Οι πρώτες Ελληνίδες που διεκδίκησαν ανώτερη εκπαίδευση και οι ιστορίες τους
Χριστίνα Κατσαντώνη
24 Ιανουαρίου 2026
Σε μια εποχή, που η γνώση και τα όνειρα είχαν φύλο, οι πρώτες Ελληνίδες που διεκδίκησαν την Ανώτατη Εκπαίδευση, δεν ζήτησαν απλώς μια θέση στα Πανεπιστήμια. Αμφισβήτησαν θεσμούς και βαθιά ριζωμένες αντιλήψεις, διεκδίκησαν φωνή, σκέψη, ισοτιμία κι άνοιξαν ρωγμές σε χώρους μέχρι πρότινος απαγορευμένους κι απρόσιτους.
Οι ιστορίες τους, έστω κι αν δεν ακούγονται συχνά, αποτυπώνουν την ιστορία της γνώσης ως πράξη ελευθερίας, τόλμης, ρήξης και κατάκτησης. Με αφορμή τη σημερινή Διεθνή Μέρα Εκπαίδευσης, ας θυμηθούμε κάποιες από τις πιο χαρακτηριστικές.
Οι πρώτες άκαρπες προσπάθειες
Η μαζική συμμετοχή των γυναικών στην κοινωνική ζωή της χώρας ξεκινά ουσιαστικά μετά το 1870. Παίρνει ώθηση από τη δυναμική που αναπτύσσεται σιγά σιγά στην υπόλοιπη Ευρώπη, αλλά και από τις πρωτοβουλίες σπουδαίων γυναικών της εποχής, όπως η Καλλιόπη Κεχαγιά, που το 1872 ιδρύει τον “Υπέρ τής Γυναικείας Εκπαιδεύσεως Σύλλογο”, αργότερα και η Καλλιρρόη Παρρέν με την έκδοση της “Εφημερίδας των Κυριών”, που μεταδίδει μηνύματα υπέρ της μόρφωσης και της χειραφέτησης των γυναικών.
Την τελευταία δεκαετία τού 19ου αιώνα, αρκετές μαθήτριες φοιτούν στις γυμνασιακές τάξεις των παρθεναγωγείων, όμως δεν έχουν πρόσβαση σε ανώτερη εκπαίδευση. Μέχρι το 1890 ο μοναδικός κλάδος που παρείχε στις γυναίκες τη δυνατότητα για ευρύτερες σπουδές και επαγγελματική αποκατάσταση ήταν αυτός της δασκάλας. Το αίτημα, όμως, για τη συμμετοχή τους στην ανώτατη εκπαίδευση άρχιζε πια να συζητείται ευρέως, χωρίς φωνές, αλλά με πίστη και επιμονή.
To πρόβλημα ήταν ότι τα κορίτσια δεν είχαν απολυτήριο γυμνασίου, αφού δεν αναγνωρίζονταν επίσημα τα γυμνάσια θηλέων. Όμως το καταστατικό τού Πανεπιστημίου δεν απαγόρευε την εγγραφή κατόπιν εξετάσεων κι έτσι άρχισαν να γίνονται οι πρώτες προσπάθειες. Μια από τις πρώτες είναι αυτή της Μαρίας Καλαποθάκη, που τη δεκαετία του 1880 ζητά την εγγραφή της στην Ιατρική Σχολή, όμως δεν γίνεται δεκτή, οπότε βρίσκει διέξοδο στην Ευρώπη και σπουδάζει τελικά Ιατρική στο Παρίσι.
Το 1884 η Σεβαστή Καλλισπέρη, ζητά να συμμετάσχει στις εξετάσεις τής Φιλοσοφικής Σχολής. Ύστερα από έντονες αντιπαραθέσεις, της το επιτρέπουν. Η Καλλισπέρη πετυχαίνει στις εξετάσεις, αλλά το Υπουργείο Παιδείας δεν επιτρέπει την εγγραφή της λόγω φύλου, οπότε ακολουθεί κι εκείνη το δρόμο των σπουδών στην Ευρώπη, όπως λίγο αργότερα και οι αριστούχες του Αρσακείου, αδελφές Μπουκουβάλα.
Η αυτοκτονία και βροντερή κραυγή διαμαρτυρίας
Η τραγωδία, έρχεται το 1887, όταν η 18χρονη Ελένη Παντελίδου, υποβάλλει αίτηση εγγραφής στην Ιατρική Σχολή τού Πανεπιστημίου Αθηνών, που απορρίπτεται με χλευασμούς και από τον φοιτητικό περίγυρο.
Μόλις το μαθαίνει, η αγωνίστρια υπέρ των δικαιωμάτων των γυναικών Παντελίδου βάζει τέλος στη ζωή της σε μια πράξη απόγνωσης και διαμαρτυρίας, που εξηγεί σε ένα συγκλονιστικό σημείωμα: “Αυτοκτονώ, διαμαρτυρόμενη διά την αδικίαν. Ο θάνατός μου ας ακουστεί ως κραυγή εις εκείνους άτινας θεωρούν τη γυναίκα ως μεσαιωνική δούλη”.
Η κραυγή της ακούστηκε, συνέβαλλε σημαντικά στην επανεξέταση της συμμετοχής γυναικών στα Πανεπιστήμια και τρία χρόνια αργότερα, το Πανεπιστήμιο Αθηνών δέχτηκε την πρώτη φοιτήτρια. Ήταν η Ιωάννα Στεφανοπούλου ή Στεφανόπολι, κόρη τού δημοσιογράφου και εκδότη τής γαλλόφωνης εφημερίδας “Messager d’ Athènes”, η οποία παρά τις αντιρρήσεις και τις διαμαρτυρίες περί ανάμιξης των φύλων γράφτηκε στη Φιλοσοφική Σχολή.
Οι πρώτες γυναίκες σε αντρικά άβατα
Οι συνθήκες της εποχής ήταν δύσκολες. Η Στεφανοπούλου φοίτησε ως επισκέπτρια μερικούς μήνες και συνέχισε τις σπουδές της στο Παρίσι. Όταν επέστρεψε στην Ελλάδα εργάστηκε στην εφημερίδα τού πατέρα της κι ανέπτυξε έντονη κοινωνική, συγγραφική και πολιτική δράση στο πλευρό του Ελευθερίου Βενιζέλου, ο οποίος το 1913 της ανέθεσε τη διεύθυνση τού Αθηναϊκού Πρακτορείου Ειδήσεων (ΑΠΕ). Δεν ήταν μόνο η πρώτη Ελληνίδα φοιτήτρια, αλλά μια από τις γυναίκες που προηγήθηκαν και τελικά άλλαξαν την εποχή τους.
Το 1892 η Φλωρεντία Φουντουκλή γίνεται η πρώτη γυναίκα που γράφεται στο τμήμα Μαθηματικών τού Πανεπιστημίου Αθηνών, κυρίως χάρις στις πρότερες λαμπρές σπουδές της στο εξωτερικό -στη Σορβόννη και με υποτροφία στο Βερολίνο. Ωστόσο δεν ασχολήθηκε με τα μαθηματικά, αλλά με το ποιητικό ταλέντο που ανέπτυξε από την περίοδο παραμονής της στο Βερολίνο, δημοσιεύοντας σε εφημερίδες και περιοδικά της εποχής ποιήματα γεμάτα αισιοδοξία και προοπτική. Το φθινόπωρο του 1895, η αδερφή της. Μαριάννα Φουντουκλή είναι η πρώτη Ελληνίδα φοιτήτρια στο τμήμα Φυσικής.
Ο δρόμος πια έχει ανοίξει από φοιτήτριες όπως η Θηρεσία Ροκά, η οποία πρωτοστατούσε σε διαμαρτυρίες για τα δικαιώματα των γυναικών στη Φιλοσοφική ή οι αδερφές Αλεξάνδρα και Αγγελική Παναγιωτάτου, οι οποίες το 1892 διέπρεψαν στις εξετάσεις εισαγωγής στην Ιατρική Σχολή σε πείσμα των διαμαρτυριών για την εισβολή γυναικών στο άβατο του Ιπποκράτη. Η Αλεξάνδρα έφυγε νωρίς από τη ζωή, όμως η Αγγελική τιμήθηκε με το παράσημο τού τάγματος τού Νείλου για το επιστημονικό έργο της στην Αλεξάνδρεια και το 1908 έγινε η πρώτη υφηγήτρια τής Ιατρικής Σχολής τού Πανεπιστημίου Αθηνών -αργότερα και η πρώτη καθηγήτρια.
Η ζωγράφος, που άνοιξε νέους ορίζοντες
Ανδρικό άβατο υπήρχε, βεβαίως και στη Σχολή Καλών Τεχνών. Το κατέρριψε το 1903 η Σοφία Λασκαρίδου, πρώτη γυναίκα που έγινε δεκτή ύστερα από προσωπικό αίτημα της στον βασιλιά Γεώργιο Α’.
Η ανεξάρτητη, δυναμική και ταλαντούχα ζωγράφος, αρνήθηκε να συμμορφωθεί με τους περιορισμούς της εποχής, διεκδίκησε και κατέκτησε μια θέση στον χώρο της τέχνης -κι έμεινε στην ιστορία, όχι μόνο ως σημαντική ζωγράφος, αλλά και για τον τραγικό έρωτα της με τον ρομαντικό ποιητή και λογοτέχνη Περικλή Γιαννόπουλο.
Με αρκετή καθυστέρηση, η ισότιμη πρόσβαση των γυναικών στο δημόσιο εκπαιδευτικό σύστημα κατοχυρώθηκε με νόμο το 1929. Ο δρόμος, όμως, προς τα αμφιθέατρα δεν άνοιξε με νόμους, αλλά με θαρραλέα γυναικεία βήματα και βλέμματα που δεν κατέβηκαν.
Σήμερα, τα ονόματα των πρώτων Ελληνίδων φοιτητριών έχουν ξεθωριάσει στον χρόνο, αλλά το αποτύπωμα τους βρίσκεται παντού. Κι οι αγώνες τους δεν ανήκουν στο παρελθόν, ζουν σε κάθε γυναίκα, που συνεχίζει να μαθαίνει, να αμφισβητεί και να ανοίγει νέους δρόμους, θυμίζοντας πως η Ιστορία προχωρά, όταν κάποιοι τολμούν να σταθούν μπροστά από την εποχή τους.