AdvertisementAdvertisementAdvertisementAdvertisementAdvertisementAdvertisementAdvertisementAdvertisementAdvertisementAdvertisementAdvertisementAdvertisementAdvertisementAdvertisementAdvertisementAdvertisementAdvertisementAdvertisementAdvertisementAdvertisementAdvertisement

UPDATE #NOW

Μεταγγίσεις αίματος: Για πρώτη φορά εργαστηριακά αιμοκύτταρα εγχύθηκαν επιτυχώς σε ανθρώπους


JTeam

16 Νοεμβρίου 2022

Μεταγγίσεις αίματος: Για πρώτη φορά εργαστηριακά αιμοκύτταρα εγχύθηκαν επιτυχώς σε ανθρώπους
Τα αποτελέσματα των κλινικών μελετών θα βοηθήσουν πολύ τους ανθρώπους με σπάνιους τύπους αίματος. Μέχρι και πριν λίγα χρόνια, άτομα με τύπο αίματος 0- ήταν εξαιρετικά δύσκολο να λάβουν αίμα

Ιδιαίτερα ενθαρρυντικά είναι τα νέα από τον κόσμο της επιστήμης, αφού για πρώτη φορά και μάλιστα με μεγάλη επιτυχία εγχύθηκαν εργαστηριακά αιμοπετάλια σε άνθρωπο. Μέχρι και τη δεκαετία του 1940, οι μεταγγίσεις αίματος ήταν μια πολύ δύσκολη υπόθεση για ορισμένα άτομα, με σπάνιο τύπο αίματος.

Αυτή η επιτυχία ή η αποτυχία της αντιστοίχισης των δοτών με τους λήπτες ανήκει πλέον στο παρελθόν, καθώς έχουν βρεθεί τρόποι εξέτασης για όλα τα είδη χαρακτηριστικών του αίματος ενός ατόμου. Αλλά η εύρεση ενός κατάλληλου δότη μπορεί να είναι ακόμη δύσκολη. Ορισμένοι ασθενείς έχουν τόσο σπάνιες ομάδες αίματος που μπορεί να υπάρχουν μόνο μια χούφτα κατάλληλων δοτών στη χώρα όπου ζουν.

Στις 7 Νοεμβρίου μια ομάδα ερευνητών σε διάφορα βρετανικά ιδρύματα, με συντονιστή την NHS Blood and Transplant, και το Πανεπιστήμιο του Μπρίστολ, ανακοίνωσαν ένα σημαντικό βήμα προς την επίλυση αυτού του προβλήματος. Μεταγγίστηκαν επιτυχημένα σε δύο υγιείς εθελοντές, ερυθρά αιμοσφαίρια που αναπτύχθηκαν από κατάλληλα βλαστικά κύτταρα που δωρήθηκαν από άλλους εθελοντές.

Μέχρι τώρα, τέτοια κατασκευασμένα ερυθρά αιμοσφαίρια δίνονταν μόνο στους ίδιους τους ανθρώπους εκ των οποίων είχαν ληφθεί τα βλαστικά κύτταρα. Αυτά όμως που χρησιμοποιήθηκαν για το πείραμα αυτό, εξήχθησαν από αίμα που δόθηκε με τον συνήθη τρόπο. Οι ερευνητές ανακάτεψαν σε αυτό το δωρηθέν αίμα μαγνητικά σφαιρίδια εφοδιασμένα με πρωτεΐνες που προσκολλώνται ειδικά στα εν λόγω βλαστοκύτταρα, δεσμεύοντάς τα στο σφαιρίδιο. Τα σφαιρίδια συλλέγονται στη συνέχεια εύκολα μαζί με το κυτταρικό τους φορτίο.

Μετά από αυτό, τα συλλεχθέντα βλαστικά κύτταρα καλλιεργήθηκαν και πολλαπλασιάστηκαν σε θρεπτικό διάλυμα για 18 με 21 ημέρες, για να μετατραπούν σε πρώιμες εκδοχές των ερυθρών αιμοσφαιρίων, γνωστά και ως δικτυοερυθροκύτταρα. Μόλις μεταγγιστούν, τα δικτυοερυθροκύτταρα εξελίσσονται γρήγορα σε ερυθροκύτταρα.

Αυτή η προσέγγιση θα αύξανε την αξία των παρτίδων σπάνιου αίματος - οι οποίες, αφού διαχωριστούν από τα βλαστικά κύτταρα που εμπεριέχουν, θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν κανονικά. Επίσης, τα εργαστηριακά ερυθρά αιμοσφαίρια, όντας νεοσύστατα, αναμένεται να διαρκέσουν περισσότερο στο σώμα του λήπτη από ό,τι εκείνα που προέρχονται από μια κανονική μετάγγιση, δεδομένου ότι το μεταγγιζόμενο αίμα περιέχει αναπόφευκτα ένα σημαντικό ποσοστό κυττάρων που βρίσκονται στα τελειώματά τους.

Το επόμενο βήμα είναι να μετρηθεί πόσο διαρκούν τα κατασκευασμένα κύτταρα. Για το σκοπό αυτό, έχουν επισημανθεί με μια ειδική ραδιενεργό χρωστική που χρησιμοποιείται συνήθως στην ιατρική για την παρακολούθηση αντικειμένων εντός του σώματος. Εάν όντως υπερβούν τα συμβατικά μεταγγιζόμενα κύτταρα -όπως ελπίζουν οι ερευνητές και όπως δείχνουν κάποιες προκλινικές μελέτες- τότε οι λήπτες δεν θα χρειάζονται τόσο συχνές μεταγγίσεις.

Αυτό θα βοηθήσει πολύ, μιας και προς το παρόν, οι ασθενείς με διαταραχές στο αίμα τους, όπως η δρεπανοκυτταρική ή η μεσογειακή αναιμία, μπορεί να χρειάζονται μετάγγιση κάθε τέσσερις έως έξι εβδομάδες. Πράγμα που όμως έχει ως συνέπεια ορισμένοι από αυτούς να εμφανίζουν αυξημένα ποσοστά σιδήρου στον οργανισμό τους, τα οποία προκαλούν σοβαρές επιπλοκές. Άλλοι καταλήγουν να αναπτύσσουν αντισώματα έναντι πολλών ομάδων αίματος, γεγονός που καθιστά δυσκολότερη την εξεύρεση συμβατού δότη.

Εάν όλα πάνε καλά, η δοκιμή θα παραταθεί και θα επεκταθεί έτσι ώστε να συμπεριλάβει τουλάχιστον δέκα υγιείς εθελοντές. Κι αυτό είναι μόνο η αρχή. Θα χρειαστούν μεγαλύτερες δοκιμές, συμπεριλαμβανομένων δοκιμών σε πραγματικούς ασθενείς, προτού αυτή η προσέγγιση να τεθεί σε εφαρμογή. Φυσικά γι’ αυτό θα χρειαστεί κι άλλος χρόνος. Για την εισαγωγή μιας νέας ιατρικής θεραπείας συνήθως απαιτούνται από 5 έως 15 χρόνια.