
Μάρλον Μπράντο: Tο χάρισμα, ο θυμός, οι έρωτες, η τραγωδία και ο Παράδεισος του ανθρώπου που σφράγισε την τέχνη του ηθοποιού
Χριστίνα Κατσαντώνη
3 Απριλίου 2025
“Συχνά σκέφτομαι ότι αν δεν είχα γίνει ηθοποιός, θα ήμουν απατεώνας, ο οποίος θα κατέληγε στη φυλακή” γράφει στην αυτοβιογραφία του. Ευτυχώς, η τέχνη της υποκριτικής, όχι μόνο έσωσε τον Μάρλον Μπράντο από τη φυλακή, αλλά του έδωσε την ευκαιρία να ορίσει ξανά από την αρχή τι σημαίνει ηθοποιός και τι ερμηνεία.
Ο Μπόμπι Λιούις, ένας από τους ανθρώπους που παρακολούθησαν την πρεμιέρα του θεατρικού ντεμπούτου του στο Μπρόντγουεϊ με το έργο “I remember mama” τον Οκτώβριο του 1944, είχε περιγράψει τη σκηνή: “Το έργο αναφερόταν σε μια οικογένεια Νορβηγών μεταναστών. Ξαφνικά, εμφανίζεται από μια σκάλα ένας νεαρός, που τρώει ένα μήλο κι αρχίζει να μιλάει με τους ηθοποιούς σαν να μην υπάρχει σκηνή, ούτε θεατές. Νόμιζα πως έγινε κάποιο λάθος, πως κάποιος βρέθηκε εκεί χωρίς να το καταλάβει. Δεν μπορούσα να πιστέψω πως ήταν ηθοποιός, γιατί πολύ απλά αυτός ο τύπος δεν έπαιζε θέατρο…”.
Ο Μάρλον Μπράντο υπήρξε μία από τις επιδραστικές προσωπικότητες του 20ού αιώνα στην ποπ κουλτούρα, από την πρώτη του εμφάνιση στο Μπρόντγουεϊ ως Στάνλεϊ Κοβάλσκι στο “Λεωφορείον ο πόθος” (1947) και την κινηματογραφική ερμηνεία του στο ομώνυμο φιλμ του Ηλία Καζάν (1951), που μετέτρεψε σε σύμβολο αρρενωπότητας τα λευκά ιδρωμένα μακό και του χάρισε την πρώτη (από τις συνολικά οκτώ) υποψηφιότητα για Όσκαρ.
Ως ηθοποιός, αλλά και ως προσωπικότητα, ο Μπράντο κατέρριψε κανόνες και στερεότυπα του παλιού Χόλιγουντ, ξεκινώντας από το τι σημαίνει “acting”, τι σημαίνει ερμηνεία με νόημα, βάθος και διαίσθηση. Έφερε μια επανάσταση αυθεντικότητας κι απειθαρχίας στα κλισέ του θεάτρου και του σινεμά κι έγινε αυτομάτως ήρωας για τις νεότερες γενιές και πρότυπο για γενιές και γενιές ηθοποιών που έπονταν.
Η περσόνα Μπράντο βρήκε άμεσα μιμητές, όχι μόνο από συναδέλφους του. Ο Έλβις Πρίσλεϊ, ο Τζακ Κέρουακ, ακόμα και ο Μπομπ Ντίλαν “έχτισαν” την εικόνα τους πάνω στο πρότυπο Μπράντο. Το ίδιο έκαναν και ηθοποιοί από τον Τζέιμς Ντιν (που λένε πως τον μιμούνταν ακόμα και στο πώς άφηνε το παλτό του να πέσει στο πάτωμα, κάθε φορά που έμπαινε σε ένα Χολιγουντιανό πάρτι) και τον Πολ Νιούμαν, μέχρι τον Ρόμπερτ Ντε Νίρο, τον Αλ Πατσίνο, τον Σον Πεν και τον Λεονάρντο Ντι Κάπριο.
Η ηθοποιία μπήκε στη ζωή του στα μέσα των ‘40s, κυρίως γιατί δεν έβρισκε τι άλλο να κάνει. Τα παιδικά του χρόνια στην Ομάχα της Νεμπράσκα, όπου γεννήθηκε στις 3 Απριλίου του 1924, δεν ήταν και τα πιο ιδανικά. Λάτρευε την μποέμ μητέρα, η οποία τραγουδούσε κι απήγγειλε ποιήματα μαζί με τον μικρό Μάρλον και τις αδερφές του, όταν δεν εξαφανιζόταν για ώρες από το σπίτι, αναγκάζοντας τα παιδιά να την αναζητήσουν στα κοντινά μπαρ. Κι έτρεφε έναν ασίγαστο -κι ανταποδοτικό- θυμό για τον πατέρα, τον οποίο στην αυτοβιογραφία του περιγράφει ως “γοητευτικό, όμορφο και πολυταξιδεμένο”, του οποίου “το αίμα αποτελούνταν από ενώσεις αλκοόλ, τεστοστερόνης, αδρεναλίνης και θυμού”.
Στο σχολείο ήταν από το νηπιαγωγείο το κακό παιδί της τάξης, που προσπαθούσε να κρυφοκοιτάξει κάτω από τη φούστα της δασκάλας. Οι διαρκείς μετακομίσεις της οικογένειας, με κατάληξη μια φάρμα στο Ιλινόις ενέτειναν τον θυμό του. Έπιασε δουλειά σε έναν κινηματογράφο, όμως απολύθηκε όταν του ζητήθηκε να φορέσει πουκάμισο κάτω από το σακάκι του. Αντέδρασε, βάζοντας σάπια λαχανικά και τυριά στο σύστημα air condition της αίθουσας. Ήταν μία από τις “φάρσες”, στις οποίες ειδικευόταν ως έφηβος.
Το 1940, ο πατέρας του, τον στέλνει στη στρατιωτική σχολή της Μινεσότα για να τον συνετίσει. Άδικος κόπος. Η αποβολή ήταν άμεση “καθώς έκανα ό,τι μπορούσα για να προκαλώ αναστάτωση. Ήθελα να καταστρέψω ολόκληρο το μέρος! Σιχαινόμουν την εξουσία κι έκανα ό,τι περνούσε από το χέρι μου για να την ξεγελάσω, να την προκαλέσω και να τη νικήσω”.

Μετά την αποτυχία των στρατιωτικών σπουδών, ο Μπράντο ακολουθεί τις μεγαλύτερες αδερφές του στη Νέα Υόρκη, όπου έκαναν μαθήματα ηθοποιίας. Αποφασίζει να τις μιμηθεί και ξεκινά σπουδές στο Lee Strasberg Actors Studio το 1943, όπου κερδίζει αμέσως τον τίτλο του “αντάρτη” της σχολής, του σπουδαστή που περιγελά τους πάντες και τα πάντα, με μια εξαίρεση, τη Στέλλα Άντλερ, η οποία του δίδαξε την τέχνη του ηθοποιού ως ενός εν δυνάμει φορέα ποίησης και αλήθειας.
Η Άντλερ ήταν η πρώτη που αναγνώρισε το φυσικό χάρισμα της ερμηνευτικής ιδιοφυΐας του Μπράντο, που έλαμπε μέσα στο σύνολο. Χαρακτηριστικό είναι ένα περιστατικό που συνέβη όταν η καθηγήτρια έβαλε ως άσκηση στους σπουδαστές, να δείξουν πώς θα αντιδρούσαν σαν κότες, αν γινόταν πυρηνική έκρηξη. Όλοι σηκώθηκαν κι έτρεχαν χτυπώντας χέρια και πόδια, σε αντίθεση με τον Μπράντο που παρέμεινε ακίνητος και καθιστός. “Τι κάνεις;” τον ρώτησε η Άντλερ κι εκείνος απάντησε: “Κλωσάω το αυγό μου. Τι ξέρει μια κότα από βόμβες;”.
Από τις πρώτες εμφανίσεις του στη θεατρική σκηνή της σχολής, η διαφορετική, γυμνή κι αυθεντική ερμηνεία του, μαγνήτιζε τα βλέμματα. “Όταν τον βλέπαμε να παίζει, ήταν και για μας μια αποκάλυψη” έχει πει η συμφοιτήτρια του Μέι Κούπερ. “Ήταν σαν να ξυπνάς ξαφνικά και να βλέπεις τον τρίχρονο παιδί σου να παίζει Μότσαρτ στο πιάνο…”.
Μετά το κινηματογραφικό “Λεωφορείον ο πόθος” του 1951 (που ήταν η δεύτερη ταινία του ύστερα από το “The men” του 1950), όλη η Αμερική, κι όλος ο κόσμος ανακάλυψαν αυτό που ήδη είχαν δει οι συμμαθητές του. Ο Μάρλον Μπράντο δεν ήταν μόνο ένα νέο “είδος” ηθοποιού, ήταν ένα νέο “είδος” σταρ. Που όχι δεν ευγνωμονεί το Χόλιγουντ, τον κινηματογράφο και την καλή του τύχη. Δεν δίνει δεκάρα για τη δόξα, θεωρεί τη δημοσιότητα ανάξια λόγου, δεν την επιζητά, ούτε τη σέβεται.
“Δεν φοβάμαι τίποτα και δεν αγαπώ τα χρήματα” δήλωσε κάποτε σε δημοσιογράφο. Ειδικά για την εποχή, αυτό ήταν αίρεση. Και λόγος να τον λατρέψουν ακόμα περισσότερο οι κάτω των 30 -και οι επόμενοι...

Στην αυτοβιογραφία του, αρνείται να γράψει για τις συζύγους και τα -τουλάχιστον- 11 παιδιά που απέκτησε, ενώ χρησιμοποιεί ψευδώνυμα όταν αναφέρεται σε διάσημες σχέσεις του με ηθοποιούς όπως η Ούρσουλα Άντρες και η Σέλεϊ Γουίντερς. Αποκαλύπτει, ωστόσο, ότι είχε μια πολύ γρήγορη ερωτική σχέση με την Μέριλιν Μονρόε, για την οποία πάντα πίστευε ότι δολοφονήθηκε.
Άγνωστο αν αυτά που αναφέρει στο βιβλίο αντιστοιχούν στην αλήθεια. Ο ίδιος ποτέ δεν έκρυψε ότι του άρεσε να γίνεται χειριστικός κι αγαπούσε την επιδεξιότητα του στο ψέμα: “Είμαι πολύ καλός στο να λέω ψέματα, να δίνω στους ανθρώπους μια διαφορετική εντύπωση της πραγματικότητας και να τους κάνω να πιστεύουν πως είμαι απολύτως ειλικρινής…”.
Ειδικά με τις γυναίκες “...πάντα μου άρεσε να τις κάνω να νιώθουν πως έχουν αξία για μένα και να τους δίνω αυτοπεποίθηση. Κι όσο πιο πολύ δυσκολευόμουν να γοητεύσω μια γυναίκα, τόσο περισσότερο ήθελα να το πετύχω…”.
Μια από τις διάσημες και μεγαλύτερες σχέσεις του ήταν η Ρίτα Μορένο, η οποία γράφει για τη σχέση τους στην αυτοβιογραφία της: “Το να παραδεχθώ ότι ήταν εξαιρετικός εραστής, αισθησιακός, γενναιόδωρος και απολαυστικά εφευρετικός, υποβαθμίζει αυτό που έκανε όχι στο κορμί, αλλά στην ψυχή μου”.
Ο Μπράντο, που παραδεχόταν δημοσίως την ανικανότητά του στη μονογαμία, κατά τη διάρκεια της οκταετούς σχέσης τους, είχε ερωτικές επαφές και με τις δύο πρώτες του συζύγους και με μια νέα σύντροφο από την Ταϊτή. Όταν η Μορένο ανακάλυψε πως ήταν έγκυος, ο Μπράντο την έστειλε με συνοπτικές διαδικασίες να τερματίσει την εγκυμοσύνη της. Το 1961, μέσα στο σπίτι του έκανε απόπειρα αυτοκτονίας με χάπια. Επέζησε και βρήκε τελικά το κουράγιο να τον εγκαταλείψει. Η αντίδραση του Μπράντο ήταν να ρωτήσει τον γραμματέα του: “Μπορείς να πιστέψεις ότι πραγματικά νόμιζε πως την αγαπούσα;”.
Σε αντίθεση με άλλους σταρ της εποχής του, ο Μάρλον Μπράντο ήταν ένας από τους πρώτους ακτιβιστές, που στράφηκαν ενάντια στη φτώχεια, στην προκατάληψη και στο ρατσισμό, υποστηρίζοντας σκοπούς όπως η κατάργηση της θανατικής ποινής, τα δικαιώματα των μαύρων και των ιθαγενών της Αμερικής.
Η πλέον διάσημη πράξη αντίστασης ήταν η απόφαση του να μην παραλάβει το Όσκαρ του 1973, για την ερμηνεία του στην ταινία “Ο Νονός”, στέλνοντας στη θέση του την Ινδιάνα Sacheen Littlefeather, για να μιλήσει για τα δικαιώματα των ιθαγενών στην πιο λαμπρή στιγμή ενός έθνους σε άρνηση και υπό τις αποδοκιμασίες των ανθρώπων της βιομηχανίας θεάματος.
Η άρνηση του να παραλάβει το δεύτερο Όσκαρ της καριέρας του επιβεβαίωσε την άποψη που πάντα έτρεφε για τη δόξα: ότι είναι ανόητη, παράξενη και καταστροφική. “Οι άνθρωποι παύουν να σε βλέπουν σαν αυτό που είσαι. Βλέπουν μόνο ένα μύθο. Και οι μύθοι δεν λένε ποτέ την αλήθεια…”.

Η “κατάρα” της δόξας τον χτύπησε το 1990, όταν η οικογενειακή τραγωδία έγινε σκάνδαλο παγκοσμίων διαστάσεων. Στις 16 Μαΐου, ο εθισμένος σε ναρκωτικές ουσίες μεγαλύτερος γιος του Κρίστιαν πυροβολεί και σκοτώνει τον σύντροφο της εγκύου αδερφής του, Τσεγιέν, Νταγκ Ντρόλετ, στο σπίτι του πατέρα του στο Μαλχόλαντ Ντράιβ -με την αιτιολογία ότι τη χτύπησε.
Η δίκη προκάλεσε ενθουσιώδη φρενίτιδα στα παγκόσμια media. Όταν ο υπέρβαρος και καταβεβλημένος Μάρλον Μπράντο καλείται να καταθέσει, αρνείται να ορκιστεί στη Βίβλο, λέγοντας: “Δεν θα ορκιστώ στον Θεό, γιαί δεν πιστεύω στη συμβατική έννοια και σε αυτή την ανοησία. Θα ορκιστώ όμως στα παιδιά μου και στα εγγόνια μου…”.
Στην αυτοβιογραφία του ο Μπράντο δεν γράφει λέξη για τη δολοφονία. Όμως οι στενοί του άνθρωποι υποστηρίζουν πως μετά την καταδίκη του Κρίστιαν για ανθρωποκτονία και την αυτοκτονία της Τσεγιέν το 1995, τα μόνα που του έδιναν κάποιες στιγμές χαράς ήταν τα παιδιά, τα εγγόνια και η απλότητα της ζωής, στο αγαπημένο του ιδιωτικό νησί στον Ειρηνικό, όπου πέθανε την 1η Ιουλίου του 2004 -από καρδιακά προβλήματα.
Εκεί, ο Στάνλεϊ Κοβάλσκι, ο Νονός, ο μεσόκοπος Αμερικανός που αναζητά την ηδονή σε ένα διαμέρισμα στο Παρίσι (στο “Τελευταίο ταγκό στο Παρίσι”), βρήκε τον Παράδεισο που πάντα έψαχνε. Εκεί κατάφερε να καταλαγιάσει τον θυμό του, γιατί όπως έγραψε στην αυτοβιογραφία του “...μπόρεσα επιτέλους να είμαι το παιδί, που δεν είχα ποτέ την ευκαιρία να γίνω”.