Για έναν δημιουργό που έχει χτίσει την καριέρα του πάνω σε αγαπητά σύμπαντα, ο Κρίστοφερ Νόλαν δείχνει να γνωρίζει καλά ότι η οργή του διαδικτύου είναι πλέον μέρος του παιχνιδιού. Με την επερχόμενη «Οδύσσεια» να έχει ήδη προκαλέσει έντονες αντιδράσεις στα κοινωνικά δίκτυα – από τους φανατικούς του Τραμπ και τον Ίλον Μασκ έως τους «ιστορικούς» – ο σκηνοθέτης δηλώνει ψύχραιμος και λίγο κουρασμένος από τη συζήτηση.
«Έρχεται με το πακέτο», αναφέρει, εξηγώντας πως οι συνομιλίες που προηγούνται της θέασης της ταινίας είναι, στην ουσία, άνευ σημασίας. Κανείς από όσους διαμαρτύρονται δεν έχει δει ακόμη το τελικό έργο, υπογραμμίζει, άρα η κριτική τους αφορά περισσότερο προβολές και προσδοκίες παρά την ίδια την ταινία.
Η «Οδύσσεια» του Νόλαν έχει βρεθεί στο στόχαστρο για μια σειρά επιλογών: το casting, όπου η Λουπίτα Νιόνγκο ενσαρκώνει την Ελένη της Τροίας, οι αμερικανικές προφορές των ηθοποιών, η χρήση σύγχρονης αγγλικής γλώσσας, αλλά και ο σχεδιασμός των πανοπλιών, που αρκετοί στο διαδίκτυο παρομοίασαν με σύγχρονες superhero αισθητικές, φέρνοντας στο μυαλό τη στολή του Μπάτμαν.
Ο Νόλαν, ωστόσο, δηλώνει πως αυτές οι αντιδράσεις δεν τον αιφνιδιάζουν.
«Θυμηθείτε, πέρασα δέκα χρόνια της ζωής μου με τον Μπάτμαν».
Όταν ανέλαβε το «Batman Begins», είχε να διαχειριστεί έναν χαρακτήρα με ιστορία περίπου 65 ετών σε κόμικς και άλλα μέσα, φορτωμένο με προσδοκίες, ερμηνείες και «βαριές» ιδέες για το τι εκπροσωπεί. Αυτό που έμαθε, λέει, είναι ότι δεν μπορείς να δουλεύεις με το βλέμμα στραμμένο στο τι φοβούνται ή απαιτούν οι φαν: «Οφείλεις να τιμήσεις το πρωτογενές κείμενο, ερμηνεύοντάς το όσο πιο δυνατά και ειλικρινά μπορείς, μέσα από τη δική σου ματιά».
Κατά τη δική του εμπειρία, ακόμη κι όταν οι επιλογές του δεν συνέπιπταν με ό,τι θα επέλεγε ένα μέρος του fandom, το κοινό αναγνώρισε τη σοβαρότητα και τη συνέπεια της προσπάθειας. «Στο τέλος, οι φαν – ακόμη και όταν κάναμε πράγματα που δεν θα έκαναν οι ίδιοι – εκτίμησαν την ειλικρίνεια της απόπειρας να βάλουμε την καλύτερη δυνατή εκδοχή του στην οθόνη», σημειώνει. Εκεί, για τον Νόλαν, βρίσκεται η ουσία κάθε διασκευής: στη συνειδητή απόκλιση από ένα «κείμενο αναφοράς» μέσω προσωπικής, ευθύβολης ερμηνείας.
Την ίδια στιγμή, ο Έλον Μασκ έχει επιτεθεί ευθέως στην ταινία και στον Νόλαν. Η πρώτη του έκρηξη ήρθε όταν έγινε γνωστό πως η Λουπίτα Νιόνγκο θα υποδυθεί την Ελένη της Τροίας, με τον Μασκ να δηλώνει πως «ο Νόλαν έχει χάσει την ακεραιότητά του». Στη συνέχεια, υποστήριξε πως ο σκηνοθέτης «κυνηγά βραβεία» και γι’ αυτό, κατά την άποψή του, αλλάζει φυλετικές ταυτότητες κεντρικών χαρακτήρων.
Στο ίδιο νήμα, ο συντηρητικός σχολιαστής Ματ Γουόλς εξαπέλυσε επίθεση στη Νιόνγκο, υποστηρίζοντας πως «κανείς δεν πιστεύει ότι είναι η πιο όμορφη γυναίκα στον κόσμο» και κατηγορώντας εμμέσως τον Νόλαν ότι φοβάται πως θα χαρακτηριστεί ρατσιστής αν επιλέξει λευκή ηθοποιό. Τα σχόλια αυτά δεν μένουν στο επίπεδο του κλασικού «casting rage», αλλά αγγίζουν ζητήματα φυλής, εκπροσώπησης και του πώς διαβάζεται σήμερα η έννοια της «ομορφιάς» στον χώρο του Χόλιγουντ.
Η στοχοποίηση δεν σταματά εκεί. Ο Μασκ έχει αναπαράγει και posts που χλευάζουν τον Έλιοτ Πέιτζ και την ανδρικότητά του, κατηγορώντας τον Νόλαν ότι «καταπατά τον τάφο του Ομήρου» με τις επιλογές του. Στα διαδικτυακά φόρουμ της MAGA βάσης, οργή προκάλεσε η φήμη ότι ο Πέιτζ θα ενσάρκωνε τον Αχιλλέα – φήμη που αποδείχθηκε αβάσιμη. Στην ταινία, ο Νόλαν επέλεξε τελικά τον ηθοποιό για τον ρόλο του Σίνωνα, ενός άλλου πολεμιστή, δείχνοντας πόσο εύκολα οι ψευδείς πληροφορίες ανάβουν φωτιές πριν καν υπάρξει επίσημη ανακοίνωση.
Σε άλλο μέτωπο, η πανοπλία και το οπτικό design της ταινίας έχουν προκαλέσει αντιδράσεις από όσους θεωρούν ότι μοιάζουν περισσότερο με σύγχρονη superhero αισθητική παρά με ιστορικά τεκμηριωμένα μυκηναϊκά σχέδια. Ο Νόλαν επιμένει ότι υπάρχει υλικό και ιστορική βάση στις επιλογές του. Για παράδειγμα, αναφέρεται σε μυκηναϊκά μαχαίρια από «μαυρισμένο» μπρούντζο, εξηγώντας ότι η διαδικασία ανάμιξης μετάλλων και θείου μπορούσε να δημιουργήσει τέτοια εμφάνιση. Στην περίπτωση του Αγαμέμνονα, όπως σημειώνει, η ενδυματολόγος Έλεν Μιρόντζικ επιδιώκει να επικοινωνήσει την «ανέλιξη» και το status του μέσα από ακριβότερα υλικά, δείχνοντας ότι ο οπτικός κώδικας είναι εξίσου αφηγηματικός.
Το σκηνικό συμπληρώνεται από τον τρόπο που ο Νόλαν αντιμετωπίζει τη γλώσσα: επιλέγει αμερικανικές προφορές και μοντέρνα αγγλικά, κάτι που εξοργίζει ιστορικούς και φανατικούς των «πιστών» διασκευών. Ο ίδιος, όμως, φαίνεται να προτιμά την προσβασιμότητα και τη δραματουργική ένταση έναντι της «μουσειακής» ακρίβειας.
Με την «Οδύσσεια» να κάνει πρεμιέρα στις 17 Ιουλίου από την Universal, ο ίδιος τονίει ότι το ζητούμενοδεν είναι να προβλέψεις κάθε πιθανή αντίδραση, αλλά να αναμετρηθείς ειλικρινά με το κείμενο – και να αφήσεις την ταινία να μιλήσει μόνη της όταν επιτέλους προβληθεί.