«Είδα μπροστά στα μάτια μου να καταρρέει πολυκατοικία» - Ρωτήσαμε ανθρώπους διαφορετικών ηλικιών πώς έζησαν τον σεισμό του ’99 στην Αθήνα
Δήμητρα Πραντάλου
7 Σεπτεμβρίου 2026
Κατά τη διάρκεια της ζωής μας, βιώνουμε γεγονότα που συντροφεύουν τις σκέψεις μας και επιστρέφουμε σε αυτά σε ανύποπτο χρόνο, είτε γιατί κάτι μας τα θύμισε, είτε γιατί απλά δεν έχουμε ξεχάσει. Μέχρι φυσικά κάποια άλλα, πιο μεγάλα, να τα ξεθωριάσουν.
Για μένα, ένα εξ αυτών των γεγονότων είναι ο σεισμός του ’99 στην Αθήνα. Θυμάμαι και την πιο μικρή, την πιο ασήμαντη λεπτομέρεια εκείνης της ημέρας, αλλά και όσων ακολούθησαν. Μέχρι και σήμερα, δεν έχω ξεχάσει την πρώτη σκέψη που μου πέρασε από το μυαλό, όταν είδα τα πράγματα από τη βιβλιοθήκη μου να πέφτουν ακριβώς δίπλα μου, όταν άρχισα να νιώθω πως το πάτωμα κουνιέται, αλλά και όταν είδα το ανυποψίαστο βλέμμα του αδερφού μου που εκείνη τη στιγμή ήταν στο δωμάτιό μου.
Ήμουν 9 ετών και προφανώς δεν μπορούσα να καταλάβω τί συμβαίνει. Δεν είχα ζήσει κάτι αντίστοιχο. Ακόμα και η βουή που άκουγα, μεταφράστηκε στο παιδικό μυαλό μου εντελώς διαφορετικά - συγκεκριμένα θεώρησα πως κάνουν εργασίες σε διπλανό σπίτι.
Οι κινήσεις ήταν γρήγορες. Οι γονείς μου, τρομοκρατημένοι γιατί ο σεισμός τους έπιασε σε μεσημεριανή σιέστα, μάς τράβηξαν από τα χέρια όπως-όπως, για να φύγουμε από το διαμέρισμα. Ήμουν ξυπόλητη και η μητέρα μου έκανε κάποια βήματα πίσω για να πάρει τις παντόφλες μου. Δεν πρέπει να έχουμε κατέβει σκαλιά πιο γρήγορα στη ζωή μας από τότε.
Αφού βγήκαμε από την πολυκατοικία, όλη η γειτονιά βρισκόταν στη μέση της πλατείας. Ντυμένοι όπως να ‘ναι. Οι περισσότεροι με χαλαρές πιτζάμες. Υπήρχε και μία γυναίκα που φορούσε μόνο μία πετσέτα πάνω της, γιατί βλέπετε, ο σεισμός την πέτυχε να κάνει μπάνιο. Αλλά κανείς μας δεν έδινε σημασία στα ρούχα, όλοι ήταν σε πανικόβλητη κατάσταση.
Όσο οι ώρες περνούσαν, τα πρώτα πηγαδάκια είχαν στηθεί. Οι άγνωστοι έγιναν γνωστοί. Τα παιδιά μάθαμε το ένα το άλλο. Μια τηλεόραση βρέθηκε στη μέση της πλατείας για να ενημερωνόμαστε, με μια βασική ερώτηση να τριγυρνά από στόμα σε στόμα: «ήταν ο κύριος σεισμός;».
Η δικαιολογημένη καθυστερημένη απάντηση μάς οδήγησε όλους στο να κοιμηθούμε δύο μέρες στα αυτοκίνητα. Άβολο, αλλά ταυτόχρονα πολύ ασφαλές, κάτι που δεν ένιωθα το ίδιο όταν επιστρέψαμε τελικά στο σπίτι. Ειδικά, όταν είχα δει στην τηλεόραση τις γκρεμισμένες, σαν χαρτόκουτα, πολυκατοικίες, αλλά κυρίως τις ανθρώπινες ζωές που χάθηκαν.
Κάθε Σεπτέμβριο και συγκεκριμένα κάθε 7 του μήνα, επαναφέρω στη μνήμη μου γεγονότα εκείνων των ημερών. Μία τέτοια μέρα είναι, ξανά, η σημερινή. Και κάθε Σεπτέμβριο φοβάμαι μην γίνει ξανά. Για την ακρίβεια, η μεγαλύτερη φοβία μου είναι ο σεισμός. Και αυτό είναι κάτι που συμβαίνει σε όλους. Όσοι βρισκόμασταν στην Αθήνα και ήμασταν από μία ηλικία και άνω, θυμόμαστε τα πάντα. Κυριολεκτικά τα πάντα.
Γι’ αυτό, λοιπόν, ζήτησα από ανθρώπους διαφορετικών ηλικιών, να μου περιγράψουν πώς βίωσαν εκείνοι τον σεισμό του ’99 στην Πάρνηθα.
«Το σπίτι μου γκρεμίστηκε» - Ιστορίες από τον σεισμό του 1999 στην Αθήνα
Μαρία, 40 ετών
Ήμουν 13 ετών όταν έγινε ο σεισμός του 1999 και, ευτυχώς, για εμένα και την οικογένειά μου δεν συνδέθηκε με κάποια προσωπική απώλεια. Παρ’ όλα αυτά, είναι από εκείνες τις ημέρες που δεν θα ξεχάσω. Ήταν μεσημέρι, καθόμουν στην πολυθρόνα του σαλονιού βλέποντας εναλλάξ Beverly Hills και Baywatch. Ακολουθεί μία δυνατή και παράξενη βουή, σαν κάτι να ερχόταν προς το μέρος μου. Μετά άρχισαν όλα να κουνιούνται.
Έτρεξα στην κουζίνα και η εικόνα που θυμάμαι πιο καθαρά είναι η μαμά μου να στέκεται όρθια, παγωμένη, ενώ δίπλα της έπεφταν τα πιάτα από το ανοιχτό ντουλάπι. Ο αδελφός μου προσπαθούσε να την τραβήξει κάτω από το τραπέζι και ο μπαμπάς μου έτρεξε προς το μέρος της, καλύπτοντας το κεφάλι της με τα χέρια του. Δεν έχω ιδέα πόσο διήρκεσε. Στο δικό μου μυαλό, μια αιωνιότητα.
Λίγο αργότερα κατεβαίναμε τις σκάλες της πολυκατοικίας και βρισκόμασταν μαζί με πολύ κόσμο στον δρόμο. Οι επόμενες δύο ημέρες κύλησαν κυρίως έξω: ύπνος στο αυτοκίνητο, βόλτες και νέα από το ραδιόφωνο. Θυμάμαι σκηνές camping σε πλατείες, έξω από εκκλησίες και ανθρώπους που φοβόντουσαν να επιστρέψουν στα σπίτια τους.
Ένα δημοσίευμα που έπεσε στα χέρια μου εκείνες τις ημέρες με ακολουθεί ακόμη. Ήταν η μαρτυρία μιας γυναίκας που είχε μείνει εγκλωβισμένη στα ερείπια της ΡΙΚΟΜΕΞ και, θαμμένη, τραγουδούσε: «Και τι ζητάω, τι ζητάω, μια ευκαιρία στον παράδεισο να πάω…».
Γιώργος, 44 ετών
Το πρώτο που θυμάμαι είναι αυτό το βουητό. Απόκοσμος θόρυβος. Κι ύστερα, όλα να γυρίζουν. Τι είχαμε μάθει στο σχολείο ότι πρέπει να κάνουμε σε περίπτωση σεισμού; «Καλυφθείτε κάτω από ένα τραπέζι», μας λέγανε. Ναι, ΟΚ. Στη θεωρία εύκολο ακούγεται. Στην πράξη, απλά πάγωσα. Τρομοκρατημένος, έμεινα ξάπλα στο κρεβάτι, με την αθλητική εφημερίδα ανά χείρας και το ραδιόφωνο να παίζει κάτι που ποτέ δεν πήγε μέχρι τέλους – δεν θυμάμαι καν τι. Η φωνή της μάνας μου, ένα μακρόσυρτο «Γιώργοοοο», με έκανε να ταρακουνηθώ (κακή επιλογή λέξης, το παραδέχομαι).
Μετά το πρώτο (μέγα) σοκ, έξω από την πολυκατοικία, όλη η οικογένεια, όλη η γειτονιά, όλη η Αθήνα. Κι ύστερα, ολημερίς με την παρέα. Όχι πάντα εν ειρήνη. Να, ο Φώτης δεν σταμάτησε να με βρίζει επειδή 2 μόλις μέρες πριν κι ενώ αράζαμε σπίτι του, παρατηρώντας την κουκέτα που μοιραζόταν με τον αδελφό του, του είχα επισημάνει πως δεν θα κοιμόμουν ποτέ, όπως αυτός, στο κάτω κρεβάτι γιατί «σκέψου να γίνει κάνας σεισμός, θα πέσει πάνω σου». Αναρωτήθηκα σοβαρά μήπως είχα κάποιου είδους προφητικό χάρισμα. Δεν είχα, πάντως.
Γενικώς οι επόμενες μέρες ήταν χαοτικές, εφιαλτικά σουρεαλιστικές. Τα αυτοκίνητα έγιναν τα νέα σπίτια, οι υπαίθριοι χώροι πλημμύρισαν από κόσμο που φοβόταν να κοιμηθεί σε κλειστό χώρο – πάλι καλά που ‘ταν ακόμα καλοκαιρινός ο καιρός τουλάχιστον.
Ακόμα κι έτσι, στην καταστροφή με τα τόσα θύματα και παρά τους συνεχείς μετασεισμούς, κάπως είχε περάσει παραδίπλα μου όλο αυτό, σαν σε ταινία το ένιωθα. Μέχρι που πήγα στη σχολή για να γραφτώ. Και το παλικάρι που ήταν μπροστά μου, δεν μπορώ να θυμηθώ με τίποτα το όνομά του μα θυμάμαι ξεκάθαρα το σουλούπι του, είχε αφήσει κενό το σημείο δίπλα στη διεύθυνση ενόσω συμπλήρωνε τα στοιχεία του. «Το σπίτι μου γκρεμίστηκε στο σεισμό», τον άκουσα να λέει στη γραμματεία. Ξάφνου η καταστροφή για μένα απέκτησε πρόσωπο, το(ν) έβλεπα μπροστά μου. Απότομη ενηλικίωση. Για πολύ καιρό ακόμη, το «πού ήσουν και τι έκανες την ώρα του σεισμού» έγινε η ατάκα που θα άκουγες στάνταρ αργά ή γρήγορα όταν γνώριζες κάποιον, η κοινή τραυματική εμπειρία που έδενε τους πάντες. Και για δες, 27 χρόνια μετά, ακόμα έτσι (μπορεί να) είναι. Γιατί μερικές στιγμές στη ζωή σου δεν τις ξεχνάς ποτέ.
Πάνος, 51 ετών
Ο σεισμός του 1999 στην Αθήνα ήταν μια συγκλονιστική εμπειρία για πολλούς. Καθώς έφευγα, θυμάμαι από το γυμναστήριο, μόλις δύο λεπτά πριν τον σεισμό, η ατμόσφαιρα φαινόταν φυσιολογική. Ξαφνικά, μπροστά στα μάτια μου, μια πολυκατοικία στη Νέα Ερυθραία στην Αγίων Σαράντα άρχισε να καταρρέει. Το θέαμα ήταν τρομακτικό: η σκόνη, ο θόρυβος και το εδάφος που τρανταζόταν, όλα συνέβαλαν σε μια αίσθηση ξαφνικού πανικού. Η εικόνα αυτή έχει χαραχτεί στη μνήμη μου, υπενθυμίζοντας μου τις απρόβλεπτες δυνάμεις της φύσης.
Κυριάκος, 36 ετών
Αν και μόλις 9 ετών το μακρινό 1999 θυμάμαι καθαρα εκείνο το μεσημέρι του Σεπτέμβρη. Ήμουν στο δωμάτιο μου και έβλεπα άνιμε (δε ξέραμε τι ήταν τότε, τα λέγαμε όλα Μίκι Μάους) και συγκεκριμένα Καμπαμαρού (οι μύστες γνωρίζουν), ώσπου ξαφνικά ξεκινάει ένα τρομερό βουητό. Στην αρχή νόμιζα ότι περνούσε από κάτω κάποιο μεγάλο φορτηγό, μόλις κοίταξα έξω από το παράθυρο τη μητέρα με τη θεία μου που εκείνη την ώρα έπιναν καφέ στο μπαλκόνι και άρχισαν να φωνάζουν κατάλαβα ότι κάτι γίνεται και πάγωσα. Για λίγα δεύτερα δε μπορούσα να κάνω βήμα. Μέσα σε λίγα δεύτερα όπου και τελείωσε όλο αυτό το μόνο που κατάφερα να κάνω ήταν να πιάσω το χέρι της μητέρας μου και να κατέβουμε κάτω στο δρόμο όπου όλοι ήταν μαζεμένοι. Η θεία μου έντρομη να τρέχει για το σπίτι της μιας και ο ξάδερφος μου ήταν μόνος του. Οι επόμενες μέρες μας βρήκαν να κοιμόμαστε στο πάρκο παρέα με τα αστέρια και το ραδιόφωνο ακούγοντας τα νέα και τις μεγάλες απώλειες που είχαμε.
Λουκία, 40 ετών
Τον Σεπτέμβριο του 1999 πήγαινα γυμνάσιο. Εκείνη την ημέρα, είχαμε γυρίσει στην Αθήνα από το εξοχικό και όλο χαρά, πήγαμε να ψωνίσουμε για να φάμε το μεσημέρι. Επιστρέφουμε σπίτι και ξεκίνησα να φτιάχνω χοτ-ντογκ. Φορούσα ένα μπεζ παντελόνι, στο οποίο έριξα κέτσαπ και θυμάμαι να σκέφτομαι: «έλα μωρέ δεν θα αλλάξω αμέσως, ποιος θα με δει;». Καθόμασταν λοιπόν με την αδερφή μου και βλέπαμε Τσικιτίτας και ξαφνικά αρχίζει να κουνάει πολύ έντονα. Αμέσως κάτσαμε κάτω από την πόρτα και όταν σταμάτησε, πήγα στο δωμάτιο και είδα ότι είχαν πέσει πολλά πράγματα. Ένα κασετόφωνο είχε πέσει στο κρεβάτι της αδερφής μου, ευτυχώς που δεν ήταν ξαπλωμένη εκείνη τη στιγμή. Βγήκαμε έξω και όλη η γειτονιά ήταν μαζεμένη. Είχα φοβία μήπως ξαναγίνει σεισμός και για αρκετό καιρό κατέβαζα αντικείμενα πάνω απ’το κρεβάτι για να μην πέσουν στο κεφάλι μας.
Χρήστος, 35 ετών
Ήταν μεσημέρι της 7ης Σεπτεμβρίου 1999 και ήμουν μόλις οκτώ χρονών. Είχαμε ξαπλώσει στο σπίτι όταν ξαφνικά άρχισα να ακούω έναν έντονο θόρυβο και τα τζάμια να τρίζουν. Επειδή δεν είχα προηγούμενη εμπειρία από σεισμό, η πρώτη μου σκέψη ήταν ότι περνούσε κάποιο βαρύ όχημα, ίσως ένα φορτηγό, έξω από το σπίτι. Όσο όμως η δόνηση συνεχιζόταν για αρκετά δευτερόλεπτα και έβλεπα τα πράγματα μέσα στο δωμάτιο να κουνιούνται, κατάλαβα ότι κάτι πολύ πιο σοβαρό συνέβαινε. Λίγο αργότερα ήρθαν οι γονείς μου και μας εξήγησαν τι είχε συμβεί. Ο σεισμός των 5,9 Ρίχτερ, με επίκεντρο την Πάρνηθα, είχε χτυπήσει την Αττική και τελικά άφησε πίσω του 143 νεκρούς, εκατοντάδες τραυματίες και τεράστιες καταστροφές. Θυμάμαι ότι χωρίς να πάρουμε σχεδόν τίποτα μαζί μας, μπήκαμε στο αυτοκίνητο και φύγαμε από το σπίτι, φοβούμενοι έναν πιθανό ισχυρό μετασεισμό. Οι εικόνες από τις καταστροφές, ιδιαίτερα από την κατάρρευση της Ρικομέξ, που είχε ως αποτέλεσμα τον θάνατο 39 ανθρώπων, έκαναν την κατάσταση ακόμη πιο τρομακτική.
Ελένη, 40 ετών
Τον Σεπτέμβρη του 1999 ήμουν 13 ετών και λίγων μηνών. Ηταν οι πρώτες μου μέρες στο Γυμνάσιο- το σχολείο που είχα μόλις πάει άρχιζε νωρίτερα τη σχολική χρονιά. Μετά το σχολείο, εκείνη την Τέταρτη στις 14:56 έτρωγα γαύρο στον φούρνο με πατατούλες στο τραπεζάκι του σαλονιού βλέποντας το πολυαγαπημένο μου «Μικρό σπίτι στο λιβάδι» μαζί με τον αδερφό μου. Όταν άρχισε η βοή και το ταρακούνημα, ο πέμπτος όροφος της νεόδμητης πολυκατοικίας μας στην Αγία Παρασκευή άρχισε να πηγαίνει πέρα δώθε. Βιβλία, cd, γύψινα αντίγραφα από μουσεία, κάδρα έπεφταν, έπιπλα έγερναν και εμείς ουρλιάζαμε εκεί ανάμεσα στο τραπεζάκι και τον καναπέ. Ούτε σκέψη να μπούμε κάτω από τραπέζι ή πόρτα. Μου φάνηκε ότι δεν θα τελείωνε ποτέ. Οταν ηρέμησε τελικά, κατεβήκαμε στην πιλοτή όπου ήταν μαζεμένοι όλοι. Θυμάμαι ακόμα κάποιες ηλικιωμένες κυρίες με σορτσάκια όπως είχαν βγει βιαστικά. Ενημερωθήκαμε από το ραδιόφωνο του αυτοκινήτου για τον σεισμό και τα κτήρια που κατέρρευσαν, λίγο μετά η μαμά έφερε το φαγητό από το σπίτι να το συνεχίσουμε, περιμέναμε τον μπαμπά να έρθει από το γραφείο.
Τα πρώτα δύο βράδια κοιμηθήκαμε έξω, με το αυτοκίνητο στην αλάνα μπροστά από το σπίτι κάποιων γειτόνων μαζί με άλλους που έμειναν σε αμάξια ή σκηνές και στην αυλή ενός σχολείου. Εγώ είχα τρομοκρατηθεί και με το ζόρι επέστρεψα σπίτι, για μέρες επέμενα να είναι η πόρτα ξεκλείδωτη τη νύχτα και δεν έκανα μπάνιο παρά μόνο παρά πολύ γρήγορα μην με βρει εκεί σεισμός. Για μήνες έβαζα κάτω από το γραφείο στο παιδικό μου δωμάτιο σφυρίχτρα, φακό κι ένα μπουκαλάκι νερό.
Κωνσταντίνα, 36 ετών
Ήταν ένα συνηθισμένο μεσημέρι, φεύγαμε με την μαμά μου από το μαγαζί του παππού για να πάμε σπίτι να φάμε και ενώ ήμασταν έτοιμες να περάσουμε τον κεντρικό δρόμο, κάτι περίεργο συνέβη… όλα τα αυτοκίνητα ακινητοποιήθηκαν. Έτσι ξαφνικά! Δεν καταλάβαμε τον λόγο, κοντοσταθήκαμε για λίγο και τελικά περάσαμε στο απέναντι πεζοδρόμιο. Άνθρωποι άρχισαν να βγαίνουν από τα σπίτια και τα μαγαζιά τους. Ήταν ταραγμένοι, φώναζαν, άλλοι έκλαιγαν. Η μαμά μου πλησίασε και ρώτησε μια κυρία τι είχε συμβεί και αν χρειάζεται βοήθεια και τότε εκείνη άρχισε να φωνάζει πως έγινε σεισμός και της έλεγε να πάει σπίτι της να δει αν όλα είναι καλά. Μέχρι εκείνη την στιγμή δεν είχα αισθανθεί σεισμό, ούτε και τότε τον κατάλαβα, αλλά και μόνο η ταραχή που έβλεπα στα πρόσωπα των ανθρώπων και τα λόγια αυτής της γυναίκας με είχαν τρομάξει. Αρχίσαμε, λοιπόν, να περπατάμε γρηγορότερα και να κατευθυνόμαστε προς το σπίτι μας. Στο μεταξύ όλο και περισσότεροι άνθρωποι ήταν στους δρόμους, επικρατούσε φοβερή αναστάτωση και φασαρία. Στρίβοντας τη γωνία για το σπίτι θυμάμαι να νιώθω φοβερή αγωνία για το τι θα αντικρίσω (ήμουν και 9 χρονών … στο μυαλό μου όλα ήταν μεγαλύτερα) και τότε είδα τον αδερφό μου να τρέχει προς το μέρος μας φωνάζοντας να φύγουμε, να πάμε στην Βραζιλία (η επιρροή από τα βραζιλιάνικα της εποχής ήταν εμφανής!).
Αυτή ήταν η εμπειρία μου από τον μεγάλο σεισμό του 1999. Φοβήθηκα αν και δεν τον κατάλαβα… Βέβαια στη διάρκεια της μέρας ένιωσα όλους τους μετασεισμούς και όλη την ταραχή που προκάλεσε όλο αυτό. Ήταν η πρώτη –και θέλω να πιστεύω και η τελευταία- φορά που κοιμηθήκαμε με ανοιχτές τις πόρτες, τρέχοντας κάθε φορά που γινόταν κάποιος μετασεισμός και η πρώτη φορά που έβλεπα ανθρώπους να κοιμούνται σε αυτοκίνητα, πλατείες, γήπεδα! Από τότε μέχρι και σήμερα δεν έχω κάτι που να φοβάμαι περισσότερο…
Ευαγγελία, 60 ετών
7 Σεπτεμβρίου 1999… Ήταν περίπου 14:00 το μεσημέρι. Είμαι μητέρα δίδυμων, μόλις 40 ημερών. Εξαντλημένη από τα ξενύχτια και τη φροντίδα τους, προσπαθώ να τα κοιμισω. Τα βάζω στις κούνιες τους και ξαπλώνω για λίγα λεπτά ανάμεσά τους, μέσα στην αφόρητη ζέστη. Ξαφνικά, ένας εκκωφαντικός θόρυβος. Ο καθρέφτης πέφτει & σπάει, το κρεβάτι και οι κούνιες κινούνται δεξιά κι αριστερά. Δεν μπορώ να σταθώ όρθια. Μέσα σε κλάσματα δευτερολέπτου καταλαβαίνω: σεισμός. Αρπάζω τα δύο μωρά στην αγκαλιά μου, ένα σε κάθε χέρι. Ξυπόλητη, με το νυχτικό, χωρίς κλειδιά, χωρίς να σκεφτώ τίποτα άλλο, ανοίγω την πόρτα και κατεβαίνω τρέχοντας από τον τρίτο όροφο.
Δεν ξέρω πώς κατέβηκα. Δεν ξέρω πώς δεν μου έπεσε κανένα από τα δύο παιδιά. Ξέρω μόνο ότι βγήκα στον πεζόδρομο, τα κρατούσα σφιχτά στην αγκαλιά μου και κοιτάζοντας την πολυκατοικία έντρομη. Ήταν στιγμές φόβου, απόγνωσης και απόλυτης συνειδητοποίησης του πόσο μικροί και αδύναμοι είμαστε μπροστά στη δύναμη της ζωής. Ευτυχώς, για εμάς όλα πήγαν καλά. Όμως η 7η Σεπτεμβρίου έμεινε για πάντα μέσα μου.
Θεώνη, 54 ετών
Θυμάμαι ότι ήταν μια πάρα πολύ δύσκολη μέρα. Είχαμε μόλις στρώσει το τραπέζι για να φάμε, όταν άρχισε να κουνάει. Στην αρχή περιμέναμε ότι θα σταματήσει, όμως ο σεισμός δυνάμωνε και δεν μπορούσαμε ούτε βήμα να κάνουμε. Τα παιδιά ήταν μικρά, ο μεγάλος μου γιος έξι χρονών και ο μικρός ακόμη στην περπατούρα. Κατεβήκαμε όλοι στο πεζοδρόμιο και εγώ μάζεψα ό,τι απαραίτητο μπορούσα για τα παιδιά. Φύγαμε για το Κορωπί, όπου μείναμε με συγγενείς για λίγες ημέρες. Όταν επιστρέψαμε, δεν μπορούσα να αφήσω τα παιδιά μόνα τους ούτε λεπτό. Κοιμόμασταν όλοι μαζί και, όταν ο άντρας μου έφευγε για τη δουλειά, έπαιρνα τα παιδιά και πηγαίναμε από νωρίς στο πάρκο, γιατί φοβόμουν να μείνω μόνη στο σπίτι. Εκείνος ο σεισμός ήταν η αφορμή να μετακομίσουμε τελικά σε προάστιο της Αττικής, σε μονοκατοικία. Ο φόβος, όμως, έμεινε.
Μέσα σε όλο αυτό τον τρόμο, υπάρχει ένα περιστατικό που ακόμη και σήμερα θυμόμαστε και γελάμε. Ο μεγάλος μου γιος θα πήγαινε πρώτη Δημοτικού και μόλις είχε αποκτήσει την καινούργια του σχολική τσάντα. Όταν τελείωσε ο σεισμός, του είπα να βάλει τα παπούτσια του και να κατέβει στο πεζοδρόμιο. Όταν κατεβήκαμε, τον είδα ξυπόλητο, αλλά να κρατάει σφιχτά την τσάντα του. «Παιδί μου, πού είναι τα παπούτσια σου;» τον ρώτησα. Και μου απάντησε: «Μαμά, εγώ θα πάω σχολείο και φαντάσου να πέσει το σπίτι μας και να πλακώσει την τσάντα μου μέσα. Τι θα κάνω εγώ;». Μέσα στον πανικό, εκείνος είχε σκεφτεί μόνο την τσάντα του. Μια τόσο παιδική σκέψη, που τελικά έγινε μία από τις πιο χαρακτηριστικές αναμνήσεις μας από εκείνη τη φοβερή ημέρα.
Ελένη, 63 ετών
Τρίτη 7 Σεπτεμβρίου 1999, λίγο πριν από τις τρεις το μεσημέρι. Ο άντρας μου είχε έρθει στο σπίτι για να φάμε και τα παιδιά έβλεπαν «Baywatch» στο υπνοδωμάτιο, όταν ξαφνικά άρχισε να κουνιέται ολόκληρη η πολυκατοικία. «Τα παιδιά μου, τα παιδιά μου», ήταν το μόνο που μπορούσα να φωνάξω. Η τηλεόραση έπεσε, οι τοίχοι άνοιγαν και τα παιδιά είχαν παγώσει από τον φόβο. Μόλις σταμάτησε η δόνηση, τα πήραμε ξυπόλυτα και κατεβήκαμε στον δρόμο. Λίγες ώρες αργότερα περάσαμε από τον παιδικό σταθμό που θα πήγαινε η κόρη μου και είχε καταρρεύσει με εννιά παιδιά μέσα. Θυμάμαι τη μητέρα ενός παιδιού να περιμένει απελπισμένη, λέγοντας πως όλοι είχαν βγει εκτός από το δικό της. Τελικά, το παιδί δεν τα κατάφερε. Εκεί καταλάβαμε πως αυτό που είχε συμβεί ήταν μια πραγματική τραγωδία.
Οι μετασεισμοί συνεχίζονταν και εμείς κοιμόμασταν έξω, σε σκηνή, ενώ η πολυκατοικία μας χαρακτηρίστηκε «κόκκινη», καθώς είχαν σπάσει επτά κολόνες, και τελικά γκρεμίστηκε. Χρειάστηκαν δέκα χρόνια μέχρι να επιστρέψουμε ξανά στο σπίτι μας. Μέχρι τότε, μεγαλώσαμε τέσσερις άνθρωποι σε περίπου σαράντα τετραγωνικά, προσπαθώντας να ξαναφτιάξουμε τη ζωή μας. Ήμασταν, όμως, από τους τυχερούς: δεν χάσαμε κανέναν δικό μας άνθρωπο. Αυτό που δεν καταφέραμε ποτέ να ξαναβρούμε ήταν η αίσθηση ασφάλειας. Ακόμη και σήμερα, υπάρχουν στιγμές που νομίζω ότι κουνιέται το σπίτι ή φοβάμαι πως θα γίνει ξανά σεισμός. Μπορεί να ξαναχτίσεις ένα σπίτι, αλλά τον φόβο δεν είναι τόσο εύκολο να τον γκρεμίσεις.
Δημήτρης, 38 ετών
Τον σεισμό του 1999 δεν τον έζησα από κοντά, αφού εκείνο το καλοκαίρι βρισκόμουν ακόμα στο χωριό για διακοπές μέχρι να ξεκινήσουν τα σχολεία. Παρολο που δεν κατάλαβα ο ίδιος τί είχε συμβεί, θυμάμαι έντονα όλα όσα άκουγα από τους γονείς μου όταν μιλούσαν για εκείνη τη μέρα. Μου περιέγραφαν πως ενώ βρίσκονταν στη δουλειά η ένταση του σεισμού ήταν τέτοια ώστε είχαν την αίσθηση πως ολόκληρο το κτίριο μετακινούνταν.Την ίδια στιγμή οι εικόνες που έδειχνε η τηλεόραση και ιδιαίτερα τα πλάνα από το κτίριο της ρικομέξ ήταν τρομακτικές. Ίσως ήταν η πρώτη φορά που αντιλήφθηκα πόσο ξαφνική και καταστροφική μπορεί να είναι μια φυσική καταστροφή.
Αληθινές ιστορίες, βαθιά θέματα, καθημερινή έμπνευση. Ακολούθησε το JennyGr στο Google News.