Αμέρισσα Μπάστα - Ελίνα Τσιορμπατζή στο JennyGr: «Είμαστε αρκετά μακριά από την ισότιμη αντιμετώπιση»
Χριστίνα Κατσαντώνη
3 Ιουνίου 2026
Η Λένα είναι το κορίτσι που θα σε εξυπηρετήσει στο σούπερ μάρκετ. Ή θα περάσει δίπλα σου βιαστικά στο κέντρο της Αθήνας, πάντα με τα ακουστικά στα αυτιά. Η καθημερινότητα της δείχνει δύσκολη, συχνά ασφυχτική, σε ένα σπίτι γεμάτο ένταση, σε μια πόλη εχθρική και καυτή, σε έναν κόσμο χαοτικό, που έχει αποφασίσει ο ίδιος για τη ζωή της.
Όμως ένα παγωτό ξυλάκι έχει γεύση καλοκαιριού, ακόμα κι όταν το σύμπαν συνωμοτεί εναντίον σου. Ένα ηλιοβασίλεμα είναι πάντα ηλιοβασίλεμα, ακόμα κι ανάμεσα σε βρόμικες ταράτσες γεμάτες κεραίες. Κι η νέα, πρώτη μεγάλου μήκους, ταινία της Αμέρισσας Μπάστα, “Μικρές Ανάσες” (Life in a Beat), που έχει κερδίσει τίτλους όπως “Ένα κινηματογραφικό διαμάντι για τη Γενιά Ζ”, αναδεικνύει την ομορφιά, την ποίηση και την ελπίδα μέσα από τη -φαινομενικά χαμένη- μάχη μιας 20χρονης να υπερβεί τα όρια και να πάρει τη ζωή της στα χέρια της. Ακόμα κι όταν χάνει τη δουλειά της κι ανακαλύπτει ότι είναι έγκυος.
Ύστερα από επτά ταινίες μικρού μήκους και ένα ντοκιμαντέρ, η Αμέρισσα Μπάστα σκηνοθετεί και συνυπογράφει το σενάριο μιας δυναμικής ιστορίας ενηλικίωσης και διεκδίκησης των αυτονόητων. Η ματιά της τρυφερή αλλά και ρεαλιστική, ακολουθεί την ενέργεια και το ρυθμό της πόλης, τα αδιέξοδα και τους πόθους μιας γενιάς, που τρέχει να προλάβει τη βάρδια, ακούγοντας ΛΕΞ στη διαπασών. Δεν εκβιάζει το συναίσθημα, δεν ωραιοποιεί, ούτε υπερβάλλει, αλλά πάλλεται στην ίδια φλόγα που κινεί την ηρωίδα της σε μια περιπλάνηση γεμάτη ζωή κι ανάσα και beat.
Η ταινία, που έχει ήδη κατακτήσει ενθουσιώδεις κριτικές, τρία βραβεία στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, καθώς και πέντε υποψηφιότητες στα βραβεία Ίρις (μεγάλου μήκους μυθοπλασίας, πρωτοεμφανιζόμενου σκηνοθέτη, σεναρίου, α’ γυναικείου ρόλου, β’ ανδρικού ρόλου), αφορά κάθε γυναίκα. Μιλά για τη θέση της στην οικογένεια, στην εργασία, στην ελπίδα, στο μέλλον που η ίδια θα επιλέξει.
Λίγο πριν την πρεμιέρα της στις ελληνικές αίθουσες, στις 4 Ιουνίου 2026, η σκηνοθέτρια Αμέρισσα Μπάστα και η πρωταγωνίστρια, Ελίνα Τσιορμπατζή -που κάνει την πρώτη της εμφάνιση σε μεγάλου μήκους- ξεναγούν το Jenny.gr στις εμπειρίες από τα γυρίσματα στην Αθήνα με καύσωνα, στην έμπνευση πίσω από τη δημιουργία της και στην αναγκαιότητα να θιγούν θεματικές όπως η αυτοδιάθεση του γυναικείου σώματος, η μητρότητα, τα στεγανά που δεν αφήνουν περιθώριο στα όνειρα, αλλά και η ομορφιά που προκύπτει στα πιο απρόσμενα μέρη -αρκεί να θες να την ανακαλύψεις.
Αμέρισσα Μπάστα - Ελίνα Τσιορμπατζή: Συνέντευξη στο JennyGr
Πώς ξεκίνησε η αρχική ιδέα της ταινίας;
Α.Μ.: Ως ιδέα, επτά χρόνια πριν. Το πρώτο, draft ακόμα, σενάριο που συνυπογράφουμε με το Δημήτρη Νάκο, έγινε δεκτό στο Torino Film Lab αλλά και στο Mediterranean Film Lab και σιγά σιγά άρχισε να παίρνει μια πιο ολοκληρωμένη μορφή. Στη συνέχεια μέσω του Crossroads, του co-productions forum του Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, παρουσιάσαμε την ιδέα μας, που άρεσε σε κάποιους παραγωγούς από το εξωτερικό, οπότε μπήκαν στο project και η ταινία κατέληξε να είναι συμπαραγωγή πέντε χωρών. Ακολούθησαν τα γυρίσματα, κατά τη διάρκεια ενός καυτού Αυγούστου στην Αθήνα και φέτος -πλέον με την ταινία έτοιμη- η πρώτη μας βόλτα στα φεστιβάλ: από τη Θεσσαλονίκη στη Σόφια, το Σαν Φρανσίσκο, τη Βαρκελώνη, το Βερολίνο, το Μπουένος Άιρες και το Φεστιβάλ Κύπρου. Είμαστε πολύ χαρούμενοι για τα βραβεία και τις υποψηφιότητες, είναι μια ομαδική δουλειά, που έγινε με αγάπη από όλους τους συντελεστές και είναι σημαντικό που αναγνωρίζεται η δουλειά μας. Ανυπομονούμε να βγούμε στις αίθουσες και να μοιραστούμε τις Μικρές Ανάσες μας με το κοινό.
Στις Μικρές Ανάσες πρωταγωνιστεί μια Αθήνα πέρα από τις Ινσταγκραμικές γωνιές και τις airbnb γειτονιές της, η πόλη των πιο ξεχασμένων περιοχών του κέντρου, που για μένα έχουν τη δική τους ομορφιά και ποίηση
Τι σε τράβηξε στην ιστορία μιας 20χρονης, που προσπαθεί να επιβιώσει στη σύγχρονη Αθήνα;
Α.Μ.: Η Λένα, ο κεντρικός χαρακτήρας, είναι το κορίτσι που θα μπορούσε να μένει -ή μάλλον σίγουρα μένει- κάπου δίπλα μας. Ένιωσα ότι αξίζει να φωτίσουμε μια ιστορία, που μιλάει για νέα παιδιά από μη προνομιακό background, εστιάζοντας στο πώς θα μπορούσαν -εάν θα μπορούσαν- να σπάσουν με ένα τρόπο τα στεγανά που τους επιβάλλονται και να έχουν ένα ξεκίνημα στη ζωή τους, όπως οι ίδιοι και οι ίδιες ονειρεύονται. Σίγουρα, τα ζητήματα που θίγονται στην ταινία -το στεγαστικό αδιέξοδο στις σύγχρονες πόλεις, η αντιμετώπιση των γυναικών στο εργασιακό περιβάλλον, η αυτοδιάθεση του γυναικείου σώματος, η μητρότητα, οι οικογενειακές σχέσεις- είναι σημαντικά και μας αφορούν πολύ, γι’ αυτό και είναι στον πυρήνα της θεματικής μας.
Με την Ελίνα γνωριζόσασταν από πριν; Τι σε κέρδισε σε αυτήν;
Α.Μ.: Την Ελίνα την είδαμε για πρώτη φορά στη μικρού μήκους ταινία τα “Τσουλάκια”, σε μια ερμηνεία που ξεχώρισε και έμεινε για καιρό στη μνήμη μας. Παρότι η εμπειρία της στον κινηματογράφο είναι μικρή, η ερμηνεία της είναι ώριμη και στιβαρή. Ο χαρακτήρας, που ενσαρκώνει, εμφανίζεται σε κάθε σκηνή της ταινίας με την κάμερα να την ακολουθεί και να ανασαίνει μαζί της, είναι ταυτόχρονα δυνατή και ευάλωτη όπως η ηρωίδα μας και ήταν η ιδανική επιλογή για τη “Λένα” της ιστορίας μας.
Ελίνα, ποιες ήταν οι πρώτες σκέψεις σου, όταν διάβασες το σενάριο;
Ε.Τ.: Ένιωσα αμέσως μια οικειότητα με τη Λένα. Ήταν τόσο καλογραμμένη που άρχισα να τη φαντάζομαι πολύ γρήγορα.
Έχετε κοινά βιώματα; Π.χ. έχεις βρεθεί ποτέ στη θέση να αναζητάς απεγνωσμένα δουλειά ή σπίτι και να μη βρίσκεις;
Ε.Τ.: Βέβαια έχω ζοριστεί κι εγώ, όπως όλοι, ατελείωτες φορές. Και με τα σπίτια και με τις δουλειές. Καταλαβαίνω πολύ καλά αυτή την αγωνία της. Επίσης ταυτίζομαι 100% με το “φοράω ακουστικά και ακούω μουσική για να απομονωθώ”. Και φυσικά, με τις ρωγμές της.
Στις “Μικρές Ανάσες” πρωταγωνιστεί η Αθήνα της πίεσης, της σκληρής καθημερινότητας και της ανυπόφορης καλοκαιρινής ζέστης, αλλά ακριβώς εκεί που δεν το περιμένεις, η ομορφιά υπάρχει. Αμέρισσα πώς κατάφερες να την εντοπίσεις;
Α.Μ.: Στις Μικρές Ανάσες πρωταγωνιστεί μια Αθήνα πέρα από τις Ινσταγκραμικές γωνιές και τις airbnb γειτονιές της, η πόλη των πιο ξεχασμένων περιοχών του κέντρου, που για μένα έχουν τη δική τους ομορφιά και ποίηση. Σίγουρα υπάρχει ομορφιά, αλλά πρέπει να θέλεις να την ανακαλύψεις, να έχεις διάθεση να αφήσεις στην άκρη έστω για λίγο την πίεση της καθημερινότητας και να δεις το χρώμα του ουρανού στο ηλιοβασίλεμα.
Σε ποιες γειτονιές της Αθήνας έγιναν τα γυρίσματα -διέκρινα το σχολείο μου στο Παγκράτι. Υπήρξαν δυσκολίες ή απρόοπτα περιστατικά;
Α.Μ.: Τα γυρίσματα έγιναν σε περιοχές γύρω από το κέντρο της Αθήνας, πλατεία Αμερικής, Κυψέλη, πλατεία Πρωτομαγιάς. Κάποιες σκηνές είναι γυρισμένες πράγματι στο Παγκράτι -είναι και η δική μου πρώην γειτονιά- και κάποιες στην τωρινή μας γειτονιά, στο Νέο Ηράκλειο. Το γύρισμα στους 40+ βαθμούς, που έχει τον Αύγουστο στην Αθήνα, καθώς και το να συνυπάρχουμε τόσοι άνθρωποι σε ένα στενό και ασφυκτικά γεμάτο σπίτι, ήταν δύσκολο αλλά και αστείο κάποιες στιγμές. Η ομάδα των συντελεστών, μερικοί από τους οποίους ήρθαν από άλλες χώρες και δουλέψαμε μαζί για πρώτη φορά, αντιμετώπισε τα πάντα με απόλυτο επαγγελματισμό και μας έκανε να νιώσουμε ιδιαίτερη ασφάλεια κι εμπιστοσύνη.
Είμαστε αρκετά μακριά από την ισότιμη αντιμετώπιση στην Ελλάδα. Είναι καλό να μιλάμε για αυτό με όποιο τρόπο και μέσον διαθέτουμε, μήπως στο μέλλον τα πράγματα βελτιωθούν
Ελίνα, θυμάσαι κάτι απρόοπτο ή ευτράπελο;
Ε.Τ.: Είχε καύσωνα, λιώναμε από τη ζέστη, εγώ δεν έπρεπε να μαυρίσω καθόλου, οπότε φορούσα καπέλο, που δεν έχω φορέσει ποτέ στη ζωή μου, ήταν εφιάλτης. Αλλά είχε μια πλάκα, η ζέστη μας ένωνε, γιατί παραπονιόμασταν για το ίδιο πράγμα. Όταν άρχισε να αδειάζει η πόλη, είχε και κάτι το ρομαντικό. Είδαμε πολλές κατσαρίδες και θέσεις πάρκινγκ.
Η ταινία θέτει ζητήματα όπως η αυτοδιάθεση της γυναίκας, η θέση της στην εργασία και το θέμα της άμβλωσης. Πώς κρίνετε το γεγονός ότι έχει τεθεί εκ νέου προς συζήτηση και πόσο σημαντικό είναι να μιλάμε γι’ αυτά;
Α.Μ.: Φαίνεται απίστευτο το να επιστρέφουμε σε αυτή τη συζήτηση το 2026 και να τίθεται προς διαπραγμάτευση ξανά το δικαίωμα της γυναίκας να ορίζει το σώμα της, όπως και η προστασία των εργασιακών δικαιωμάτων των γυναικών και των μητέρων. Εκτός από τις ΗΠΑ, όπου είναι γνωστό ότι οι περισσότερες πολιτείες έχουν επιβάλλει περιορισμό στις αμβλώσεις, πλέον το φαινόμενο παρατηρείται και στην Ευρώπη. Ακόμα και σε χώρες που έχουν κατοχυρωμένο νομικά το δικαίωμα των γυναικών στη διακοπή της κύησης, προβάλλονται εμπόδια με τη μορφή γραφειοκρατίας, κοινωνικού στιγματισμού ή έλλειψης ιατρικού προσωπικού, με αποτέλεσμα να τίθεται σε κίνδυνο η υγεία των γυναικών, καθώς δεν έχουν πρόσβαση σε μια ιατρικά ασφαλή λύση. Η αναπαραγωγή γίνεται εργαλείο ενός τύπου εθνικής πολιτικής που προτρέπει να γεννηθούν παιδιά πάση θυσία, χωρίς να έχει προβλέψει για στέγαση, φροντίδα, εργασιακά και κοινωνικά δικαιώματα των ανθρώπων, που καλούνται να φέρουν αυτά τα παιδιά στον κόσμο. Πρέπει να μιλάμε για αυτό, το να μη μιλάμε και να φερόμαστε σαν να είναι όλα εντάξει, μας οδηγεί σε μεγαλύτερο αδιέξοδο.
Ε.Τ.: Το ζήτημα της άμβλωσης και της γυναικείας αυτοδιάθεσης δεν μπορεί να τίθεται ως αντικείμενο “διαπραγμάτευσης”. Το δικαίωμα της γυναίκας να αποφασίζει για το σώμα της είναι θεσμικά κατοχυρωμένο στην Ελλάδα από το 1986 και αποτελεί θεμελιώδες ανθρώπινο δικαίωμα. Οποιαδήποτε προσπάθεια να γίνει εκ νέου συζήτηση για αυτό προκαλεί οργή και ανασφάλεια και στοχεύει στον έλεγχο και στην αστυνόμευση των σωμάτων μας.
Το ζήτημα της άμβλωσης και της γυναικείας αυτοδιάθεσης δεν μπορεί να τίθεται ως αντικείμενο διαπραγμάτευσης
Ως εκπρόσωπος μιας νεότερης γενιάς, θεωρείς πως η σημερινή κοινωνία έχει οπισθοδρομήσει σε πολλά πράγματα;
Ε.Τ.: Βλέπουμε όλο και περισσότερες συντηρητικές φωνές να συσπειρώνονται, να αποκτούν βήμα και επιρροή, με αποτέλεσμα η τέχνη, ο πολιτισμός, η ελευθερία στην έκφραση και στην επιλογή να μπαίνουν ξανά στο στόχαστρο και να δαιμονοποιούνται, θυμίζοντας άλλες, πιο σκοτεινές εποχές της Ιστορίας. Μεγαλώσαμε αναρωτώμενοι πως γίνεται η ανθρωπότητα να επέτρεψε θηριωδίες όπως το Ολοκαύτωμα, και εν έτει 2026 συντελείται η γενοκτονία του Παλαιστινιακού λαού σε κοινή θέα και χωρίς καμία ουσιαστική παρέμβαση. Δεν υπάρχουν λέξεις για αυτό που συμβαίνει.
Ως νέα ηθοποιός, έχεις συναντήσει περιστατικά σεξισμού, κακοποιητικών συμπεριφορών ή διακρίσεων;
Ε.Τ.: Δεν έχω βιώσει κάτι ακραίο ή που να με έχει καθορίσει πολύ αρνητικά ως εμπειρία. Σίγουρα έχω έρθει αντιμέτωπη με εξουσιαστικές συμπεριφορές, κυρίως από ανθρώπους που έχουν θέατρα και πρέπει να διαπραγματευτείς μαζί τους για να παίξεις την παράστασή σου, γιατί το βλέπουν σαν εμπόριο το θέμα. Αλλά αυτές τις συμπεριφορές μπορείς να τις συναντήσεις παντού, σε όλα τα επαγγέλματα. Είναι και θέμα εμπειρίας πώς θα το χειριστείς. Αυτό που έχει σημασία είναι ότι πλέον υπάρχει μεγαλύτερη επίγνωση και περισσότερη συζήτηση γύρω από αυτά τα ζητήματα, ώστε να μην κανονικοποιούνται τέτοιες συμπεριφορές επειδή είναι “κομμάτι της δουλειάς”.
Βλέπουμε όλο και περισσότερες συντηρητικές φωνές να συσπειρώνονται, να αποκτούν βήμα και επιρροή, με αποτέλεσμα η τέχνη, ο πολιτισμός, η ελευθερία στην έκφραση και στην επιλογή να μπαίνουν ξανά στο στόχαστρο και να δαιμονοποιούνται
Το κίνημα “Me Too”, που και στην Ελλάδα πήρε μεγάλη δημοσιότητα, κυρίως στον χώρο του θεάτρου, δείχνει κάπως να έχει “ξεφουσκώσει”. Αυτό σημαίνει ότι έχουν φτιάξει τα πράγματα ή η σιωπή επέστρεψε;
Ε.Τ.: Πιστεύω πως έχουν αλλάξει κάποια πράγματα σε επίπεδο συνείδησης. Υπάρχει μεγαλύτερη ευαισθητοποίηση και λιγότερη ανοχή σε συγκεκριμένες συμπεριφορές. Είναι, όμως, μια διαδικασία που συνεχίζεται, ίσως όχι τόσο στο προσκήνιο.
Αμέρισσα, εσύ έχεις βιώσει πίεση ή διακρίσεις στον επαγγελματικό χώρο λόγω φύλου ή μητρότητας;
Α.Μ.: Ναι, έχουν συμβεί και τα δύο. Είμαστε αρκετά μακριά από την ισότιμη αντιμετώπιση στην Ελλάδα. Είναι καλό να μιλάμε για αυτό με όποιο τρόπο και μέσον διαθέτουμε, μήπως στο μέλλον τα πράγματα βελτιωθούν.
Ως επαγγελματίας και δημιουργός, έχεις πετύχει το ιδανικό: κινείσαι ανάμεσα στη λογοτεχνία και το σινεμά! Εργάζεσαι στον χώρο των εκδόσεων, ενώ παράλληλα κάνεις ταινίες. Το ένα τροφοδοτεί το άλλο; Και ο κινηματογράφος, τι είναι για σένα;
Α.Μ.: Πράγματι έχω την τύχη να ασχολούμαι με τη λογοτεχνία και τον κινηματογράφο. Ως τέχνες, νιώθω ότι συνεχίζουν να επιστρέφουν πάντα η μία στην άλλη, είναι μορφές αφήγησης ιστοριών, με διαφορετικά μέσα, αλλά εξίσου μαγικές. Ο κινηματογράφος, για μένα, είναι να αφηγηθούμε κάτι αληθινό για την ανθρώπινη εμπειρία, είναι η τέχνη που μπορεί να φτάσει με μια εικόνα ή με μια σεκάνς απευθείας στην ψυχή και να χαραχθεί ανεξίτηλα μέσα μας.
Είναι εφικτό για μια γυναίκα σκηνοθέτρια σήμερα στην Ελλάδα να επιβιώσει, κάνοντας μόνο σινεμά;
Α.Μ.: Για να γίνει μια ταινία μεγάλου μήκους στην Ελλάδα -και μάλλον στο μεγαλύτερο μέρος της Ευρώπης- χρειάζεται ένα διάστημα 5-7 ετών συνήθως, οπότε είναι δύσκολο κάποιος να βιοποριστεί μόνο από αυτό, ακόμη κι αν η ταινία πάει καλά στις αίθουσες. Επομένως, τόσο εγώ, όσο και όσοι γνωρίζω σε αυτό το χώρο, εργάζονται και σε άλλα αντικείμενα για να καταφέρουν να βιοποριστούν.
Συνεργάζεσαι με τον σύντροφο σου Δημήτρη Νάκο σε όλες τις ταινίες σου -άρα υποθέτω πως λειτουργεί. Αν διαφωνήσετε, ποιος υποχωρεί;
Α.Μ.: Είμαστε συνηθισμένοι στο να δημιουργούμε και να δουλεύουμε μαζί κι έχουμε αναπτύξει ένα κώδικα επικοινωνίας ύστερα από τόσα χρόνια. Είμαστε και οι δύο αρκετά επίμονοι χαρακτήρες αλλά ξέρουμε επίσης να υποχωρούμε, όταν αντιληφθούμε ότι η άλλη πλευρά έχει ένα δίκαιο αίτημα.
Ποιες είναι οι μεγάλες επιρροές στην κινηματογραφική ματιά σου;
Α.Μ.: Με ενδιαφέρει ένα σινεμά αφηγηματικό, βασισμένο στο ρυθμό, στην κίνηση, στους ήχους και στη φυσική παρουσία των σωμάτων. Με μια πρώτη σκέψη, μάλλον ως προς τις θεματικές, είμαι πιο κοντά στο σύγχρονο κοινωνικό ρεαλισμό της Αντρέα Άρνολντ, του Κεν Λόουτς και των αδερφών Νταρντέν. Ωστόσο, βλέπω και παρακολουθώ όλα τα είδη κινηματογράφου και ακολουθώ πολλούς και πολλές δημιουργούς με διαφορετικό όραμα και στιλ, από διαφορετικά μέρη του κόσμου και διαφορετικές σχολές -με την ίδια χαρά θα δω μια ευρωπαϊκή ταινία, μια ασιατική αλλά και γιατί όχι μια μεγάλη αμερικανική παραγωγή. Σίγουρα, υπάρχουν κι άλλες επιρροές λιγότερο προφανείς, καθώς ό,τι βλέπουμε, χαράζεται και λειτουργεί εσωτερικά και μπορεί να εκφραστεί με ένα τρόπο στη δουλειά μας.
Τηλεόραση, ελληνικές ή ξένες σειρές βλέπεις; Θα σε ενδιέφερε να κάνεις;
Α.Μ.: Βλέπω σειρές ναι, μου αρέσει πολύ η αίσθηση συντροφιάς διαρκείας που προσφέρουν και η δυνατότητα να ζεις με κάποιους ήρωες για καιρό και να τους γνωρίζεις σε βάθος. Η ποιότητα του γυρίσματος τους και οι ερμηνείες των ηθοποιών είναι συχνά κινηματογραφικού επιπέδου. Βέβαια θα με ενδιέφερε να το δοκιμάσω, εφόσον πρόκειται για μια ενδιαφέρουσα ιστορία.
Ελίνα, σε ποια διάσημη ταινία ή τηλεοπτική σειρά θα ήθελες να έχεις πρωταγωνιστήσει;
Ε.Τ.: Από ελληνικές σειρές, έχω άπειρες: “Έτσι ξαφνικά”, “Αναστασία”, “Κλείσε τα Μάτια”, το “10”... Τις έχω δει χιλιάδες φορές, θα ήθελα να είμαι κομμάτι τους. Με συγκινούν για τις μουσικές τους, τις ατμόσφαιρες, τις μυρωδιές τους. Είναι σειρές που με έκαναν να ονειρευτώ, γιατί τις είδα μικρή και με στιγμάτισαν. Από ξένες ταινίες, σε όλες με την Τζίνα Ρόουλαντς. Ή στα “Μαθήματα Πιάνου” το ρόλο της Χόλι Χάντερ. Δεν λέει ούτε μια λέξη, αλλά σε κάνει να κλαις. Από τις τελευταίες “Ηamnet”, “Sentimental Value”. Επίσης θεωρώ ρολάρα την Κρουέλα Ντε Βιλ της Γκλεν Κλόουζ. Kαι τον Joker του Χιθ Λέτζερ. Κι επειδή είδα προχθές την πρώτη σεζόν του True Detective, προφανώς θα ήθελα να κάνω τον ρόλο του Μάθιου ΜακΚόναχι. Η λίστα δεν έχει τελειωμό...
Ο πρώτος κύκλος του True Detective είναι διάσημος και για το ατμοσφαιρικό του soundtrack. Ας επιστρέψουμε στις “Μικρές Ανάσες”, όπου η μουσική παίζει το δικό της, σπουδαίο ρόλο και θέλω να μάθω γι’ αυτόν. Για τις μελωδίες που η ηρωίδα ακούει στα ακουστικά της, αλλά και για το τραγούδι – μότο του φινάλε.
Α.Μ.: Η μουσική είναι ένας ξεχωριστός και σημαντικός ρόλος μέσα στην ταινία, υπογραμμίζει και σχολιάζει όλα όσα συμβαίνουν στη Λένα, όπως και στους άλλους χαρακτήρες και σίγουρα είναι το ασφαλές καταφύγιο της από το θόρυβο που επικρατεί γύρω της. Σε κάποιες στιγμές ο θυμός και η αγανάκτησή της εκφράζεται με χιπ χοπ κομμάτια, σε κάποιες άλλες πιο ποιητικές σκηνές υπάρχει indie pop και πιο αιθέρια φωνητικά που θέλαμε να αιωρούνται πάνω από τη σκληρότητα της εικόνας. Για το κομμάτι του φινάλε θα ήθελα να αφήσω ελεύθερο όποιον/α δει την ταινία να νιώσει τα δικά του συναισθήματα. Σίγουρα είναι ένα από τα πιο αγαπημένα μου κομμάτια των τελευταίων ετών και ο δημιουργός του (Pan Pan) πολύ αγαπημένος μουσικός και συνεργάτης.
Πιστεύετε πως τελικά, η ελπίδα γεννιέται μέσα από τη φιλία και την αλληλεγγύη, όπως στην περίπτωση της Λένας;
Α.Μ.: Σίγουρα οι φίλοι είναι η οικογένεια που επιλέγουμε. Σε μια περίπτωση που τόσο η οικογένεια όσο και το κράτος αδυνατούν να στηρίξουν έναν άνθρωπο, συχνά η μόνη ελπίδα είναι να στηρίζουμε ο ένας τον άλλον. Και οι παρέες μας, συχνά μπορεί να είναι ένα είδος οικογένειας.
Ε.Τ.: Nαι, το πιστεύω πολύ. Και πιστεύω πολύ και στη γενιά μου.
Ποια είναι τα επόμενα σχέδια σας;
Α.Μ.: Αυτή τη στιγμή περιμένω με χαρά την έξοδο της ταινίας στις αίθουσες και την επαφή με το κοινό, καθώς και κάποια φεστιβάλ, όπου θα λάβουμε μέρος από το φθινόπωρο. Παράλληλα, έχουμε ήδη ξεκινήσει να γράφουμε την ιστορία της επόμενης ταινίας μας.
Ε.Τ.: Να συνεχίσω να προσπαθώ για αυτά που αγαπώ. Κι ένα νησάκι για το καλοκαίρι.
Info:
Mικρές Ανάσες (Life in a beat)
Σενάριο: Δημήτρης Νάκος, Αμέρισσα Μπάστα. Σκηνοθεσία: Αμέρισσα Μπάστα. Πρωταγωνιστούν: Ελίνα Τσιορμπατζή, Αντώνης Τσιοτσιόπουλος, Τζέο Πακίτσας, Δημήτρης Κίτσος, Luli Bitri, Μαρίνα Μακρή, Γιώργος Πυρπασόπουλος.
Διεύθυνση Φωτογραφίας: Χριστίνα Μουμούρη. Κοστούμια: Ματίνα Μαυραγάννη. Σκηνογραφία: Rectifier. Μοντάζ: Λάμπης Χαραλαμπίδης, Gfe Νίκος Καλλιπολίτης. Ήχος: Ντίνος Κίττου. Final Mix: Κώστας Βαρυμποπιώτης.
Παραγωγή: Soul Productions. Παραγωγοί: Ιωάννα Σουλτάνη, Δημήτρης Νάκος. Συμπαραγωγή:, ΕΚΚΟΜΕΔ, ΕΡΤ ΑΕ, Υπουργείο Πολιτισμού Κύπρου/ Πολιτιστικές Υπηρεσίες (ΣΕΚΙΝ), Bulgarian Film Center, North Macedonia Film Center, Montengro Film Center, Breaking Wave Productions, Ars Digital, Kruγ Film, Videa Production 2 Herons Productions. Συμπαραγωγοί: Δέσποινα Μουζάκη, Ivan Tonev, Dejan Krajcevski, Marko Jacimovic, Vincent Michaud, Πάνος Μπίσδας.