Το «αόρατο» κόστος της ανισότητας: Ο δομικός σεξισμός επιταχύνει τη γνωστική γήρανση των γυναικών κατά 9 χρόνια
JTeam
18 Ιανουαρίου 2026
Όλες έχουμε γυρίσει μόνες μας αργά το βράδυ κρατώντας σφιχτά τα κλειδιά μας στο χέρι για να νιώθουμε περισσότερη ασφάλεια. Όλες είμαστε εξοικειωμένες με το αίσθημα του φόβου και το άγχος που μας προκαλεί κάτι τέτοιο. Τι γίνεται, όμως, με τον ανεπαίσθητο σεξισμό που διαποτίζει την καθημερινή ζωή μας; Πώς μας επηρεάζει σωματικά και ψυχολογικά;
Σε παγκόσμιο επίπεδο, τα στοιχεία είναι ανησυχητικά: Σχεδόν μία στις τρεις γυναίκες φέρεται να έχει υποστεί σωματική ή σεξουαλική κακοποίηση ή και τα δύο. Υπάρχουν επίσης και οι πιο διακριτικές μορφές σεξισμού που μπορούν να διαπερνούν την καθημερινή ζωή των γυναικών, όπως η πατροναριστική συμπεριφορά ή η υποτίμηση. Και, προφανώς, να μην ξεχνάμε και τον καλοπροαίρετο σεξισμό των φαινομενικά «θετικών κομπλιμέντων» με βάση το φύλο, που υπονοούν ότι οι γυναίκες είναι από τη φύση τους πιο ευγενικές ή συναισθηματικές, και οι άνδρες πιο λογικοί ή κυρίαρχοι. Αυτές οι υποθέσεις βασίζονται σε στερεότυπα για τα φύλα που μπορούν να βλάψουν την ενδυνάμωση των γυναικών και να «ενισχύσουν την υποδεέστερη θέση των γυναικών».
Ο σεξισμός αφήνει «σημάδια» στον εγκέφαλο των γυναικών
Οι επιπτώσεις στην υγεία των γυναικών από τον «δομικό σεξισμό», δηλαδή τη συστηματική ανισότητα των φύλων σε κάθε κομμάτι της ζωής, όπως είναι αναμενόμενο, μπορεί να είναι επακόλουθες και όχι πάντα άμεσα ορατές. Όπως διαβάζουμε στο BBC, μια μεγάλη μελέτη που ανέλυσε πάνω από 7.800 εγκεφαλικές τομογραφίες σε 29 χώρες διαπίστωσε ότι οι κοινωνικές ανισότητες μεταξύ των φύλων αλλάζουν φυσικά τον εγκέφαλο των γυναικών. Η έρευνα έδειξε ότι οι γυναίκες που ζουν σε χώρες με μεγαλύτερη ανισότητα μεταξύ των φύλων είχαν λεπτότερο φλοιό σε περιοχές του εγκεφάλου που σχετίζονται με τον έλεγχο των συναισθημάτων, την ανθεκτικότητα και τις διαταραχές που σχετίζονται με το άγχος, όπως η κατάθλιψη και η μετατραυματική διαταραχή άγχους.
Ο Νίκολας Κρόσλει (Nicolas Crossley), ψυχίατρος στο Καθολικό Πανεπιστήμιο της Χιλής, είπε στο BBC ότι πέρυσι, κατά τη διάρκεια της έρευνας για το βιβλίο του Breadwinners, ότι είναι σαν η ανισότητα που βιώνουν οι γυναίκες να «αφήνει ένα σημάδι στον εγκέφαλό τους». Ο λόγος για τον οποίο ο εγκέφαλος μπορεί να αλλάξει ως αποτέλεσμα του στρες της ανισότητας οφείλεται σε μια διαδικασία που ονομάζεται πλαστικότητα – δηλαδή ο τρόπος με τον οποίο ο εγκέφαλος προσαρμόζεται ανάλογα με το τι βιώνουμε. Έτσι η δια βίου εμπειρία της ζωής σε μια κοινωνία που σε υποτιμά θα έχει μόνιμες επιπτώσεις, καθώς το χρόνιο άγχος αναστέλλει τη φυσική ικανότητα του εγκεφάλου να προσαρμόζεται.
Το κρίσιμο είναι ότι αυτές οι διαφορές στον εγκέφαλο διαπιστώθηκε ότι μειώνονταν σε χώρες με μεγαλύτερη ισότητα των φύλων και δεν παρατηρήθηκαν στον ίδιο βαθμό στους άνδρες, αν και οι άνδρες παρουσίασαν επίσης περισσότερες αλλαγές στον εγκέφαλο στις χώρες με τη μεγαλύτερη ισότητα.
«Έτσι, αν βελτιώσετε την ισότητα των φύλων, θα βελτιώσετε και την υγεία των γυναικών και αυτό θα κοστίσει λιγότερο σε όλους», είπε ο ειδικός.
Και τι γίνεται με την ψυχική υγεία των γυναικών;
Οι επιπτώσεις των διακρίσεων λόγω φύλου στην ψυχική υγεία έχουν παρατηρηθεί και σε άλλες έρευνες. Μια βρετανική μελέτη διαπίστωσε ότι οι γυναίκες που βίωσαν διακρίσεις λόγω φύλου είχαν χειρότερη ψυχική υγεία τέσσερα χρόνια αργότερα. Στη μελέτη σχεδόν 3.000 γυναικών, μία στις πέντε ανέφερε ότι είχε βιώσει σεξισμό, που κυμαινόταν από το να αισθάνεται ανασφάλεια σε δημόσιους χώρους έως το να έχει υποστεί προσβολή ή σωματική επίθεση. Αυτές οι γυναίκες ήταν τρεις φορές πιο πιθανό να αναφέρουν ψυχολογική δυσφορία και χαμηλότερη ικανοποίηση από τη ζωή.
«Η επαναλαμβανόμενη έκθεση σε αγχωτικές εμπειρίες με την πάροδο του χρόνου μπορεί να οδηγήσει σε φθορά του σώματος και στη συνέχεια αυτές οι επιβλαβείς βιολογικές αλλαγές μπορούν στη συνέχεια να συνδεθούν με κακή ψυχική ευεξία», λέει η Ρουθ Χάκετ (Ruth Hackett), ψυχολόγος υγείας στο Kings College London, κύρια συγγραφέας της μελέτης, επαναλαμβάνοντας τις παρατηρήσεις του Κρόσλει. «Αυτό απλώς εξαντλεί τους ανθρώπους».
Από το άγχος στη νόσο Αλτσχάιμερ
Αυτή η «φθορά του σώματος» φαίνεται πως έχει ακόμα βαθύτερες και πιο μακροπρόθεσμες συνέπειες, που φτάνουν μέχρι την τρίτη ηλικία. Είναι γνωστό ότι οι γυναίκες αποτελούν σχεδόν τα δύο τρίτα του πληθυσμού των ΗΠΑ που πάσχουν από τη νόσο Αλτσχάιμερ. Ενώ παραδοσιακά αυτό αποδιδόταν στη μεγαλύτερη μακροζωία τους ή σε ορμονικούς παράγοντες, μια νέα μελέτη που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Alzheimer’s & Dementia ρίχνει φως σε έναν άλλο, κοινωνικό «ένοχο»: Τον δομικό σεξισμό (ξανά).
Η Δρ. Ζουστίνα Αβίλα Ρίεγκερ (Justina Avila-Rieger) και η ομάδα της στο Πανεπιστήμιο Columbia, ανέλυσαν δεδομένα δεκαετιών από χιλιάδες συμμετέχοντες, εξετάζοντας πώς οι ανισότητες στην εργασία, την πολιτική εκπροσώπηση και την αναπαραγωγική αυτονομία επηρεάζουν τη μνήμη. Και τα ευρήματα είναι συγκλονιστικά.
Οι γυναίκες που γεννήθηκαν σε πολιτείες με υψηλότερα επίπεδα δομικού σεξισμού εμφάνισαν ταχύτερη έκπτωση της μνήμης καθώς μεγάλωναν.
Μάλιστα, η διαφορά μεταξύ μιας γυναίκας που μεγάλωσε σε ένα περιβάλλον με τον μέγιστο δομικό σεξισμό (π.χ. στον Μισισιπή του 1910) έναντι μιας γυναίκας σε ένα πιο ισότιμο περιβάλλον (π.χ. στο Κονέκτικατ του 1940) ισοδυναμούσε με εννέα επιπλέον χρόνια γνωστικής γήρανσης.
Πώς όμως η κοινωνική ανισότητα μεταφράζεται σε βιολογική παρακμή; Η απάντηση κρύβεται στην επαναλαμβανόμενη έκθεση στο στρες. Όπως εξηγεί η ειδικός, ο δομικός σεξισμός λειτουργεί ως πηγή συνεχούς πίεσης που προκαλεί φλεγμονές στο σώμα και τον εγκέφαλο, επηρεάζοντας άμεσα τους δείκτες εγκεφαλικής υγείας. Παράλληλα, οι έμμεσες διαδρομές - όπως ο περιορισμός στην εκπαίδευση και το εισόδημα, στερούν από τις γυναίκες τα απαραίτητα εφόδια για να διατηρήσουν τη γνωστική τους υγεία.
Ναι, ο δομικός σεξισμός βλάπει σοβαρά την υγεία των γυναικών. Δεν είναι μόνο το αίσθημα φόβου όταν γυρίζουμε μόνες το βράδυ, είναι μια ισόβια, αθόρυβη βιολογική επιβάρυνση που μας ακολουθεί μέχρι τα βαθιά γεράματα. Γι' αυτό, η μάχη για την ισότητα δεν είναι μόνο ζήτημα δικαιοσύνης, αλλά μια επιτακτική ανάγκη δημόσιας υγείας.