WELL BEING

Από το ατελείωτο σκρολάρισμα μέχρι τον πρώην: Γιατί δεν μπορούμε να σταματήσουμε, ενώ ξέρουμε ότι μας κάνει κακό;


JTeam

7 Σεπτεμβρίου 2026

Από το ατελείωτο σκρολάρισμα μέχρι τον πρώην: Γιατί δεν μπορούμε να σταματήσουμε, ενώ ξέρουμε ότι μας κάνει κακό;
Shutterstock
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης.
Προσθήκη του jenny.gr στην Google
Στην καθημερινότητά μας έχουμε ορισμένες συνήθειες, οι οποίες γνωρίζουμε ότι δεν έχουν θετικό πρόσημο, κι όμως συνεχίζουμε να τις κάνουμε

Όλοι μας κάθε μέρα κάνουμε συνεχώς αμέτρητες συμπεριφορές στον αυτόματο, όπως το να ξυπνάμε το πρωί και να ξεκλειδώνουμε το κινητό μας, μέχρι επαναλαμβανόμενα μοτίβα συμπεριφοράς, όπως το να αφήνουμε σημαντικές υποχρεώσεις για την τελευταία στιγμή ή να αναβάλλουμε διαρκώς όσα έχουμε να κάνουμε. Κάποια από αυτά είναι βοηθητικά και υγιή, ενώ άλλα είναι επιβλαβή και κακά για τη ζωή μας. Ωστόσο, εμείς συνεχίζουμε να επαναλαμβάνουμε τις ίδιες κινήσεις. Τι είναι αυτό που μας κάνει να κάνουμε ξανά και ξανά τα ίδια πράγματα, ακόμη κι όταν γνωρίζουμε ότι δεν μας κάνουν καλό;

Για τον κλινικό και δικαστικό ψυχολόγο Άλεξ Χίλντεμπραντ, η εύκολη εξήγηση είναι ότι λειτουργούμε στον «αυτόματο πιλότο» και ο εγκέφαλός μας απλώς μας παρασύρει. «Είναι μια καθησυχαστική ιδέα. αλλά τις περισσότερες φορές δεν είναι αλήθεια» λέει.

Συνήθεια ή επιλογή; Η διαφορά έχει σημασία

Σύμφωνα με τον Χίλντεμπραντ, αντί να αναρωτιόμαστε γιατί λειτουργούμε στον αυτόματο πιλότο, θα πρέπει να σκεφτούμε αν, κατά βάθος, αυτό είναι που πραγματικά επιλέγουμε ή, τουλάχιστον, αυτό που ο εγκέφαλός μας έχει μάθει να κάνει. «Το πιο άβολο ερώτημα είναι το εξής: τι θα γινόταν αν, πολλές φορές, δεν λειτουργούμε καθόλου στον αυτόματο πιλότο, αλλά επιλέγουμε ξανά και ξανά την άμεση ανακούφιση αντί για την ευημερία του αυριανού μας εαυτού;» σημειώνει.

Και συμπληρώνει: «Μια συνήθεια είναι ένας συσχετισμός ανάμεσα σε ένα πλαίσιο και μια αντίδραση, η οποία ενεργοποιείται αυτόματα, με ελάχιστη πνευματική προσπάθεια, και έχει γίνει σχεδόν αδιάφορη ως προς το αν εξακολουθείς να θέλεις το αποτέλεσμα. Είναι σαν να απλώνεις το χέρι σου για να πιάσεις το κινητό σου τη στιγμή που νιώθεις ότι δονείται στην τσέπη σου, να ανάβεις ένα τσιγάρο μόλις βγεις από το κτίριο ή να δαγκώνεις τα νύχια σου ενώ διαβάζεις ένα αγχωτικό email. Είναι πράξεις, όχι αποφάσεις, και συχνά αντιλαμβάνεσαι ότι τις κάνεις μόνο αφού έχεις ήδη ξεκινήσει».

Ένα μοτίβο συμπεριφοράς, αντίθετα, είναι κάτι πολύ ευρύτερο. «Περιλαμβάνει συναισθήματα, σκέψεις, κίνητρα και, πολύ συχνά, άλλους ανθρώπους. Το να επιστρέφεις σε κάποιον που σε πληγώνει δεν είναι συνήθεια. Είναι ένα μοτίβο στο οποίο συνυπάρχουν η συναισθηματική προσκόλληση, ο φόβος της μοναξιάς, η διαλείπουσα ενίσχυση, εκείνες οι καλές μέρες που μοιάζουν να δικαιολογούν τα πάντα και μια ολόκληρη προσωπική ιστορία», εξηγεί ο ειδικός.

Σύμφωνα με τον Χίλντεμπραντ, το να χαρακτηρίζουμε την επιστροφή σε έναν πρώην ως «συνήθεια» είναι σαν να αποκαλούμε μια πληγή που δεν έχει επουλωθεί «έθιμο». «Μπορεί να χωρούν στην ίδια πρόταση, αλλά δεν είναι το ίδιο πράγμα. Και αν το αντιμετωπίσεις ως έναν απλό αυτοματισμό, ουσιαστικά εξασφαλίζεις ότι δεν θα το κατανοήσεις».

Μια πρόσφατη μελέτη με τίτλο “The Experimental Study of Habitual Behavior in Humans”, που δημοσιεύτηκε στην πλατφόρμα Open Science Framework, εξέτασε τα σημαντικότερα πρωτόκολλα που χρησιμοποιούνται για τη μελέτη του σχηματισμού συνηθειών στους ανθρώπους.

«Οι συνήθειες ξεκινούν ως συνειδητές αποφάσεις, αλλά η συνεχής επανάληψη στο ίδιο πλαίσιο κάνει τον εγκέφαλο να αυτοματοποιεί σταδιακά τη συγκεκριμένη συμπεριφορά», εξηγεί στην EL PAÍS ο ψυχολόγος Πάμπλο Μαρτίνεθ, ειδικός στη γνωστική και συμπεριφορική νευροεπιστήμη και ένας από τους βασικούς συγγραφείς της μελέτης.

Παρότι έχουμε την τάση να θεωρούμε πολλές συμπεριφορές εντελώς αυτόματες, τα επιστημονικά στοιχεία δείχνουν ότι τα όρια ανάμεσα στις συνειδητές αποφάσεις και τις συνήθειες είναι πολύ πιο θολά απ' όσο φαίνονται.

«Όταν δεν διαθέτουμε αρκετούς γνωστικούς πόρους για να αξιολογήσουμε ποια είναι η καλύτερη συμπεριφορά ή απόφαση, ο εγκέφαλός μας ενεργοποιεί αυτό που είχε κάνει στο παρελθόν, επειδή πιθανότατα είχε αποδειχθεί σωστό ή είχε ανταμειφθεί», υποστηρίζει ο Μαρτίνεθ και συμπληρώνει: «Αυτό μας επιτρέπει να προσαρμοζόμαστε σε μεγάλο βαθμό, όταν οι συνήθειες που έχουμε παγιώσει είναι προσαρμοστικές, καθώς είναι πιθανό να ευθυγραμμίζονται με τους στόχους μας εκείνη τη στιγμή».

Jenny.Gr
Shutterstock

Δεν είναι όλα «κακές συνήθειες»

Η Ρόσα Μολίνα, ψυχίατρος με ειδίκευση στην υγεία και την ευεξία, υποστηρίζει ότι πολλές συμπεριφορές που χαρακτηρίζουμε ως «κακές συνήθειες» είναι στην πραγματικότητα προσπάθειες συναισθηματικής ρύθμισης ή ακόμη και ένα είδος συναισθηματικού θερμόμετρου. «Το να ελέγχεις επανειλημμένα το κινητό σου ή να κάνεις σκρολ στα social media, να αναβάλλεις διαρκώς πράγματα ή να επιστρέφεις σε μια επιβλαβή σχέση μπορεί να προσφέρει άμεση ανακούφιση από το στρες, το άγχος ή τη μοναξιά», λέει.

Η Μολίνα επισημαίνει επίσης μια σημαντική λεπτομέρεια που προκύπτει από την έρευνα του Open Science σχετικά με τις συνήθειες. «Η ιδέα της μελέτης ότι αυτό που συχνά αποκαλούμε “αυτόματη συνήθεια” δεν είναι πάντα συνήθεια με την αυστηρή έννοια του όρου είναι σωστή. Η πειραματική νευροεπιστήμη μας υπενθυμίζει ότι πολλές από αυτές τις επαναλαμβανόμενες συμπεριφορές μπορεί να καθοδηγούνται περισσότερο από την αναζήτηση άμεσης συναισθηματικής ανακούφισης παρά από έναν πραγματικό αυτοματισμό της συμπεριφοράς», εξηγεί.

Όταν κάποιος λέει «ξέρω ότι αυτό δεν μου κάνει καλό, αλλά συνεχίζω να το κάνω», συχνά απλοποιούμε υπερβολικά αυτό που συμβαίνει στον εγκέφαλο.

«Έχουμε την τάση να πιστεύουμε ότι το να γνωρίζουμε κάτι θα έπρεπε να αρκεί για να το αλλάξουμε, όμως ο εγκέφαλος δεν λειτουργεί έτσι», λέει η Μολίνα. «Το άτομο γνωρίζει απόλυτα τι είναι καλύτερο για εκείνο, αλλά το πρόβλημα είναι ότι αυτό που θεωρεί σημαντικό σε λογικό επίπεδο ανταγωνίζεται σήματα τα οποία ο εγκέφαλος έχει μάθει να θεωρεί εξαιρετικά σημαντικά. Η γνώση ανταγωνίζεται πολύ παλαιότερα και πιο σύνθετα συστήματα που σχετίζονται με την ανταμοιβή, τη συναισθηματική ανακούφιση και την επιβίωση».

Ο Χίλντεμπραντ υποστηρίζει ότι η γνώση και η πράξη διαχειρίζονται από διαφορετικούς μηχανισμούς του εγκεφάλου. «Το να γνωρίζεις ότι κάτι είναι επιβλαβές είναι πληροφορία. Η συμπεριφορά, αντίθετα, εκτελείται από ένα σύστημα πολύ πιο στενά συνδεδεμένο με το συναίσθημα και την ανταμοιβή, και αυτό το σύστημα δεν διαβάζει αναφορές. Το να κατανοείς γιατί καπνίζεις δεν σβήνει το τσιγάρο. Με άλλα λόγια, η επίγνωση μπορεί να μας πληροφορεί, αλλά δεν είναι αυτή που δρα», λέει.

«Επιπλέον, ο εγκέφαλος δεν ξεχωρίζει εύκολα αυτό που είναι καλό για εσένα από αυτό που σε ηρεμεί. Και την κρίσιμη στιγμή, αυτό που σε ηρεμεί σχεδόν πάντα κερδίζει. Δεν πρόκειται για έναν τυφλό αυτοματισμό, αλλά για μια μονομαχία ανάμεσα σε δύο ρολόγια που δείχνουν διαφορετική ώρα» πρόσθεσε.

Μάλιστα, προειδοποιεί ότι: «Οι συνήθειες είναι πιο δύσκολο να ελεγχθούν όταν είμαστε αγχωμένοι, κουρασμένοι ή πρέπει να αντιδράσουμε πολύ γρήγορα. Αυτές είναι συνθήκες στις οποίες οι γνωστικοί μας πόροι μειώνονται και αυτό σημαίνει ότι δεν μπορούμε να ελέγξουμε εύκολα αυτό που ενεργοποιείται από προεπιλογή, δηλαδή τη συνήθεια».

Google News logo

Έρευνες, συμβουλές και tips για σώμα, ψυχή και μυαλό σε ισορροπία - Ακολούθησε το JennyGr στο Google News.