«Τον παρακαλούσα να σταματήσει»: Δικαστικός καταγγέλλει τον βιασμό της και ο πρόεδρος της Ένωσης Εφετών παραιτείται

The Jennettes
Τρίτη, 07 Σεπτεμβρίου 2021

Έπειτα από τις καταγγελίες σε βάρος του για σεξουαλική παρενόχληση γυναικών και την καταγγελία δικαστικής λειτουργού για το βιασμό της, ο πρόεδρος της Αρχής Εξέτασης Προδικαστικών Προσφυγών (ΑΕΠΠ) και πρώην πρόεδρος Εφετών των Διοικητικών Δικαστηρίων υπέβαλε την παραίτησή του. 

Έχει ήδη ξεκινήσει εισαγγελική έρευνα για το πρόσωπό του, ενώ στο έγγραφο που κατέθεσε στο υπουργείο Δικαιοσύνης, ο ίδιος αναφέρει πως αποσύρεται για να μπορεί απερίσπαστος από τα καθήκοντά του να υπερασπιστεί τον εαυτό του. Επιπλέον, φέρεται να κάνει λόγο για κατασκευασμένες καταγγελίες σε βάρος του με σκοπό να πληγεί η προσωπικότητα και το κύρος του.

Η υπόθεση ξεκίνησε στο τέλος του Αυγούστου, όταν δικαστική λειτουργός κατήγγειλε το βιασμό της από πρώην δικαστή και βασικό στέλεχος της Αρχής Εξέτασης Προδικαστικών Προσφυγών. Ανέφερε ότι η πράξη του δεν είχε παραγραφεί, πως η κακοποίηση συνέβη σε ξενοδοχείο ημιδιαμονής στην Εκάλη.

Σε επιστολή της, εξηγεί ότι όλα συνέβησαν την ώρα που εκείνη ήταν στην Εθνική Σχολή Δικαστικών Λειτουργών (Θεσσαλονίκης) και εκείνος ήταν αρχικά μέλος της εξεταστικής επιτροπής του εισαγωγικού διαγωνισμού και, στη συνέχεια, είχε εκπαιδευτική δραστηριότητα.

Αναλυτικά, η καταγγελία της δικαστικού:

«Συναντήθηκα μαζί του για γεύμα μια φορά μεσημέρι και αναγκάστηκα μια ακόμη φορά να δεχθώ πρόσκλησή του σε δείπνο, στην Εκάλη, και συγκεκριμένα κοντά στα σπίτια και των δυο μας. Σε όλη τη διάρκεια του δείπνου ήταν πολύ αποθρασυμένος, επέμενε να μου βάζει να πίνω συνέχεια, με κοιτούσε σαν σεξουαλικό αρπακτικό, κάνοντάς με να νιώθω άσχημα, και στο τέλος ήρθε μόνος του και έκατσε κολλητά δίπλα μου. Μετά από λίγο παρακάλεσα να φύγουμε και βγαίνοντας μου ζήτησε να τον συνοδεύσω σε ένα ξενοδοχείο δίπλα. Τον ρώτησα γιατί μένει σε ξενοδοχείο αφού το σπίτι του είναι πολύ κοντά και μου απάντησε, ψευδώς ότι πηγαίνει πού και πού να ηρεμεί γιατί έχει εντάσεις σπίτι του με την κόρη του και τη γυναίκα του.

Όταν φτάσαμε στο ξενοδοχείο, που ήταν τελικά ξενοδοχείο ημιδιαμονής, προσπάθησα να φύγω, αλλά με ψυχραιμία επέμενε ότι επέλεξε το ξενοδοχείο γιατί ήταν κοντά, ότι δεν πρέπει να φοβάμαι, ότι θέλει μόνο για λίγα λεπτά παρέα και θέλει μόνο να κουβεντιάσει για τα οικογενειακά του προβλήματα, γιατί ένιωθε άσχημα να τα πει αλλού και αν αισθανόμουν άβολα θα φεύγαμε αμέσως.

Μπήκα με δισταγμό στο δωμάτιό του και χωρίς να αφήσει δευτερόλεπτο, αντίθετα σε ό,τι μου είχε υποσχεθεί, μου επιτέθηκε σεξουαλικά. Τον παρακαλούσα συνεχώς να σταματήσει και του κατέβαζα τα χέρια, ενώ με έγδυνε και έφραζε με το σώμα του τον δρόμο για την πόρτα. Ζήτησα να πάω στο μπάνιο, για να γλιτώσω προσωρινά και δεν με άφηνε. Άρχισα να τον απωθώ και να κλαίω και του είπα ότι δεν θέλω.

Αυτός όμως με κάθισε στο κρεβάτι με το ζόρι πιάνοντάς με από τους ώμους και λέγοντάς μου να ηρεμήσω και ότι θα είναι ωραία, ξεκούμπωσε το παντελόνι του και με πίεζε με τα χέρια του σε ασελγή πράξη. Του είπα ότι είναι παράλογο και ότι είναι παντρεμένος με κόρη στην ηλικία μου και μου είπε γελώντας ότι είναι δικός του λογαριασμός και ότι η σύζυγος και η κόρη του δεν έχουν πρόβλημα και είναι οικονομικά εξαρτημένες από αυτόν.

Θύμωσε μάλιστα κάποια στιγμή, γιατί τον καθυστερούσα και τον νευρίαζε η “γκρίνια” μου, όπως χαρακτήρισε τις αρνήσεις και τα παρακάλια μου, ενώ είχε λάβει χάπι σεξουαλικής διέγερσης, όπως μου είπε. Σιχαινόμουν πια και τον ίδιο και τον εαυτό μου, αλλά δεν σταμάτησε εκεί όπως ήλπιζα.

Με ξανασταμάτησε από το να σηκωθώ, με ώθησε ανάσκελα και με πίεσε με το βάρος του ξαπλώνοντας πάνω μου. Όταν προσπάθησε να διεισδύσει, τον παρακάλεσα ξανά να συνέλθει και να μην το κάνει αυτό. Επανέλαβα ότι δεν θέλω και αυτός σαν τρελαμένος μού κράτησε τα χέρια λέγοντας μόνο να μην κάνω τη δύσκολη και επαναλαμβάνοντας με αλλοιωμένη φωνή “λίγο, άσε με λίγο”. Δεν είχε καμία επαφή ούτε πρόθεση να σταματήσει και είχα πνιγεί από φόβο και ντροπή χωρίς να ξέρω τι πρέπει να κάνω.

Δεν θυμάμαι καν πόσο κράτησε. Αλλά, όταν ολοκλήρωσε και έφυγε από πάνω μου, συνειδητοποίησα ότι είχα βιαστεί. Είχα μείνει άφωνη και μάζεψα αμέσως τα ρούχα μου να φύγω σπαράζοντας. Ήθελα να ανοίξει η γη να με καταπιεί. Το κτήνος, με πλήρη αδιαφορία, μου είπε ότι και οι δύο το θέλαμε, ότι ήταν κοινό μυστικό μας και θα φρόντιζε να μην το πει σε κανέναν, δημιουργώντας μου χειριστικά ενοχές και αίσθημα δικής μου ευθύνης για το περιστατικό. Ούτε θυμάμαι πώς βρέθηκα σπίτι μου».