Το μέλλον δεν είναι άγραφο.

Ο συγγραφέας που έγινε γνωστός από βιβλία – ορόσημα στο σύμπαν της επιστημονικής φαντασίας, όπως οι συλλογές διηγημάτων «Τα χρονικά του Άρη», και «Τα χρυσά μήλα του ήλιου» και οι νουβέλες «Φαρενάιτ 451» και «Κάτι κολασμένο έρχεται προς τα δω» πολύ καιρό πριν πεθάνει την προηγούμενη εβδομάδα, στα 91 του, να δει το όνομα του στο πάνθεον κολοσσών του είδους πλάι στον Αρθουρ Κλαρκ, τον Ισαάκ Ασίμοφ και τον Στάνισλαβ Λεμ.
Τα βιβλία του έχουν πουλήσει πάνω από οκτώ εκατομμύρια αντίτυπα, έχουν μεταφραστεί σε 36 γλώσσες (και στα ελληνικά βεβαίως σε μια πλειάδα εκδοτικών οίκων), ενώ η διάρκεια της συγγραφικής καριέρας του αγγίζει τα 70 χρόνια: το πρόσφατο μάλιστα τεύχος του περιοδικού «New Yorker» που ήταν αφιερωμένο στην επιστημονική φαντασία φιλοξένησε ένα αυτοβιογραφικό δοκίμιο του Μπράντμπερι, στο οποίο ανακαλούσε την «πεινασμένη φαντασία» του όταν ήταν ακόμα παιδάκι σε μια μικρή κωμόπολη του Ιλινόι: «Ο ένας ενθουσιασμός μετά τον άλλο, η μια φρενίτιδα μετά την άλλη – σπάνια έχει κανείς τέτοιους πυρετούς μετά στη ζωή, πυρετούς που πλημμυρίζουν ολόκληρη τη μέρα με συναίσθημα».
Στα 30 του ήταν ήδη διάσημος για τη συλλογή «Τα χρονικά του Άρη» που κυκλοφόρησε το 1950. Ως συγγραφέας υπήρξε αυτοδίδακτος σε βαθμό που χρέωνε την επιτυχία του ακριβώς στο γεγονός ότι απείχε από κάθε είδους ανώτερη εκπαίδευση, διαβάζοντας μόνος του από μικρός ό,τι βιβλίο έπεφτε στα χέρια του: Ιούλιος Βερν, Χ.Τζ. Γουέλς, Τόμας Γουλφ, Έρνεστ Χέμινγουεϊ. Το 1971 μάλιστα δημοσίευσε ένα δοκίμιο με τον απόλυτα επεξηγηματικό τίτλο «Πώς αντί να μορφωθώ στο Κολέγιο αποφοίτησα με άριστα από τις δημόσιες βιβλιοθήκες». Η αγάπη του για τα βιβλία βρήκε την ιδανική της έκφραση στο «Φαρενάιτ 451» που κυκλοφόρησε το 1953 και γυρίστηκε σε ταινία δεκατρία χρόνια αργότερα από τον Τριφώ, είναι ίσως το πιο γνωστό βιβλίο του και αποτελεί – στο πνεύμα του «1984» του Τζορτζ Οργουελ – καταγγελία του ολοκληρωτισμού, απεικονίζοντας μια Αμερική στο κοντινό μέλλον όπου το κάψιμο βιβλίων (ο τίτλος αναφέρεται στη θερμοκρασία αυτόματης ανάφλεξης του χαρτιού) αποτελεί καθημερινή πρακτική του ανελεύθερου καθεστώτος. Εκτός από τα γνωστά βιβλία του, ο Μπράντμπερι έγραψε επίσης θεατρικά έργα και αρκετή ποίηση, ενώ ήταν υπεύθυνος για το σενάριο του «Μόμπι Ντικ» στην κινηματογραφική μεταφορά του κλασικού βιβλίου του Μέλβιλ από τον Τζον Χιούστον το 1956.
Παρ’ όλο που υπήρξε θερμός υποστηρικτής του διαστημικού προγράμματος ως μιας περιπέτειας την οποία η ανθρωπότητα ήταν αναπόφευκτο να στηρίξει, ο ίδιος στη διάρκεια της ζωής του περιόρισε την αναζήτηση στο επίπεδο της φαντασίας. Έζησε στο ίδιο σπίτι στα προάστια του Λος Αντζελες για πάνω από μισό αιώνα, μεγαλώνοντας εκεί τέσσερις κόρες μαζί με τη γυναίκα του Μάργκαρετ, η οποία πέθανε το 2003. Για πολλά χρόνια αρνιόταν πεισματικά να μπει σε αεροπλάνο, προτιμώντας τα τρένα, ενώ δεν έμαθε ποτέ να οδηγεί αυτοκίνητο. Ανάμεσα στις εκατοντάδες νεκρολογίες που εμφανίστηκαν στα εγκυρότερα μέσα του πλανήτη την επόμενη του θανάτου του, μπορεί ίσως να ξεχωρίσει κανείς αυτήν της συγγραφέως Μάργκαρετ Ατγουντ στη βρετανική «Guardian», η οποία κατέληγε: «Ο όρος επιστημονική φαντασία του προκαλούσε αμηχανία, θεωρούσε ότι τον έκλεινε σε κουτί… Ο Άρης, λόγου χάρη, στα έργα του, δεν είναι ένας τόπος που περιγράφεται με επιστημονική συνέπεια, αλλά μια διανοητική κατάσταση. Τα διαστημόπλοια δεν αποτελούν θαύματα της τεχνολογίας, αλλά συσκευές χωροχρονικής υπέρβασης, όπως η κατάσταση ύπνωσης του σαμάνου ή το σπίτι της Ντόροθι που παρασύρεται από τον ανεμοστρόβιλο στον «Μάγο του Οζ»… Ο Μπράντμπερι έβλεπε τα γραπτά του ως έναν τρόπο να συνεχίσει να ζει ο ίδιος μετά θάνατον. Όσο ζούσε πάντως ήταν γνωστός για τη γενναιοδωρία του στους άλλους. Η φαντασία του είχε μια σκοτεινή πλευρά, και ο ίδιος χρησιμοποιούσε αυτόν τον σκοτεινό δίδυμο εαυτό στο έργο του. Για το κοινό πάντως εκπροσωπούσε ένα μοναδικό συνδυασμό ενθουσιώδους αγοριού και ευγενούς θείου. Σε μια εποχή κατασκευασμένων εικόνων, υπήρξε αυθεντικός».
Πηγή: Ταχυδρόμος Weekend Ιούνιος 2012 από τον Δημήτρη Πολιτάκη.
