος είναι μαθημένος να στρίβει το τσιγάρο μάγκικα στην άκρη των χειλιών του χωρίς να σηκώνει κουβέντα πέρα από τον δικό του λόγο. Σχεδόν τα πάντα γίνονται «για λόγους τιμής» και το πιο τρανό παράδειγμα είναι εκείνο της εμβληματικής ταινίας του Μιχάλη Κακογιάννη, Στέλλα (1955). 

Με το «Στέλλα, κρατάω μαχαίρι», αρχίζει να εξαπλώνεται η αντίληψη ότι «θόλωσε το μυαλό του όταν του ζήτησε να χωρίσουν» και το παράδοξο «τη σκότωσε γιατί την αγαπούσε». Μια ντροπή που ξεπλένεται μόνο με αίμα και ένα αρσενικό αδίστακτο και έτοιμο για όλα που είναι ικανό να αφαιρέσει τη ζωή μιας γυναίκας. Κάπως έτσι, μέσα από το φιλμ του Μιχάλη Κακογιάννη, με πρωταγωνιστές τη Μελίνα Μερκούρη και τον Γιώργο Φούντα, αναπαράγεται τέλεια το πρότυπο του άνδρα που έχει πλήρη εξουσία επάνω στη γυναίκα ενώ εκείνη δεν έχει κανένα δικαίωμα να φέρει καμία αντίρρηση απέναντι στον λόγο του. 

Ο Νίκος Κούρκουλος, αν και ήταν ένας ηθοποιός που υποδυόταν ένα από τα πιο «βαριά» αρσενικά του ελληνικού κινηματογράφου, κατάφερε και «κορόιδεψε» μια ολόκληρη γενιά αντρών.

«Πείστηκαν ότι για να του μοιάσουν πρέπει να σβήνουν τα τσιγάρα με το σάλιο τους, να πλένονται μια φορά το μήνα και να δίνουν και καμιά σφαλιάρα. Και μετά, το '94, βγήκε στον Χατζηνικολάου και δήλωσε ότι ήταν πάντα φεμινιστής, (πώς να είναι άραγε να δηλώνεις φεμινιστής στην Ελλάδα του '94;) και ότι στο βαρύ ζεϊμπέκικο βοηθάει η πειθαρχία του μπαλέτου. Στο μεταξύ είχε προλάβει όμως να τους πάρει όλες τις όμορφες. Οι γυναίκες ήξεραν από πάντα βέβαια και ας μην ήξεραν»

Η τοξική αρρενωπότητα που έβγαλε στην επιφάνεια τον -εδώ και χρόνια- «σιωπηλό» ορισμό της γυναικοκτονίας, υπήρχε πάντα και κανείς δεν μιλούσε ανοιχτά για αυτή. Έμενε στη σκιά πίσω από τα εγκλήματα πάθους και τιμής, δικαιολογώντας τους θύτες και δίνοντας ελαφρυντικά στους «απατημένους» και «προδομένους» θύτες εξαιτίας μιας νοσηρής εποχής που όπως φαίνεται, διαιωνίζεται τρομακτικά μέχρι σήμερα. 

Ο Νίκος Κούρκουλος τολμούσε να δηλώνει φεμινιστής στην Ελλάδα του 1994 και αυτός ήταν ένας από τους προφανείς λόγους που οι γυναίκες τον λάτρευαν. Στο βαρύ ζεϊμπέκικο όπως δήλωνε, βοηθούσε η πειθαρχία του μπαλέτου. Δεν φοβόταν να κάνει τις πιο ειλικρινές τοποθετήσεις, ενσαρκώνοντας τους πιο αρσενικούς ρόλους που δεν είχαν καμία ανάγκη τον «φόβο» της γυναίκας για να είναι επιτυχημένοι. 

Στον κινηματογράφο διακρίθηκε στους πιο απαιτητικούς ρόλους και πρωταγωνίστησε σε κοινωνικά δράματα, όπως «Κατήφορος» (1961), «Ορατότης Μηδέν» (1970) ενώ αξιόλογη ήταν και η ερμηνεία του σε πολεμικά δράματα, όπως «Το Χώμα Βάφτηκε Κόκκινο». Κι όμως, παρά τις απαιτητικές σκηνές, ο ίδιος ήξερε καλά στη ζωή του πώς να «τιμάει τα ανδρικά παντελόνια» απέναντι στις γυναίκες. 

Σε οποιαδήποτε χρονική περίοδο της ζωής του, είτε ως φτωχό παιδί στου Ζωγράφου με κοντά παντελονάκια, είτε ως ο ζεν πρεμιέ του ελληνικού κινηματογράφου μέσα από τους πρωταγωνιστικούς του ρόλους σε περισσότερες από 30 κινηματογραφικές ταινίες και σε 18 θεατρικά, είτε ως ο σύζυγος της Μελίτας, είτε ως ο αγαπημένος της Μαριάννας Λάτση, ο Νίκος Κούρκουλος ήταν ένας από εκείνους τους άνδρες που ήξεραν να χορεύουν βαριά, ανδρικά και αληθινά.

Τα όσα πρέσβευε συμβολίζουν με έναν εξαιρετικό τρόπο, τους άνδρες που παρά την εποχή και τη δεκαετία, ήξεραν και ξέρουν καλά πως η ταυτότητα και το φύλο τους έχει όρια, τα οποία μπαίνουν εκεί όπου αρχίζει ο σεβασμός απέναντι στο γυναικείο φύλο.