LIFE NOW CITY BLOGGING

Μον Παρνές: Ένας ζωντανός θρύλος 55 χρόνων πάνω από την πόλη


Χριστίνα Κατσαντώνη

17 Ιουνίου 2026

Regency Casino Mont Parnes
Regency Casino Mont Parnes © Wikipedia
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης.
Προσθήκη του jenny.gr στην Google
Υπάρχουν κτίρια άρρηκτα δεμένα με ιστορίες τόπων και ανθρώπων. Και υπάρχει το θρυλικό Μον Παρνές, σύμβολο της ιστορίας της μεταπολεμικής Ελλάδας και της προσπάθειας της Αθήνας να κοιτάξει ψηλά

Το εμβληματικό συγκρότημα, που εγκαινιάστηκε ως ξενοδοχείο σαν σήμερα, πριν από ακριβώς 65 χρόνια, ταυτίστηκε με τη χρυσή εποχή της αθηναϊκής κοσμικής ζωής, με μύθους και ιστορικές συναντήσεις, στάθηκε σημείο αναφοράς κι από τις λαμπρές δεκαετίες της ακμής του μέχρι τις μεγάλες αλλαγές των τελευταίων χρόνων, παραμένει ένας ζωντανός θρύλος πάνω από την πόλη.

Η ιστορία του ξεκινά σε μια δύσκολη για την Ελλάδα εποχή, στα μέσα της δεκαετίας του 1950 κι είναι στενά συνδεδεμένη με την προσπάθεια ανάπτυξης και εκσυγχρονισμού της χώρας. Η έμπνευση για τη δημιουργία του, όπως και το όνομα του ανήκουν στον Κωνσταντίνο Καραμανλή, ο οποίος θέλησε να αξιοποιήσει το βουνό της Πάρνηθας ως κοντινό στην Αθήνα, τουριστικό προορισμό, και είχε την ιδέα του Mon Parnes, που παραπέμπει στην ιστορική περιοχή του Παρισιού, Montparnasse.

Μον Παρνές: Χλιδή, αισθητική και πολυτέλεια

Το 1958, ο αρχιτέκτονας Παύλος Μυλωνάς ανέλαβε τον σχεδιασμό ενός πολυτελούς ξενοδοχείου, το οποίο θα συνδύαζε τις σύγχρονες ανέσεις με την ομορφιά του φυσικού περιβάλλοντος. Η θέση του στην κορυφή Μαυροβούνι, σε μια επιφάνεια οκτώ στρεμμάτων, μέσα σε δάσος 850 στρεμμάτων και σε υψόμετρο 1.078 μ.,του εξασφάλιζε εκπληκτική θέα.

Η αρχιτεκτονική πρόταση του Μυλωνά ήταν τολμηρή, με λιτές γραμμές και χρώματα σε εσωτερικούς χώρους, που διακοσμήθηκαν με έργα κορυφαίων ζωγράφων και γλυπτών όπως οι Τσαρούχης, Μόραλης, Τόμπρος, Χατζηκυριάκος-Γκίκας (ο οποίος είχε σχεδιάσει και την πισίνα).

Το κτίριο ενθουσίασε μεγάλη μερίδα του Τύπου της εποχής, που το χαρακτήρισε “μεγαλειώδες”, αλλά φάνηκε υπερβολικά μοντέρνο για τα γούστα άλλων, που το βρήκαν “έκτρωμα”. Το γεγονός ότι ο αρχικός προϋπολογισμός των 35 εκατομμυρίων δραχμών, ξεπεράστηκε κατά πολύ (σύμφωνα με δημοσιεύματα ανήλθε στα 150 εκατ. δρχ.), έκανε μερίδα του Τύπου να μιλά για “σκάνδαλο”. Ωστόσο, στις 17 Ιουνίου 1961 το Μον Παρνές άνοιξε με κάθε επισημότητα τις πύλες του, συγκεντρώνοντας την αφρόκρεμα της Αθηναϊκής κοινωνίας.

Τα εγκαίνια θεωρήθηκαν -όχι άδικα- το κοσμικό γεγονός της χρονιάς. Μεταξύ των 700 προσκεκλημένων ήταν ο τότε πρωθυπουργός Κωνσταντίνος Καραμανλής, ο Υπουργός Προεδρίας, Κωνσταντίνος Τσάτσος, πολιτικοί, Ακαδημαϊκοί, καλλιτέχνες, επιχειρηματίεςκαι οι διεθνούς φήμης ηθοποιοί Κουρτ Γιούργκενς, Αμεντέο Νατσάρι και Μισελίν Πρελ. Το ψυχαγωγικό πρόγραμμα της βραδιάς επιμελήθηκε ο Γαλλοαιγύπτιος τραγουδιστής Μπομπ Αζάμ, με τη συνοδεία της ορχήστρας του συνθέτη Γεράσιμου Λαβράνου.

Τα εγκαίνια του καζίνο και η χρυσή δεκαετία

Οι πρώτες εκτιμήσεις έλεγαν ότι το πολυτελές ξενοδοχειακό συγκρότημα θα φιλοξενούσε περίπου 3.000 επισκέπτες το καλοκαίρι και πάνω από τους μισούς το χειμώνα. Διαψεύστηκαν όμως από τον πρώτο κιόλας χρόνο. Οι προσδοκώμενοι επισκέπτες δεν το πλησίασαν κι ήδη από το 1963 είχε λιγότερους πελάτες από ό,τι μέλη προσωπικού, οπότε η χειμερινή λειτουργία του καταργήθηκε εντελώς και πλέον άνοιγε μόνο τους καλοκαιρινούς μήνες.

Η κίνηση, που ουσιαστικά άλλαξε την ιστορία του, ελήφθη το 1969 όταν αποφασίστηκε η λειτουργία του ως καζίνο και η παραχώρηση του στον Κύπριο επιχειρηματία Φρίξο Δημητρίου. Ένα νέο κεφάλαιο για το Μον Παρνές ξεκίνησε στις 5 Φεβρουαρίου του 1971, όταν περίπου 500 αυτοκίνητα μετέφεραν στην Πάρνηθα πάνω από 2.000 Αθηναίους για τα εγκαίνια.

Η πρώτη δεκαετία ήταν και η πιο λαμπρή στην ιστορία του συγκροτήματος, που από το ‘74 λειτουργούσε αποκλειστικά ως καζίνο. Το 1972 η πρόσβαση έγινε ακόμα ευκολότερη χάρις στην κατασκευή του τελεφερίκ και η φράση “πάμε βουνό;” απέκτησε νέο νόημα.

Ήταν η εποχή της λάμψης και της χλιδής, που έχτισε το μύθο του Μον Παρνές. Η είσοδος ήταν αυστηρά ελεγχόμενη, προέβλεπε επίσημη ενδυμασία και διαπιστωμένο, ανώτερο ενός συγκεκριμένου ορίου, εισόδημα -ενώ απαγορευόταν η είσοδος σε δημοσίους υπαλλήλους.

Το καζίνο έγινε σύντομα συνώνυμο της πολυτέλειας και της αθηναϊκής φινέτσας. Καθιερώθηκε ως κέντρο της νυχτερινής ζωής για την υψηλή κοινωνία της πόλης, ενώ στις δεξιώσεις και στα εντυπωσιακά εορταστικά ρεβεγιόν του συγκεντρώνονταν διάσημοι ηθοποιοί μέχρι και Χολιγουντιανοί αστέρες -όπως ο Ομάρ Σαρίφ.

Οι προκλήσεις και η νέα σελίδα

Το 1984 το Mον Παρνές επέστρεψε στη διαχείριση του ΕΟΤ και συνέχισε να λειτουργεί τη δεκαετία του ’90 υπό τον έλεγχο του Δημοσίου. Η Ελλάδα, όμως, σταδιακά άλλαζε. Νέες μορφές διασκέδασης εμφανίζονταν, ενώη ελλιπής συντήρηση, είχε ήδη πλήξει την εικόνα του. Η κατάσταση επιδεινώθηκε μετά τον σεισμό του 1999, που προκάλεσε σοβαρές ζημιές και μεταβολές στη λειτουργία του.

Με την αλλαγή του αιώνα, έγινε μια καινούρια, ισχυρή επανεκκίνηση. Ύστερα από διεθνή διαγωνισμό, η Regency Entertainment, ως κύριος μέτοχος δρομολόγησε την ανακατασκευή του συγκροτήματος, δίνοντας τη σκυτάλη στo Regency Casino Mont Parnes, που πήρε νέα πνοή το 2006, όταν ολοκληρώθηκε και η κατασκευή του καινούριου, υπερσύγχρονου τελεφερίκ.

Regency Casino Mont Parnes
Regency Casino Mont Parnes © Wikipedia

Τα χρόνια, όμως, της οικονομικής κρίσης, που ακολούθησαν, επηρέασαν και το καζίνο που κλήθηκενα αντιμετωπίσει σοβαρές προκλήσεις και ισχυρότερο ανταγωνισμό. Η μεταφορά του από την Πάρνηθα σε μια πιο εύκολα προσβάσιμη περιοχή (στη συμβολή των λεωφόρων Σπύρου Λούη και Κηφισίας, στο Μαρούσι) θεωρείται πλέον δεδομένη. Μένει να φανεί ποια θα είναι η επόμενη σελίδα για το θρυλικό συγκρότημα στο Μαυροβούνι, που σημάδεψε γενιές Αθηναίων κι έγινε κομμάτι της συλλογικής μνήμης της πόλης.