Παγκόσμια Ημέρα Ψυχικής Υγείας: Ποιες ηλικίες επηρεάστηκαν περισσότερο από την πανδημία και, κυρίως, πώς

Έλενα Κρητικού
Κυριακή, 10 Οκτωβρίου 2021

Μάσκα, αντισηπτικό, αποστάσεις, τηλεργασία, απομόνωση, φόβος για το άγνωστο. Πριν λίγους μήνες, ο οφθαλμίατρος μου είχε ζητήσει να περιγράψω με λίγες λέξεις την πανδημία.

Η ερώτηση με αιφνιδίασε. Το μόνο που σκεφτόμουν ήταν μήπως, αντί να πάω για μια απλή οφθαλμολογική εξέταση, είχα μπερδέψει τα ιατρεία και είχα καταλήξει ξαπλωμένη... στο ντιβάνι. Όπως έμαθα αργότερα, όσο με εξέταζε στα μάτια, είχε διακρίνει έναν αδιόρατο φόβο στο βλέμμα μου, που τον έκανε να ανησυχεί για την ψυχική μου υγεία.

Πράγματι, εκείνο το διάστημα ένιωθα πολύ πιεσμένη και δεν έβρισκα τρόπο να αποσυμπιεστώ. Είχαμε μόλις διανύσει τη δεύτερη καραντίνα και ενώ ένιωθα πλέον εξοικειωμένη με την ιδέα του να περιορίζομαι στα απολύτως απαραίτητα μέσα στα λίγα τετραγωνικά του σπιτιού μου, άρχισα να ασφυκτιώ όλο και πιο έντονα, εμφανίζοντας «παράξενες» ψυχολογικές αντιδράσεις. Ανέπτυσσα σταδιακά «αλλεργική αντίδραση» στο να βγαίνω έξω μετά την χαλάρωση των μέτρων. 

Περπατούσα στον δρόμο και ένιωθα το σώμα μου να ακινητοποιείται ακριβώς επειδή είχα ξεχάσει πώς είναι να διανύω αποστάσεις με τις ώρες και χωρίς κανέναν χρονικό περιορισμό. Μια μέρα έσφιξα τόσο πολύ το σώμα μου που δεν μπορούσα να περάσω τον δρόμο απέναντι και τότε ταρακουνήθηκα για τα καλά. Έπρεπε να κάνω κάτι άμεσα για να προσαρμοστώ στα νέα δεδομένα.  

Η πανδημία μαζί με τον υφασμάτινο τοίχο, έφερε στην επιφάνεια ανασφάλειες και φοβίες σε κάθε ηλικία, από την βρεφική μέχρι την τρίτη. Η ψυχοθεραπεύτρια και κλινική ψυχολόγος, Ιωάννα Αποστολοπούλου με είχε διαβεβαιώσει σε παλαιότερη συνέντευξη, πως ακόμη και τα μωρά έχουν άγχος, το οποίο μεταφέρεται από τους γονείς τους όταν δεν είναι συναισθηματικά καλά και αυτό συνέβη πολλές φορές μες στην καραντίνα. Μόνο που τα μωρά δεν έχουν ανεπτυγμένες τις ικανότητες να διαχειριστούν το άγχος αυτό και τη σωματική τους ένταση όπως οι ενήλικες.

«Αν τα παιδιά μικρής ηλικίας μπορούσαν να κάνουν λέξεις και να εκφράσουν αυτό που νιώθουν, δεν θα το ένιωθαν και τόσο έντονα»

Τα παιδιά της προσχολικής ηλικίας έγιναν πιο προσκολλημένα, σύμφωνα με την κλινική ψυχολόγο, γιατί έμειναν πίσω στην κοινωνικοποίηση τους. Δεν είχαν τη δυνατότητα να αναπτύξουν κι άλλο τις ικανότητές τους μέσα από το παράλληλο παιχνίδι με αποτέλεσμα να καθυστερήσει η ανάπτυξη του προκοινωνικού σταδίου. Οι μαθητές του Δημοτικού προσαρμόστηκαν στην online εκπαίδευση αλλά έχασαν την άμεση αλληλεπίδραση με τους φίλους τους και ένιωσαν τη μεγαλύτερη χαρά όταν επέστρεψαν στα θρανία. 

Τα παιδιά με ΔΕΠΥ, (Διαταραχή Ελλειμματικής Προσοχής- Υπερκινητικότητας), δυσκολεύτηκαν να παρακολουθήσουν τα μαθήματά τους online κι έμειναν πίσω, όχι μόνο στη μάθηση αλλά στη μάθηση πλαισιωμένη από κάποιον που ενεργοποιεί τα παιδιά αυτά διαρκώς να προσπαθούν.

Οι έφηβοι έγιναν πιο μοναχικοί κι ευερέθιστοι. «Το δωμάτιο έγινε ο κόσμος τους», το πιο ασφαλές μέρος και οτιδήποτε έξω από αυτό θεωρήθηκε απειλή. Η πιο επιβαρυμένη κατηγορία είναι τα παιδιά που ζουν βία στο σπίτι τους. «Μέσα στην καραντίνα δεν είχαν καμία πρόσβαση, δεν μπορούσαν να πουν σε κανέναν τι συμβαίνει πίσω από τις κλειστές πόρτες του σπιτιού τους, ούτε να ξεφύγουν από αυτό. Το αντιμετώπιζαν όλη μέρα, κάθε μέρα. Τα παιδιά αυτά είτε ζουν σε ένα οικογενειακό περιβάλλον που υπάρχει ενδοοικογενειακή βία είτε έχουν γονείς με ψυχικά προβλήματα, τα οποία επιβαρύνθηκαν πολύ αυτή την εποχή».

Οι άνθρωποι ηλικίας 40- 50 ετών ήταν η πιο δραματική γενιά, ίσως γιατί έχουν πολλά πράγματα να διαχειριστούν ταυτόχρονα. Οι γενιές που πέρασαν πόλεμο και κακουχίες, ήταν πιο ψύχραιμοι. Δεν ήταν τόσο καταστροφολόγοι με τον κορωνοϊό.

Οι ηλικιωμένοι, όπως και τα εγγόνια τους, επιβαρύνθηκαν σημαντικά ψυχολογικά. Τα παιδιά βλέπουν το σπίτι των παππούδων τους σαν «παιδική χαρά», θέλουν πάντα να καταφεύγουν στο συμπληρωματικό αυτό περιβάλλον όταν το δικό του σπίτι γίνεται μόνιμο και ασφυκτικό και την εκπλήρωση αυτής της ανάγκης τη στερήθηκαν περισσότερο από ποτέ. 

Παρά τα έντονα ψυχικά αποτυπώματα επάνω μας όσο η πανδημία εξασθενεί, είναι παρήγορο να ακούμε πως «ό, τι περνάμε, μας γεμίζει με ψυχικά αντισώματα» και πως «μαζί με τις συνέπειες, θα δούμε και την ανθεκτικότητα». Με λίγα λόγια, έχουμε τη δύναμη από τη φύση μας «να αξιοποιήσουμε αυτό που προηγήθηκε υπέρ μας και να το κάνουμε δύναμή μας, χαράσσοντας νέους δρόμους».

Μέχρι τότε όμως, πρέπει να συνεχίσουμε να διανύουμε το δύσκολο μονοπάτι των ψυχικών ασθενειών. Αλήθεια, ποιες παρατηρήθηκαν να είναι σε έξαρση εξαιτίας του εγκλεισμού από την πανδημία; Σύμφωνα με την Ψυχολόγο (Msc)- Ψυχοθεραπεύτρια, Ιωάννα Τσαμπαλάτη- Βακαλοπούλου:

«Η πανδημία συνιστά μια κατάσταση κρίσης και ως τέτοια είναι αναμενόμενο να προκαλεί πολυεπίπεδες επιπτώσεις και στην ψυχική υγεία των ατόμων. Ο εκτεταμένος εγκλεισμός και η απόσυρση σε συνδυασμό με την αρνητική αντίληψη για το μέλλον, τον κόσμο και τον ίδιο τον εαυτό  συνετέλεσαν στην αύξηση των καταθλιπτικών συμπτωμάτων. Στην καταθλιπτική τριάδα, ο εαυτός γίνεται αντιληπτός ως ανεπαρκής, ο κόσμος ως απογοητευτικός και απορριπτικός ενώ το μέλλον ως ζοφερό χωρίς εναλλακτικές. Πέραν όμως των διαταραχών της διάθεσης, παρατηρήθηκαν αγχώδεις διαταραχές υπό την απειλή της πανδημίας, το φόβο της νόσησης και την απουσία θεραπείας της λοίμωξης covid-19. Ορισμένοι επιστήμονες μιλώντας για επαγγελματικές ομάδες όπως το υγειονομικό προσωπικό, κάνουν λόγο για διαταραχή μετατραυματικού στρες. Δεν θα πρέπει όμως να παραλείψουμε ότι και άνθρωποι που ήδη αντιμετώπιζαν ψυχικές ή και ψυχιατρικές δυσκολίες, αυτές μπορεί να εντάθηκαν  κατά τις περιόδους του εγκλεισμού. Συνοψίζοντας, θα λέγαμε ότι μάλλον κανείς δεν έμεινε ανεπηρέαστος ψυχικά από την πρωτόγνωρη συνθήκη της πανδημίας και του εγκλεισμού». 

Όπως επισημαίνει: «από την αρχή του εγκλεισμού σημειώθηκαν οι επιπτώσεις. Η ένταση εξαρτάται πάρα πολύ από το ψυχικό υπόβαθρο του κάθε ανθρώπου αλλά και από τις συνθήκες που ζει και εργάζεται. Για παράδειγμα, οι εργαζόμενοι στα νοσοκομεία ήταν οι πρώτοι που ήρθαν σε επαφή με το μέγεθος της παγκόσμιας αυτής κρίσης οπότε και υπέστησαν τις ψυχικές συνέπειες από νωρίς». 

Υπάρχει άραγε κάποιος κοινός προβληματισμός που παρατηρείται ότι  ταλαιπωρεί τους ανθρώπους;

«Είναι βέβαιο πως όσους ανθρώπους ρωτήσουμε σχετικά με το ερώτημα αυτό, τόσες διαφορετικές απαντήσεις θα λάβουμε. Ωστόσο, μια κοινή ανησυχία που σχετίζεται με την ίδια μας την ύπαρξη, ακόμα και αν δεν φτάνει πάντα σε όλους τους ανθρώπους στον ίδιο βαθμό συνειδητότητας, αφορά στην δυνητική απώλεια της υγείας ή ακόμα και της ζωής της δικής μας ή των σημαντικών άλλων, των αγαπημένων μας προσώπων». 

Πόσος καιρός απαιτείται θεωρητικά για να επουλωθεί η πληγή που άφησε ο Covid;

Σύμφωνα με την ψυχολόγο- ψυχοθεραπεύτρια, «ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού θα επιστρέψει σταδιακά στην πρότερη κατάσταση. Δεδομένου ότι έχουμε να αναμετρηθούμε με μια συνθήκη κρίσης όμως, αναμένουμε ότι πολλοί άνθρωποι θα χρειαστούν διαφορετικούς χρόνους. Σε κάθε περίπτωση και με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Ψυχικής Υγείας, είναι απαραίτητο να μην αγνοούμε και κυρίως να μην αναβάλουμε την φροντίδα του ίδιου μας του ψυχισμού».

Το σημαντικό είναι να επουλώσουμε σωστά την πληγή και να καταφέρουμε να κλείσουμε τα τραύματά μας γιατί αν μια πληγή κλείσει επιφανειακά και δεν καθαρίσει καλά από μέσα, θα συνεχίσει να εμφανίζει συμπτώματα...

Δείτε ακόμη: Δυνατές φωτογραφίες που περιγράφουν τη γυναικεία κακοποίηση