Για την απώλεια και το πένθος

Τετάρτη 22 Μάιος 2013

Με αφορμή το άτυχο τέλος ενός νέου παιδιού, του Τόμας Πρωτόπαπα, μερικές σκέψεις για την απώλεια και το πένθος.

Η απώλεια ενός αγαπημένου προσώπου φέρνει δυσκολίες σε όλους τους ανθρώπους. Η φάση από την οποία περνάτε δεν είναι ένδειξη αδυναμίας αλλά μία υγιής προσαρμοστική αντίδραση, ένας φόρος τιμής στο πρόσωπο που χάθηκε. Η διαδικασία πένθους είναι μια μακροχρόνια και συναισθηματικά επώδυνη διαδικασία. Σκοπός της είναι η αποδοχή και η αντιμετώπιση της πραγματικότητας της απώλειας και όχι η εξάλειψη των αναμνήσεων και του πόνου για την απώλεια. Μέσω του πένθους ο χαμός του αγαπημένου μας προσώπου παύει να αποτελεί το επίκεντρο της ζωής μας, αλλά συνεχίζει να αποτελεί ένα σημαντικό κομμάτι της ζωής μας.

Παρόλα αυτά, η αντίδραση κάθε ατόμου διαφέρει. Για παράδειγμα, άλλοι άνθρωποι χάνουν το ενδιαφέρον τους για την επαγγελματική και την κοινωνική τους ζωή, ενώ άλλοι δραστηριοποιούνται εντονότερα σε αυτούς τους τομείς, προκειμένου να απασχολήσουν τη σκέψη τους μακριά από τα δυσάρεστα συναισθήματα που προκαλεί η απώλεια. Ένα από τα πιο συνηθισμένα συναισθήματα είναι ο θυμός. Ο θυμός πηγάζει από την ερώτηση "γιατί έπρεπε να συμβεί σε έμενα;", την αίσθηση ότι ο κόσμος είναι άδικος, την αδυναμία απέναντι στο θάνατο ή ακόμα και από την αίσθηση ότι το πρόσωπο που πέθανε μας εγκατάλειψε. Το γιατί είναι μια ερώτηση που βασανίζει τα αγαπημένα πρόσωπα. «Γιατί έφυγε, ήταν τόσο νέος», «Γιατί; αφού δεν έχει προλάβει να ζήσει τίποτα». Η θυμός στρέφεται συχνά προς το Θεό. «Γιατί Θεέ μου, γιατί;». Τα ερωτήματα αυτά δεν παίρνουν πότε απάντηση. Απλά, γίνονται αποδεκτά με τον καιρό. Οι άνθρωποι μαθαίνουν να ζουν με την ανάμνηση.

Η απώλεια ενός σημαντικού προσώπου αποτελεί απειλή για τις βασικές πεποιθήσεις του ατόμου σχετικά με τον εαυτό του και τη ζωή γενικότερα, ο θυμός αυτός πολλές φορές στρέφεται στον ίδιο τον εαυτό, στην αδικία του κόσμου, στους συγγενείς, τους φίλους ή τους συντρόφους που δεν είναι "εντάξει" ή ακόμη και στο πρόσωπο που χάθηκε. Κάποιες φορές το άτομο μετά την εμπειρία της απώλειας θεωρεί όλα τα υπόλοιπα επουσιώδη και θυμώνει με αυτούς που δεν μπορούν να δουν πέρα από την "επιφάνεια".

Παρότι όλα αυτά τα συναισθήματα θυμού είναι "φυσιολογικά" τις περισσότερες φορές συνοδεύονται από συναισθήματα ενοχής. Συνήθως οι ενοχές αφορούν σε πράγματα που έκανε ή δεν έκανε το άτομο πριν την απώλεια. Για παράδειγμα, μπορεί να υπήρχαν άσχημα πράγματα που ειπώθηκαν και όμορφα που δεν ειπώθηκαν ποτέ, μπορεί το άτομο να νιώθει ότι δεν φέρθηκε όπως έπρεπε όσο είχε την ευκαιρία. Τι στιγμή εκείνη συνειδητοποιεί κανείς πως η ζωή είναι πολύ μικρή. Ζούμε και συμπεριφερόμαστε σαν να μας έχει χαριστεί αιώνια. Ξεχνάμε να λέμε «Σ’ αγαπώ», «Ευχαριστώ» ακόμα και αντίο κάθε φορά που χαιρετάμε κάποιον έστω και για λίγο. Πιστεύουμε ότι θα μας δοθεί η ευκαιρία να διορθώσουμε λάθη, να ζητήσουμε συγνώμη για λόγια που έχουμε πει. Όταν όμως, μια στιγμή αρκεί για να μας χωρίσει από το αγαπημένο μας πρόσωπο, τότε οι τύψεις μας κυριεύουν. Μακάρι, να μπορούσε ο χρόνος να γυρίσει πίσω.

Παρόλα αυτά, η ζωή είναι πιο δυνατή από τον θάνατο. Μπορεί ο πόνος το πρώτο καιρό να είναι ανυπόφορος, να οδηγεί σε βαθιά θλίψη, ακόμη και κατάθλιψη, όμως χρόνος και η εξέλιξη της ζωής κάνουν το πόνο πιο γλυκό. Το αγαπημένο μας πρόσωπο συνεχίζει να ζει ανάμεσα μας ως μια όμορφη ανάμνηση. Μέχρι κάποια στιγμή κάπου, κάποτε να βρεθούμε.

Και να θυμάστε αυτό που είχε πει ο Αϊνστάιν για το χαμό του αγαπημένου του φίλου, «Ο Μπέσο έφυγε από αυτόν τον παράξενο κόσμο, λίγο πριν από μένα. Αλλά αυτό δε σημαίνει τίποτα. Άνθρωποι σαν κι εμάς, γνωρίζουμε ότι ο διαχωρισμός ανάμεσα στο παρελθόν, το παρόν και το μέλλον, είναι απλά και μόνο μια πεισματάρικη ψευδαίσθηση».