UPDATE #NOW

Βαγγέλης Παπαθανασίου: Η μουσική διάνοια ενός μεγάλου Έλληνα


JTeam

20 Μαΐου 2022

Βαγγέλης Παπαθανασίου
ImpacTalk
Γνωστός διεθνώς ως Vangelis, ο οσκαρικός Έλληνας συνθέτης της ηλεκτρονικής μουσικής επηρέασε την ανάπτυξη πολλών και διαφορετικών μουσικών ειδών ενώ με το έργο του τίμησε και πρέσβευε τη χώρα μας στο εξωτερικό με τον καλύτερο τρόπο

Aπό τη Μία Κόλλια

Ο Βαγγέλης Παπαθανασίου γεννήθηκε στις 29 Μαρτίου 1943 στην Αγριά Βόλου. Ξεκίνησε να συνθέτει από την ηλικία των τεσσάρων ετών, ενώ έδωσε την πρώτη του δημόσια παράσταση στην ηλικία των έξι, ως αυτοδίδακτος.

«Πάντα προσπαθούσα να πάρω το μέγιστο από τη “συμπεριφορά” ενός ήχου. Νομίζω ότι είναι πιο σημαντικό να πετύχουμε ένα αρμονικό αποτέλεσμα, χωρίς να δίνουμε σημασία στην πηγή από την οποία προέρχεται ο ήχος. Μπορώ να θυμηθώ ως παιδί να βάζω αλυσίδες στο πιάνο των γονιών μου, για να δω πώς θα επηρεάσει τον ήχο! Αυτή η προσέγγιση στη μουσική με ακολουθούσε πάντα», έχει πει ο ίδιος. Μεγαλώνοντας, πάντως, σπούδασε κλασική μουσική, ζωγραφική και σκηνοθεσία στην Ακαδημία Καλών Τεχνών στην Αθήνα.

Στις αρχές της δεκαετίας του 1960 συμμετείχε για πρώτη φορά σε συγκρότημα, τους Forminx, και όχημα της επιτυχίας τους ήταν το τραγούδι «Jeronimo Yanka», καθώς το 45άρι άλμπουμ έγινε χρυσό την πρώτη εβδομάδα κυκλοφορίας του.

Στο Παρίσι

Οκτώ χρόνια αργότερα μετακόμισε στο Παρίσι, όπου μαζί με τον Έλληνα καλλιτέχνη Ντέμη Ρούσο δημιούργησε τους Aphrodite’s Child. Το επιτυχημένο διπλό άλμπουμ με τίτλο 666 θεωρείται ότι του έδωσε την ώθηση για την αρχή της διεθνούς καριέρας του. Σιγά σιγά άρχισε να ασχολείται και με διαφορετικά πράγματα: έγραψε μουσική για μια ταινία, ακολούθησε ένα ακουστικό ντοκιμαντέρ επηρεασμένο από της φοιτητικές εξεγέρσεις στο Παρίσι του 1968 και αργότερα μια σειρά ντοκιμαντέρ για την άγρια φύση.

Στο Λονδίνο

Το 1975 αποχώρησε από τους Aphrodite’s Child για να εγκατασταθεί στο Λονδίνο, όπου ίδρυσε τα Nemo studios, για ηχογραφήσεις. Κυκλοφόρησε την πρώτη του συλλογή με τίτλο Heaven and Hell, ακολούθησαν και άλλα επιτυχημένα άλμπουμ για τα οποία βραβεύτηκε και άρχισε να γίνεται παγκοσμίως γνωστός. Κάποιες φορές αναπολούσε τα 14 χρόνια που πέρασε στο Λονδίνο -την αγάπη του για την ποικιλία των βρετανικών προφορών, τη βρετανική κωμωδία και τις ταινίες του Ealing Studios.

«Ήταν μια υπέροχη στιγμή στη ζωή μου», έλεγε. «Πολιτιστικά ήταν πολύ διαφορετικά για μένα όταν έφτασα για πρώτη φορά στην Αγγλία αλλά έμαθα να προσαρμόζομαι. Προερχόμενος από μια διαφορετική κουλτούρα, όπου τα καφέ και τα εστιατόρια άνοιγαν αργά, εξεπλάγην όταν συνειδητοποίησα ότι τα περισσότερα μαγαζιά έκλειναν στις 10:30 το βράδυ. Στο σπίτι μου στο Παρίσι, έχω ακόμη μια πινακίδα από την οδό Hampden Gurney, όπου βρισκόταν το παλιό μου στούντιο».

Στα Οσκαρ

Ένα μεγάλο μέρος των συνθέσεων του Βαγγέλη Παπαθανασίου δημιουργήθηκε για να πλαισιώσει κινηματογραφικές παραγωγές ως σάουντρακ, με κορυφαίο το «Chariots of Fire» για την ομώνυμη ταινία του 1981, η οποία απέσπασε το Όσκαρ Καλύτερης Πρωτότυπης Μουσικής.

«Έχω πάντα μια ενστικτώδη προσέγγιση στη δημιουργία της μουσικής μου. Η διαφορά με τη μουσική για μια ταινία είναι ότι η ταινία έχει μια ιδέα, μια ιστορία και μια κατασκευή, με μια καθορισμένη αρχή και ένα καθορισμένο τέλος. Μέσα σε αυτές τις συνθήκες πρέπει να πλεύσω, αλλά πλέω καθοδηγούμενος από την πρώτη μου άμεση εντύπωση όταν βλέπω τις εικόνες και χωρίς να διαβάζω το σενάριο, προκειμένου να αποφύγω το προκαθορισμένο πλαίσιο σχετικά με αυτό που παρακολουθώ. Δεν υπάρχει καμία σκέψη. Ακολουθώ αυτή τη ροή έως ότου η μουσική δεν με χρειάζεται πια», έχει πει ο ίδιος.

Getty Images

Στο Διάστημα

Η εξερεύνηση του Διαστήματος ενθουσίαζε τον Παπαθανασίου από τα παιδικά του χρόνια, όπως έχει δηλώσει, και αφιέρωσε πολλά έργα του σε αυτό. Το καλοκαίρι του 2001, παρουσίασε το έργο Μυθωδία στους Στύλους του Ολυμπίου Διός, μια μουσική που δημιουργήθηκε για να συνοδεύσει τη διαστημική αποστολή της ΝΑΣΑ 2001: Οδύσσεια στον Άρη. Ήταν μία φαντασμαγορική μουσική παράσταση, κατά τη διάρκεια της οποίας προβάλλονταν με ειδικά οπτικά εφέ απεικονίσεις από θεούς της αρχαίας Ελλάδας και διαστημικές εικόνες της ΝΑΣΑ.

Το 2013, η ΝΑΣΑ υιοθέτησε για δεύτερη φορά τη μουσική του, με ένα πρωτότυπο μουσικό έργο που δημιουργήθηκε για να πλαισιώσει το βίντεο από την αποστολή Ήρα (Juno), που απεικονίζει συγχρόνως την κίνηση της Γης και της Σελήνης μαζί για πρώτη φορά.

Ο Παπαθανασίου αγαπούσε αυτό τον επιστημονικό κόσμο και ήθελε να τον συνδέει με τη μουσική, γιατί πίστευε βαθιά ότι και αυτή αποτελεί μια επιστήμη. «Πιστεύω ότι η μουσική είναι εμφυτευμένη σε όλους μας και ότι έχουμε συλλογική μνήμη. Αν συμφωνείς με αυτή τη θεωρία, που για μένα είναι γεγονός, και αν αποδεχτείς ότι κατά κάποιο τρόπο έχουμε δημιουργηθεί από τη μουσική και είμαστε όλοι μέρος μιας συλλογικής μνήμης, όλα τα άλλα ακολουθούν. Πρέπει να ξεκαθαρίσω κάτι: δεν μιλώ για το είδος της μουσικής που ακούμε στο ραδιόφωνο, που είναι μόνο ένα μικρό κλαδί, αλλά μιλάω για την επιστημονική πλευρά της μουσικής, που είναι ένα δέντρο, ένα δάσος και ακόμη περισσότερο», έχει πει ο ίδιος.

Στον δικό του δρόμο

Οι μουσικές δημιουργίες του Βαγγέλη Παπαθανασίου, αμέτρητες -τα βραβεία και οι διακρίσεις του, το ίδιο. Και όμως… «Ποτέ δεν ένιωσα άνετα με τον όρο “καριέρα”. Κάνω μουσική κάθε μέρα, γιατί έτσι έκανα σε όλη μου τη ζωή. Ποτέ δεν ένιωσα άνετα να είμαι μέρος της μουσικής βιομηχανίας. Από τις πρώτες μέρες που δούλευα με δισκογραφικές εταιρείες, για μένα ήταν ένα μέσο να δημιουργήσω μουσική με τους δικούς μου όρους όσο το δυνατόν περισσότερο και τίποτα παραπάνω», όπως έχει δηλώσει.

Το ενδιαφέρον του για τις τέχνες δεν περιοριζόταν μόνο στη σύνθεση μουσικής. Το 1997 έκανε την πρώτη του σκηνοθετική απόπειρα, σχεδιάζοντας και διευθύνοντας εξ ολοκλήρου την τελετή έναρξης του 6ου Παγκόσμιου Πρωταθλήματος Ανοιχτού Στίβου της IAAF, που πραγματοποιήθηκε στο Παναθηναϊκό Στάδιο της Αθήνας.

Το 2003 αποκάλυψε την ικανότητά του στη ζωγραφική παρουσιάζοντας 70 δικά του έργα στο πλαίσιο της Bienal de Valencia στην Ισπανία, ενώ την ίδια χρονιά παρουσίασε επίσης ένα βιβλίο που περιέχει μερικά από τα ωραιότερα έργα του, με τίτλο Vangelis.

Ο Βαγγέλης Παπαθανασίου έφυγε από τη ζωή αργά το βράδυ της Τρίτης 17 Μαΐου, σε ηλικία 79 ετών, μετά από νοσηλεία σε νοσοκομείο της Γαλλίας, λόγω κορωνοϊού.

Πηγή: ImpacTalk