H Μαρία Πολυκρέτη εμπνεύστηκε την έκθεση Rewoven μετατρέποντας ένα νυφικό ζακέτο του 1893 σε γέφυρα παρελθόντος και παρόντος
Μυρτώ Μήτσιου
6 Φεβρουαρίου 2026
Η μνήμη, η παράδοση και η δημιουργικότητα συναντιούνται στη Νάξο μέσα από μια πρωτότυπη εικαστική έκθεση. Η «Rewoven- μνήμη υφαίνεται ξανά» ξεκινά από ένα οικογενειακό κειμήλιο: ένα νυφικό ζακέτο του 1893, που πέρασε από γενιά σε γενιά και τώρα εμπνέει επτά σύγχρονες καλλιτέχνιδες να δημιουργήσουν έργα τέχνης με αφορμή την ιστορία, την ύλη και την πολιτιστική κληρονομιά του νησιού.
Η έκθεση πραγματοποιείται στο Α´Γυμνάσιο της Νάξου και έχει στόχο την επιτόπια μελέτη των παραδοσιακών ενδυμάτων και υφαντών της περιοχής, αλλά και τη μεταγραφή τους σε σύγχρονα έργα τέχνης, αξιοποιώντας μέσα όπως χαρτί, ύφασμα, γύψο, πηλό, μέταλλο, βίντεο και οσμή. Το νυφικό πανωφόρι, πέρα από το ιστορικό του ενδιαφέρον, λειτουργεί ως σύμβολο μετάβασης και προστασίας, ενώ ταυτόχρονα εγείρει ερωτήματα για τα σώματα και τα χέρια που το κατασκεύασαν και το φόρεσαν.
Στο πλαίσιο των εγκαινίων, θα πραγματοποιηθεί στρογγυλή τράπεζα με προσκεκλημένους θεωρητικούς, ερευνητές και επαγγελματίες της παραδοσιακής και σύγχρονης τέχνης και της μόδας. Η έκθεση και η συζήτηση αναδεικνύουν την πολιτιστική ταυτότητα της Νάξου μέσα από το σύγχρονο βλέμμα και δημιουργούν έναν διάλογο ανάμεσα στο παρελθόν, τις σύγχρονες τεχνίτριες του νησιού και τις νέες καλλιτέχνιδες.
Η ιδέα και η υλοποίηση της έκθεσης είναι έργο της Μαρίας Πολυκρέτη, προέδρου του πολιτιστικού φορέα «Πολυκρίτη – Νάξος», η οποία μίλησε στο Jenny.gr για την έμπνευση, τη διαδικασία και τις προκλήσεις που συνοδεύουν τη διατήρηση της μνήμης και της παράδοσης σήμερα.
Πώς ξεκίνησε η ιδέα για την έκθεση; Υπήρξε μια συγκεκριμένη στιγμή ή σκέψη που σας έκανε να πείτε «αυτό πρέπει να γίνει»;
Δεν υπήρξε μία συγκεκριμένη στιγμή. Ήταν κάτι που ωρίμαζε μέσα μου με τον χρόνο. Το ζακέτο αυτό υπήρχε πάντα στη ζωή μου, όχι ως ένα αντικείμενο του παρελθόντος, αλλά ως κάτι παρόν, που συνέχιζε να φοριέται και να μεταφέρεται από γενιά σε γενιά.
Κάποια στιγμή συνειδητοποίησα ότι αυτή η στάση και η θεώρηση- το να επιτρέπεις στο παρελθόν να συνεχίζει να υπάρχει στο παρόν- είναι μια ουσιαστική πρόταση για το πώς μπορούμε να στεκόμαστε απέναντι στα κειμήλια, στα ίχνη ζωής του παρελθόντος, απέναντι στην μνήμη γενικότερα: όχι παγωμένοι και σε απλή ενατένιση μπροστά της, αλλά σε διάλογο μαζί της.
Από εκεί γεννήθηκε το Rewoven. Ως ανάγκη να ανοίξει αυτό το ερώτημα δημόσια: πώς φέρνουμε τη μνήμη στο σήμερα, ώστε να συνεχίζει να μας αφορά και να μας υπηρετεί.
Πότε συνειδητοποιήσατε ότι δεν είναι απλώς ένα αντικείμενο, αλλά μια ιστορία που αξίζει να ειπωθεί δημόσια;
Το συνειδητοποίησα τη στιγμή που το φόρεσε η κόρη μου, η Ιουλιανή. Εκεί έγινε ξεκάθαρο για μένα ότι αυτό το ζακέτο δεν είναι απλώς ένα οικογενειακό κειμήλιο, αλλά μια ζωντανή ιστορία, ένα νήμα ζωής που συνεχίζεται μέσα στο χρόνο.
Το φόρεσε πρώτη η προγιαγιά μου, μετά η γιαγιά μου, το φόρεσε η θεία μου η Δήμητρα στο Γυμνάσιο καθώς και οι ξαδέλφες μου. Το φόρεσα κι εγώ στις εθνικές επετείους, και όταν το είδα πάνω στην κόρη μου είδα ξεκάθαρα τη διαδρομή του μέσα στον χρόνο. Θεωρώ ότι τότε κατάλαβα ότι αυτή η ιστορία δεν αφορά μόνο την οικογένειά μας, αλλά τον τρόπο με τον οποίο η μνήμη μπορεί να παραμένει ζωντανή μέσα στο παρόν- και ότι άξιζε να ειπωθεί δημόσια.
Τι σας συγκινεί περισσότερο σε αυτό το ρούχο;
Με συγκινεί βαθιά το ότι είναι ένα οικογενειακό κειμήλιο. Αυτό από μόνο του δημιουργεί μια πολύ προσωπική σχέση μαζί του.
Όμως αυτό που με ιντριγκάρει περισσότερο είναι ότι αυτό το ρούχο εγείρει ερωτήματα και αντιφάσεις. Την πρώτη αντίφαση την ένιωσα όταν το πρωτοφόρεσα μαθήτρια: είναι μαύρο, κι όμως μου είπαν ότι προοριζόταν για νυφικό. Το μαύρο το έχουμε συνδέσει με το πένθος, όχι με την αρχή μιας κοινής ζωής — κι αυτό από μόνο του ανοίγει ένα ερώτημα.
Αργότερα μάθαμε ότι πρόκειται για ένα αστικό σακάκι ευρωπαϊκού τύπου, καλοραμμένο και λεπτοδουλεμένο. Η γυναίκα, όμως, που το φόρεσε ζούσε σε μια αγροτική κοινωνία. Πώς βρέθηκε εκεί; Ποιος το έραψε; Το επέλεξε η ίδια ή της δόθηκε έτοιμο; Αυτά είναι ερωτήματα που παραμένουν ανοιχτά.
Τέλος, υπάρχει μια αντίφαση που με αγγίζει ιδιαίτερα και αφορά κάτι βαθύτερο από το ίδιο το αντικείμενο: το ζακέτο είναι φτιαγμένο από φαινομενικά εύθραυστα υλικά- μετάξι, δαντέλα- κι όμως άντεξε στον χρόνο. Και αυτό συνειρμικά μου θυμίζει τις γυναίκες που το φόρεσαν: φαινομενικά και κοινωνικά «αδύναμες», αλλά στην πράξη με μεγάλη ψυχική δύναμη και αντοχή.
Πώς επιλέξατε τις καλλιτέχνιδες;
Δεν αναζητούσα ένα ενιαίο αισθητικό βλέμμα, ούτε έναν ενιαίο τρόπο έκφρασης. Με ενδιέφερε η πολυφωνία- διαφορετικές γλώσσες, διαφορετικά μέσα, διαφορετικές αναγνώσεις του ίδιου αντικειμένου. Γιατί και το ίδιο το ζακέτο διαβάζεται σε πολλά επίπεδα. Ήθελα επίσης συνειδητά οι καλλιτέχνες που θα συνομιλήσουν με αυτό το αντικείμενο να είναι γυναίκες. Όχι ως θέση ή δήλωση, αλλά γιατί πρόκειται για ένα ρούχο βαθιά συνδεδεμένο με τη γυναικεία εμπειρία, το σώμα, τη μνήμη και την καθημερινή ζωή των γυναικών. Ένιωθα ότι η μετάφρασή του στο σήμερα έπρεπε να γίνει από ανθρώπους που μπορούν να προσεγγίσουν αυτή τη μνήμη εκ των έσω.
Κάθε καλλιτέχνιδα το προσέγγισε με τον δικό της τρόπο — μέσα από το ένδυμα, την ύλη, την ψηφιακή εικόνα, την όσφρηση, τη γλυπτική. Αυτή η πολλαπλότητα ήταν για μένα ουσιαστική, γιατί το αντικείμενο δεν έχει μία μόνο ανάγνωση, όπως ακριβώς και η μνήμη.
Τι σας εντυπωσίασε περισσότερο στην προσέγγισή τους;
Το ότι καμία δεν προσπάθησε να “αναπαράγει” το ζακέτο. Όλες το διάβασαν ως αφετηρία, όχι ως ιερό αντικείμενο. Αυτό για μένα ήταν πολύ συγκινητικό. Δεν θα ξεχώριζα ένα έργο — με εντυπωσίασε η συνολική ειλικρίνεια της προσέγγισης.
Μπορούν αυτά τα «παλιά» πράγματα να αποκτήσουν νέο νόημα σήμερα;
Ναι- αν τα πλησιάσουμε χωρίς νοσταλγία. Αν τα δούμε ως καθρέφτες επιλογών: τι κρατάμε, τι αφήνουμε, τι μετασχηματίζουμε. Η χειροτεχνία δεν είναι παρελθόν. Είναι γνώση του σώματος, του χρόνου και της ύλης. Και αυτά είναι απολύτως σύγχρονα ζητήματα.
Γιατί στη Νάξο και όχι σε μεγάλο αστικό κέντρο;
Ζω στη Νάξο όλο τον χρόνο και με αφορά άμεσα το πολιτιστικό γίγνεσθαι αυτού του τόπου- όχι θεωρητικά, αλλά μέσα από την καθημερινή ζωή εδώ. Με αφορά το πώς μιλάμε για την παράδοση, για τα αντικείμενα και τα ίχνη που κληρονομήσαμε, και κυρίως το πώς τα φέρνουμε στο σήμερα με τρόπο ζωντανό και δημιουργικό.
Με αφορά ακόμη περισσότερο γιατί εδώ μεγαλώνουν και τα παιδιά μου. Είναι μέρος της νέας γενιάς αυτού του τόπου. Η συζήτηση για το πώς στεκόμαστε απέναντι στη μνήμη και στα κειμήλιά μας δεν είναι αφηρημένη· είναι κάτι που διαμορφώνει τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε τον εαυτό μας και το μέλλον μας.
Για μένα, λοιπόν, το Rewoven έπρεπε να ξεκινήσει εδώ γιατί τέτοιες πολιτιστικές πρωτοβουλίες μπορούν να γεννηθούν και μακριά από το κέντρο — εκεί όπου η ζωή συνεχίζεται με άλλους ρυθμούς, αλλά με το ίδιο βάθος.
Ποιο είναι το πιο δύσκολο κομμάτι στη διατήρηση της παράδοσης;
Το δύσκολο είναι να επιτρέψεις στην παράδοση να εξελιχθεί και να συνομιλήσει με το σήμερα, χωρίς να χαθεί η ουσία της. Να μη γίνει ούτε φολκλόρ ούτε διακόσμηση, αλλά ζωντανή εμπειρία και συνείδηση.
Τι θέλετε να πάρουν οι νεότερες γενιές;
Την αίσθηση ότι δεν ξεκινούν από το μηδέν. Ότι μπορούν να δημιουργήσουν, έχοντας επίγνωση του από πού έρχονται- αλλά και ταυτόχρονα την ελευθερία να πάνε αλλού.
Αν έπρεπε να περιγράψετε την έκθεση Rewoven με μία μόνο φράση- όχι επίσημη, αλλά προσωπική- ποια θα ήταν;
Η μνήμη δεν είναι ταυτότητα· είναι καθρέφτης επιλογών.
Και όταν γίνεται επιλογή, η σχέση μας μαζί της γίνεται συνειδητή και ουσιαστική.