Παιδιά που περνούν πάνω από 4 ώρες/ημέρα σε οθόνες, διατρέχουν υψηλότερο κίνδυνο κατάθλιψης, σύμφωνα με νέα μελέτη
JTeam
21 Φεβρουαρίου 2026
Μια νέα μελέτη που δημοσιεύθηκε στο πλαίσιο του Nature Portfolio, καταδεικνύει ότι ο υπερβολικός χρόνος που περνούν τα παιδιά μπροστά από οθόνες συνδέεται με σημαντικά σοβαρά θέματα ψυχικής υγείας, τα οποία αφορούν πολλαπλές διαταραχές: διαταραχή ελλειμματικής προσοχής/υπερκινητικότητας (ΔΕΠΥ), αγχώδεις διαταραχές, προβλήματα συμπεριφοράς ή ακόμη και κατάθλιψη.
Με βάση δεδομένα από περισσότερα από 50.000 παιδιά ηλικίας 6–17 ετών στις ΗΠΑ, η μελέτη έδειξε ότι ο υπερβολικός χρόνος οθόνης - οριζόμενος ως τέσσερις ή περισσότερες ώρες ημερησίως - σχετίζεται με αυξημένη πιθανότητα εμφάνισης προβλημάτων ψυχικής υγείας. Συγκεκριμένα, η πιθανότητα κατάθλιψης αυξάνεται κατά 61%, άγχους κατά 45%, προβλημάτων συμπεριφοράς ή διαγωγής κατά 24% και ΔΕΠΥ κατά 21%.
Ο υπερβολικός χρόνος που περνούν τα παιδιά μπροστά από οθόνες συνδέεται με την κατάθλιψη
«Το πλέον ανησυχητικό εύρημα είναι η υψηλή πιθανότητα εμφάνισης κατάθλιψης», δηλώνει η Δρ Hannah Nearney, ψυχίατρος και Ιατρική Διευθύντρια Ηνωμένου Βασιλείου στην Flow Neuroscience. «Παρότι υπάρχουν αποτελεσματικές θεραπείες για την κατάθλιψη, η έναρξη θεραπείας από νεαρή ηλικία ενέχει προκλήσεις που ενδέχεται να επηρεάσουν αρνητικά τη μετέπειτα ζωή του ασθενούς, εν μέρει λόγω των ανεπιθύμητων ενεργειών που σχετίζονται με τη χρήση αντικαταθλιπτικών. Δυστυχώς, οι μη φαρμακευτικές επιλογές συχνά περιορίζονται στην ψυχοθεραπεία, δημιουργώντας κενά στην παροχή υπηρεσιών και αυξάνοντας την έκθεση ευάλωτων παιδιών σε κίνδυνο».
Σύμφωνα με τη μελέτη, η σωματική δραστηριότητα αναδεικνύεται ως ο σημαντικότερος προστατευτικός παράγοντας στη σχέση μεταξύ χρόνου οθόνης και προβλημάτων ψυχικής υγείας, ερμηνεύοντας έως και το 39% αυτής της συσχέτισης. Συγκριτικά, οι ακανόνιστες ώρες ύπνου φαίνεται να ευθύνονται για έως και το 23,9% της σχέσης, ενώ η μικρή διάρκεια ύπνου εξηγεί περίπου το 7,24% της συσχέτισης μεταξύ χρόνου οθόνης και προβλημάτων ψυχικής υγείας.
«Το πιο σημαντικό είναι ότι πλέον γνωρίζουμε τους κύριους καθοριστικούς και προστατευτικούς παράγοντες που σχετίζονται με ένα φάσμα προβλημάτων ψυχικής υγείας στα παιδιά. Οι πιθανότητες μπορούν να μειωθούν σημαντικά μέσω τροποποιήσεων συμπεριφορών, όπως η αύξηση της σωματικής δραστηριότητας, καθώς και μέσω της διεύρυνσης των διαθέσιμων θεραπευτικών εργαλείων», υπογραμμίζει η Δρ Nearney.
Τα δεδομένα της μελέτης υποδεικνύουν, επίσης, ότι το πρόβλημα αναμένεται να κλιμακωθεί, καθώς σχεδόν ένα στα τρία παιδιά αφιερώνει υπερβολικό χρόνο σε οθόνες, γεγονός που υποδηλώνει ότι η συμπεριφορά αυτή τείνει να κανονικοποιείται. Η συμμόρφωση με τις κατευθυντήριες οδηγίες για σωματική δραστηριότητα (άνω των 60 λεπτών ημερησίως) είναι ήδη χαμηλή, καθώς μόλις ένα στα πέντε παιδιά επιτυγχάνει το συγκεκριμένο πρότυπο. Παράλληλα, μόνο ένα στα τέσσερα παιδιά διατηρεί σταθερή ρουτίνα ύπνου τις καθημερινές.
«Λόγω των μεγάλων χρόνων αναμονής, τα παιδιά και οι έφηβοι με προβλήματα ψυχικής υγείας, όπως η κατάθλιψη, δεν λαμβάνουν επαρκή προσοχή. Πολύ συχνά οδηγούνται σε διαδικασίες δοκιμής και σφάλματος με αντικαταθλιπτικά, ακόμη και σε νεαρή ηλικία. Ελπίζουμε ότι εργαλεία, όπως η νευροδιέγερση θα καταστούν διαθέσιμα και για αυτούς τους νέους ανθρώπους. Μέχρι τότε, μπορούμε να ακολουθήσουμε τις συστάσεις μελετών όπως η παρούσα: όχι μόνο να περιορίσουμε τον χρόνο οθόνης, αλλά και να ρυθμίσουμε τα προγράμματα ύπνου, να ενισχύσουμε τη σωματική δραστηριότητα στην καθημερινότητα των παιδιών και να διερευνήσουμε παρόμοιες επιλογές», καταλήγει η Δρ Nearney.