REAL LIFE WHO

Ζωή Κοσκινίδου: «Η πανδημία χρωμάτισε έντονα τις τεράστιες διαφορές που υπάρχουν ανάμεσα στα φύλα σε εργασιακό, οικογενειακό και οικονομικό επίπεδο»


Έλενα Κρητικού

8 Μαΐου 2022

Ζωή Κοσκινίδου: «Η πανδημία χρωμάτισε έντονα τις τεράστιες διαφορές που υπάρχουν ανάμεσα στα φύλα σε εργασιακό, οικογενειακό και οικονομικό επίπεδο»
Photo Credits: Γιώργος Κωστιάνης
Η Ζωή Κοσκινίδου, η οποία βρίσκεται πίσω από την ευρηματική «Κόκκινη Αλεπού», μιλάει στο jenny.gr για το ηλεκτρονικό της παιδί, που έχουν αγαπήσει μικροί και μεγάλοι, αλλά και για την προσωπική της ιστορία ως μητέρα σε συνθήκες πανδημίας.

Η πανδημία έκανε επιτακτική την ανάγκη για όπλα διαφυγής. Ένα από αυτά ήταν η φαντασία και το πιο δυνατό, τα βιβλία. Όχι, μόνο για παιδιά αλλά και για κάθε μεγάλο που έπρεπε να βρει τον τρόπο να αντέξει τις νέες συνθήκες και να προσαρμοστεί σε αυτές.

Η «Κόκκινη Αλεπού» πριν 6 χρόνια άρχισε να δίνει άλλο νόημα στην πνευματική αναζήτηση των παιδιών ενώ τα δύο τελευταία χρόνια αποτέλεσε καταφύγιο από τον εγκλωβισμό στο σπίτι. Με πλούσια θεματική έγινε το μέσο δραπέτευσης και φυγής από μια ασφυκτική πραγματικότητα που φρέναρε τα όνειρα και έβαλε γκάζι στον φόβο, το άγχος, την απόγνωση.

Η Ζωή Κοσκινίδου βρίσκεται πίσω από το εγχείρημα που ενεργοποιεί τη φαντασία των παιδιών και ταξιδεύει τις ψυχές τους σε κόσμους μαγικούς, σε μια σφαίρα που κινείται παράλληλα με τη νέα κανονικότητα και διευρύνει ορίζοντες. Τα υπόλοιπα αξίζει να τα ανακαλύψετε μόνοι σας μέσα από τη συζήτηση που είχαμε μαζί της με αφορμή τη γιορτή της Μητέρας.

Photo Credits: Γιώργος Κωστιάνης

Τον Απρίλιο του 2016, κάνεις πράξη την ιδέα για ένα online περιοδικό με θέματα που αφορούν το παιδικό βιβλίο. Στην απόφασή σου έπαιξε ρόλο το γεγονός ότι ήσουν ήδη μαμά; Θες να μας περιγράψεις λίγο την αρχή της γέννησης του εγχειρήματος;

Ξεκίνησα να σκέφτομαι τη δημιουργία του περιοδικού το 2015. Η αφορμή όμως είχε προκύψει πιο πριν, όταν ήταν μωρό η κόρη μου και προσπαθούσα να βρω να αγοράσω βιβλία για να της διαβάζω και να της φτιάξω τη δική της βιβλιοθήκη. Αν και είχα επαφή με το παιδικό βιβλίο ως δημοσιογράφος στην εφημερίδα που δούλευα, δεν είχα τότε τις γνώσεις, το κριτήριο αν θες, ώστε να μπορώ να διαλέξω ένα παιδικό βιβλίο. Παράλληλα, πέρασα μια δύσκολη περίοδο προσαρμογής με το μωρό το πρώτο διάστημα και έψαχνα να βρω έναν τρόπο να δεθώ με το παιδί μου μέσα από κάτι που θα «διασκέδαζε» και τις δυο μας. Και βρήκα. Κάτι που αγαπούσα ούτως ή άλλως πολύ: τα βιβλία. Από εκείνη τη στιγμή ξεκίνησε το ταξίδι μου στο παιδικό βιβλίο και στα μικρά και μεγάλα βιβλιοπωλεία, που ως τότε επισκεπτόμουν αποκλειστικά για να εμπλουτίσω τη δική μου βιβλιοθήκη. Η έλλειψη όμως μέσων που να ασχολούνται με το παιδικό βιβλίο δημοσιογραφικά (δηλαδή κριτικά) και η παντελής σχεδόν απουσία κειμένων για παιδικά βιβλία και την παιδική λογοτεχνία σε μεγάλα έντυπα και διαδικτυακά μέσα ήταν αυτό που με έκανε να σκεφτώ τη δημιουργία της Κόκκινης Αλεπούς τελικά. Κι από τη σκέψη πέρασα στην πράξη το 2016.

Έχεις γράψει πως «δέκα λεπτά μεγαλόφωνης ανάγνωσης τη μέρα είναι ικανά να αλλάξουν τον κόσμο». Με ποιον ή ποιους τρόπους; Πώς το ενσωμάτωσες εσύ στη ζωή (και) της κόρης σου και από πόσο νωρίς;

Πραγματικά όσο και να το σκέφτομαι δεν μπορώ να βρω άλλη λέξη για να χαρακτηρίσω τη μεγαλόφωνη ανάγνωση πέρα από τη λέξη «μαγεία». Οταν ξεκίνησα να διαβάζω στην κόρη μου ήταν 9 μηνών, άρα δεν μπορούσε να μου πει αν της άρεσε ή όχι. Σε μένα δρούσε άλλοτε επουλωτικά, κι άλλοτε κατευναστικά· έβλεπα τα αποτελέσματα μετά από κάθε ανάγνωση. Σε εκείνη δρούσε υπόγεια, τη διασκέδαζε εκείνη τη στιγμή, της άρεσε να πιάνει τα βιβλία, τις σελίδες, το χαρτί, να παρατηρεί την εικονογράφηση. Δεν είδα τα αποτελέσματα αμέσως, αλλά είδα πολλά λίγο καιρό μετά. Ακόμα δεν μπορώ να πιστέψω πώς μια τόσο απλή δραστηριότητα μαζί της, κάτι εξαιρετικά ψυχαγωγικό και και για μένα, της πρόσφερε και της προσφέρει τόσα πολλά. Τα μικρά παιδιά μπορεί να μην μπορούν να διαβάσουν λέξεις, μπορούν όμως να διαβάσουν την εικονογράφηση, να δουν τις λεπτομέρειες που εμείς οι μεγάλοι μπορεί να χάνουμε πάνω στη βιασύνη μας, να ακούσουν τη φωνή μας, να ζήσουν τις ιστορίες και παράλληλα να μάθουν τόσα πολλά: από το να μιλάνε, να αναγνωρίζουν τις πρώτες τους λέξεις και να εμπλουτίσουν τον λόγο τους, μέχρι να οξύνουν τη φαντασία τους και να αποκτήσουν κριτική σκέψη. Αν πιστεύω κάτι για τη μεγαλόφωνη ανάγνωση είναι ότι μπορεί να αλλάξει τον κόσμο, γιατί ουσιαστικά αλλάζει εμάς και τον τρόπο που βλέπουμε τον κόσμο μέσα από τα παιδιά μας και τα παιδικά βιβλία.

Photo Credits: Γιώργος Κωστιάνης

Ποια είναι τα οφέλη της διαδικασίας για τα παιδιά ειδικά μετά από δύο χρόνια με πανδημία, τηλεκπαιδεύσεις και lockdown;

Η μεγαλόφωνη ανάγνωση έχει μόνο οφέλη. Αρχικά, υπάρχουν τα μαθησιακά: μέσα από τη μεγαλόφωνη ανάγνωση το παιδί μαθαίνει να μένει συγκεντρωμένο, να ακούει, εμπλουτίζει το λεξιλόγιό του, μαθαίνει να αναγνωρίζει τις λέξεις όταν τις βλέπει τυπωμένες ή γραμμένες, οξύνει τη φαντασία του, μαθαίνει συνεχώς καινούρια πράγματα με διασκεδαστικό τρόπο, έρχεται σε επαφή με διάφορα είδη γραπτού λόγου, ενώ παράλληλα μαθαίνει να σκέφτεται κριτικά, να ξεχωρίζει την αλήθεια από το ψέμα. Πέρα όμως από όλα αυτά, που θα το βοηθήσουν σε όλη του τη σχολική και αργότερα ίσως ακαδημαϊκή πορεία, τα παιδιά που τους διαβάζουν δυνατά είτε στο σπίτι είτε στο σχολείο έστω και για 10 λεπτά την ημέρα, μαθαίνουν να αγαπούν την ανάγνωση και το βιβλίο και να το βλέπουν σαν κάτι που τα ευχαριστεί πραγματικά και όχι σαν αγγαρεία, ενώ το σπουδαιότερο από όλα, αναπτύσσουν πολύ ισχυρούς δεσμούς με τους γονείς τους και τους δασκάλους. Η ώρα που θα αφιερώσει κάποιος σε ένα παιδί για να του διαβάσει είναι ένα τεράστιο δώρο και για τους δύο.

Τι πιστεύεις είναι αυτό που λείπει από τα σχολεία στην Ελλάδα όσον αφορά στην ανάγνωση βιβλίων και ιστοριών στα παιδιά; Και πόσο βάρος πέφτει στην οικογένεια;

Από τα δημόσια σχολεία λείπει το πιο βασικό από όλα: οι σχολικές βιβλιοθήκες. Ένα μεγάλο ποσοστό δημόσιων σχολείων – για να μην πω η συντριπτική πλειονότητα – δεν έχει δανειστική βιβλιοθήκη. Και μιλάμε για σχολεία όλων των βαθμίδων, από νηπιαγωγεία ως λύκεια. Όσα από αυτά τα σχολεία έχουν βιβλιοθήκες, αυτές λειτουργούν με δωρεές βιβλίων από εκδοτικούς οίκους, ιδιώτες, Συλλόγους γονέων και κηδεμόνων ή – ακόμα χειρότερα – το υστέρημα, (σε χρήμα αλλά και σε χρόνο), κάποιων δασκάλων που αγαπούν οι ίδιοι το διάβασμα και τα βιβλία και θέλουν να βάλουν τη λογοτεχνία μέσα στο σχολείο και μέσα στο μάθημα και πολεμάνε με θηρία όπως η «διδακτέα ύλη» και το «σχολικό πρόγραμμα» που δεν αφήνει κανένα περιθώριο δημιουργικότητας στα παιδιά. Άρα πώς είναι δυνατόν να μιλάμε για φιλαγνωσία στα σχολεία; Όταν η ίδια η Πολιτεία, η εκάστοτε ηγεσία του υπουργείου Παιδείας δεν ασχολούνται με το θέμα της φιλαναγνωσίας στα σχολεία, όταν δεν υπάρχει κανένας κρατικός φορέας που να στηρίζει το παιδικό βιβλίο, όταν συγγραφείς και εικονογράφοι καλύπτουν μόνοι τους οδοιπορικά και άλλα έξοδα αλλά και χαμένο εργασιακό χρόνο για να βρεθούν κοντά στους αναγνώστες τους (γιατί ας μην ξεχνάμε ότι η πλειονότητα έχουν άλλο πρώτο επάγγελμα), δεν είναι δυνατόν να μιλάμε για φιλαναγνωσία στα σχολεία.

Άρα, ναι, σε αυτές τις συνθήκες το βάρος της γνωριμίας των παιδιών με το βιβλίο πέφτει όλο στους γονείς και δεν είναι δίκαιο. Γιατί μπορεί να υπάρχουν οι γονείς που αγαπούν το διάβασμα και μπορούν οικονομικά να στηρίξουν την ανάγκη αυτή του παιδιού τους, όμως υπάρχουν κι εκείνοι που αν και αναγνωρίζουν τη ζωτική σημασία του βιβλίου στην παιδική ηλικία, το εισόδημά τους δεν τους επιτρέπει να στηρίξουν μια τέτοια «πολυτέλεια». Που όμως πολλές φορές αυτός ο γονιός θα δώσει από το υστέρημά του έστω και το ελάχιστο ποσό για να πάρει ακόμα κι ένα περιοδικό – από αυτά που θα αποκαλούσαμε «ευτελή» - από το περίπτερο για το παιδί του. Εγώ σε αυτόν τον γονιό βγάζω το καπέλο, γιατί τουλάχιστον προσπαθεί με όποιον τρόπο μπορεί να βάλει το διάβασμα στη ζωή του παιδιού του. Όμως η Πολιτεία θα έπρεπε με κάποιον τρόπο να του δίνει τα εργαλεία που χρειάζεται για να μπορέσει να εφοδιάσει το παιδί του βιβλία, να του δώσει τη δυνατότητα να έχει πρόσβαση στη λογοτεχνία, στη γνώση, στην πληροφορία. Κι αυτό μπορεί να το κάνει με δύο τρόπους: με τις σχολικές βιβλιοθήκες και με τις Δημόσιες ή Δημοτικές Δανειστικές Βιβλιοθήκες.

Από προσωπική εμπειρία μιλώντας, αν δεν είχα στην ηλικία των τάξεων του Δημοτικού την επαφή με τα βιβλία μέσα από τη δανειστική βιβλιοθήκη στο σχολείο που πήγαινα, όσο κι αν οι γονείς μου διάβαζαν οι ίδιοι ή μας αγόραζαν βιβλία, είμαι σίγουρη ότι δεν θα είχα αυτήν την αγάπη που έχω ως ενήλικη για το διάβασμα.

Τι βιβλία θα πρότεινες στους γονείς να διαβάζουν στα αγόρια τους, για να τα βοηθήσουν να αποτινάξουν από μικρά την τοξική αρρενωπότητα, σε κάθε τομέα, που καλλιεργεί η κοινωνία;

Η ενσυνείδηση και η αποδοχή του διαφορετικού είναι στοιχεία που μεταδίδονται στο παιδί από την ίδια του την οικογένεια. Δεν υπάρχει περίπτωση όσα και όποια βιβλία κι αν προτείνουμε εμείς, όσοι ασχολούμαστε με το παιδικό βιβλίο, να βοηθήσουν να αποτιναχτεί η τοξική αρρενωπότητα ή να παταχθεί η πατριαρχία αν ο ίδιος ο γονιός δεν πιστεύει στα δύο πράγματα που ανέφερα στην αρχή. Μπορείς να φανταστείς έναν γονιό που πιστεύει ότι η θέση της γυναίκας είναι στο σπίτι να διαβάζει στο παιδί του την εικονογραφημένη βιογραφία της Σιμόν Ντε Μποβουάρ;

Κατά τη γνώμη σου, ποιες είναι οι σημαντικότερες αξίες που καλλιεργούν τα παιδικά βιβλία και κατά πόσο αληθεύει ότι απευθύνονται μόνο στους μικρούς; Εμείς οι μεγάλοι δεν έχουμε ανάγκη από τέτοια αναγνώσματα;

Η ενσυναίσθηση. Τα παιδικά βιβλία είναι ένα καθρέφτης, αλλά κι ένα παράθυρο στα συναισθήματα του άλλου. Σε ένα παιδικό βιβλίο μπορείς να καθρεφτιστείς – να βρεις τον εαυτό σου ή στοιχεία αυτού, αλλά και να κατανοήσεις τα συναισθήματα κάποιου που βιώνει μια κατάσταση που ίσως έχεις βιώσει κι εσύ ή κάποιος φίλος σου.

Οι άνθρωποι δεν σταματάμε ποτέ να αναζητάμε μέσα από τα βιβλία έναν καθρέφτη. Αναζητούμε – κυρίως σε στιγμές έντονες και συγκινησιακά φορτισμένες – κάτι που να μας μοιάζει ώστε να μπορέσουμε να καταλάβουμε καλύτερα αυτό που μας συμβαίνει. Η παιδική λογοτεχνία είναι ένα- ίσως το πιο σπουδαίο- μέσο που μπορεί να μας δώσει αυτή τη δυνατότητα και ως παιδιά και ως ενήλικες. Άρα ναι, η παιδική λογοτεχνία είναι αναγκαία και σε εμάς τους ενήλικες. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε το πόσα βιβλία κυκλοφορούν στο εξωτερικό που μιλούν για το πόσο καλό μας κάνουν τα παιδικά βιβλία. Ενδεικτικά μόνο αναφέρω το «Why you should read kids’ books Even Though You Are So Old and Wise» της Katherine Rundell και το «Wild Things: The Joy of Reading Children's Literature as an Adult» του Bruce Handy.

Photo Credits: Γιώργος Κωστιάνης

Η πανδημία παγιώθηκε τα δύο τελευταία χρόνια στη ζωή μας. Έφερε αλλαγές που πολλοί δεν μπορέσαμε να διαχειριστούμε. Τα βιβλία στη δική σου περίπτωση πώς λειτούργησαν; Ποιες δικλείδες ασφαλείας σου προσέφεραν για να αντιμετωπίσεις και να προσαρμοστείς στα νέα δεδομένα; Είδες κάτι αντίστοιχο να συμβαίνει και με την κόρη σου;

Τα βιβλία όπως και η μεγαλόφωνη ανάγνωση λειτούργησαν την περίοδο της πανδημίας επουλωτικά. Η αλήθεια είναι πως η πρώτη καραντίνα του Μαρτίου του 2020 ήταν τελείως διαφορετική από αυτή του Νοεμβρίου του ίδιου χρόνου. Η πρώτη ήταν κάτι πρωτόγνωρο, όλοι ψάχναμε μέσα στον φόβο μας τα πατήματά μας, να βρούμε κάτι να μην τρελαθούμε. Σε εκείνη την πρώτη φάση διάβασα πολύ δικά μου βιβλία, που περίμεναν μήνες στο κομοδίνο μου, άκουσα κάποια audiobooks, αλλά και διάβασα πολύ στην κόρη μου. Κάθε βράδυ, μπορεί και πολλές φορές μέσα στην ημέρα. Στη δεύτερη καραντίνα με την τηλεργασία και την τηλεκπαίδευση τα πράγματα ήταν πολύ διαφορετικά. Εκεί ο χρόνος μειώθηκε, μπήκε η δουλειά και το σχολείο. Ήταν όμως και η περίοδος που η μικρή μου έκανε το «κλικ» της και ξεκίνησε να διαβάζει μόνη της για πρώτη φορά. Και από τότε δεν έχει σταματήσει. Σε μένα τα βιβλία όλη εκείνη την περίοδο λειτούργησαν ως μέσο αποσυμπίεσης και χαλάρωσης όσο γινόταν, σε εκείνη νομίζω ότι της παρείχαν την ασφάλεια μέσα στον φόβο της, το happy place της.

Υπάρχει κάτι που θα σου λείψει από την αλλόκοτη εμπειρία του εγκλεισμού, σε προσωπικό και οικογενειακό επίπεδο;

Από την πρώτη περίοδο της καραντίνας το μόνο πράγμα που θα μου λείψει είναι ο άπλετος χρόνος με την οικογένειά μου, το καθημερινό περπάτημα, οι ταινίες, ο ύπνος, οι μουσικές που δεν είχα προλάβει να ακούσω, η ηρεμία παρά τον φόβο που είχαμε. Από τη δεύτερη καραντίνα δεν θέλω να θυμάμαι τίποτα.

Μετά από 2 χρόνια πανδημίας, άλλαξαν οι προτεραιότητές σου ως μητέρα; Ως γυναίκα;

Αν έμαθα ίσως κάτι από την πανδημία είναι πως στη ζωή μας δεν είμαστε τίποτα χωρίς την υγεία μας (σωματική και ψυχική) και πως αν υπάρχει κάτι που πραγματικά χρειαζόμαστε είναι ένα ουσιαστικό δημόσιο σύστημα υγείας που να εξυπηρετεί τους πάντες χωρίς εισοδηματικά κριτήρια. Ως μητέρα και λόγω της τηλεκπαίδευσης και του εγκλεισμού, άλλαξα άποψη για το θέμα «σχολείο» και συνειδητοποίησα στο μεδούλι μου πόσο κακό και ανέμπνευστο είναι το εκπαιδευτικό μας σύστημα και πόσο στερεί από τα παιδιά τη δημιουργικότητά τους. Ως γυναίκα απλώς επιβεβαίωσα αυτό που ήδη ήξερα, ότι ως φύλο έχουμε πολλά ακόμα να αξιώσουμε. Η πανδημία χρωμάτισε με έντονα χρώματα τις τεράστιες διαφορές που υπάρχουν ανάμεσα στα φύλα σε εργασιακό, οικογενειακό και οικονομικό επίπεδο.

Μέσα από κουβέντες με άλλες μητέρες, τι εικόνα έχεις για το πώς πέρασε η μέση μητέρα στην πανδημία; Συμπληρωματικά, πόσο σημαντική ήταν για εσένα η επικοινωνία με άλλες μητέρες και η αλληλοστήριξη μεταξύ σας, κατά τη διάρκεια των τελευταίων 2 ετών;

Δύσκολα. Η αίσθηση που έχω από φίλες μου, είναι ότι μητρότητα/ γονεϊκότητα και πανδημία δεν τα πήγαν και πολύ καλά. Πολλή κούραση, πολλά νεύρα, τεράστιος φόβος, τεράστια αβεβαιότητα και ανασφάλεια, τηλεργασία, τηλεκπαίδευση, διαβάσματα παιδιών, δουλειά και δουλειές σπιτιού και όλα αυτά μέσα στον απόλυτο εγκλεισμό. Ακόμα και το σούπερ μάρκετ το κάναμε online από τον φόβο μας. Εγώ πάλι ήμουν τυχερή μέσα στη γενική ατυχία. Καταρχάς, δούλευα ούτως ή άλλως από το σπίτι, άρα η τηλεργασία δεν μου ήταν κάτι καινούριο, ενώ και το ωράριό μου είναι από τη φύση της δουλειάς πολύ ευέλικτο. Την περίοδο της πανδημίας και ειδικά την περίοδο μεταξύ Νοεμβρίου ‘20 και Μαΐου ‘21, δεν πέρασα καλά – όπως πολλές άλλες μαμάδες· φλέρταρα οριακά με το απόλυτο burn out. Όμως βρήκα διαφυγή σε τέσσερις μαμάδες παιδιών από το σχολείο της κόρης μου, με τις οποίες μένουμε στην ίδια γειτονιά, αλλά δεν κάναμε παρέα πριν την πανδημία και με τις οποίες καταφέραμε να συντονιστούμε με κάποιον μαγικό τρόπο –είμαστε πάρα πολύ διαφορετικές η μία από την άλλη. Με γνώμονα πρωτίστως την ασφαλή κοινωνικοποίηση των παιδιών μας είχαμε καταφέρει να βρισκόμαστε σχεδόν κάθε μέρα πριν την έναρξη της τηλεκπαίδευσης, με μάσκες και όλα τα απαραίτητα μέτρα προφύλαξης για να παίξουν τα παιδιά έστω και για μία ώρα. Πού; Σε αυλές, σε πιλοτές, με πατίνια και ποδήλατα σε πεζοδρόμια και άδειους δρόμους, όπου μπορούσαμε και όπου μας επέτρεπαν τα μέτρα. Χωρίς αυτές τις τέσσερις γυναίκες, ο εγκλεισμός εκείνης της περιόδου θα ήταν αβάσταχτος. Γιατί και τα παιδιά έπαιζαν και αποσυμπιεζόντουσαν και εμείς ξεφεύγαμε λίγο με θερμό γεμάτα καφέ στο χέρι.

Ποιο είναι το πιο σημαντικό μάθημα που έχεις πάρει από το παιδί σου;

Η ενσυναίσθηση νομίζω, το να ακούω τα συναισθήματα του άλλου και να μην κρίνω και το να αφήνω το περιθώριο στην κόρη μου να μου εκφράζει την άποψή της, χωρίς να επεμβαίνω, έστω κι αν μέσα μου ουρλιάζω για να μιλήσω εγώ πρώτη (που τα ξέρω όλα καλύτερα άλλωστε!).

Για το τέλος, θες να μας κάνεις μια λίστα με 20 βιβλία που θεωρείς πως θα πρέπει να διαβάσει κάθε παιδί (ή γονιός σε παιδί) για να αναπτύξει αξίες όπως η αυτοπεποίθηση και η ενσυναίσθηση -και ό,τι άλλο θεωρείς εσύ ως σημαντικό εφόδιο;

Κάθε ιστορία κρύβει μια δόση ενσυναίσθησης. Δεν αγαπώ τα βιβλία με ηθικό δίδαγμα ή με μήνυμα, αλλά αγαπώ πολύ τις ιστορίες γενικά, όπως τα παιδικά του Neil Gaiman, που όμως στα ελληνικά υπάρχει μεταφρασμένο μόνο η Πειρατόσουπα, εκδ. Μεταίχμιο και το Βιβλίο του Νεκροταφείου (εκδ. Οξύ), και είναι πλέον εξαντλημένο. Αν έπρεπε όμως να κάνω μια λίστα για να προτείνω ανά ηλικίες βιβλία, θα πρότεινα σίγουρα τα παρακάτω:

  • Οποιοδήποτε βιβλίο του Ερικ Καρλ, εκδ. Καλειδοσκόπιο (1+)
  • Η φυλή των βρομύλων των Elise Gravel & Magali Le Huche, εκδ. Μικρή Σελήνη (4+)
  • Η χώρα των τεράτων του Maurice Sendak, εκδ. Παπαδόπουλος (5+)
  • Ένα σχολείο ταρακουνημένο της Αλκηστης Χαλικιά, εκδ. Ικαρος (5+)
  • Τάτα;;, της Ίριδας Σαμαρτζή, εκδ. Ίκαρος (4+)
  • Η υπόσχεση των Nicola Davies & Laura Carlin, εκδ. Πατάκη (5+)
  • Η ντουλάπα της Στέργιας Κάββαλου και της Ζακλίν Πολενάκη, εκδ. Ποταμός (5+)
  • Μπαμπά, μπορούμε να πάρουμε σκύλο αντί για μυρμήγκι; Του Φίλιππου Φωτιάδη, εκδ. Μάρτης (5+)
  • Κούνελος κι Αρκούδα (5 βιβλία) των Julian Gough & Jim Field, εκδ. Ίκαρος, (6+)
  • Οι δυο Φρίντες: αναμνήσεις δια χειρός Φρίντα Κάλο, εκδ. Καλέντη (7+)
  • Το μεγάλο βιβλίο των δράκων από τις εκδ. Κόκκινη Κλωστή Δεμένη (7+)
  • Κλεμμένα αυτιά του Φώτη Δούσου, εκδ. Μικρή Σελήνη (7+)
  • Το Γιάρκ, τραγανά κοκκαλάκια και ζουμερά ματάκια του Μπερτράν Σαντινί, εκδ. Οξύ (9+)
  • Πέφτει η νύχτα στο Παλέρμο της Λώρης Κέζα, εκδ. Ποταμός (9+)
  • Το καπλάνι της βιτρίνας των Στέλλα Στεργίου και Γεωργίας Ζάχαρη, εκδ. Μεταίχμιο (9+)
  • Η τριλογία Πέιτζις και Σία της Anna James, εκδ. Διόπτρα (9+)
  • Η συμμορία με τις μπλε κάλτσες της Μιράντας Βατικιώτη, εκδ. Αίολος (9+)
  • Χαλασμένο τηλέφωνο των Morten Durr και Sofie Louise Dam, εκδ. Ηλίβατον (9+)
  • Αν έρθεις σαν τον άνεμο της Ζάκλιν Γούντσον, εκδ. Πατάκη (12+)
  • Εδώ έζησε: η ιστορία μιας έξωσης, των Isaac Rosa & Christina Bueno εκδ. Angelus Novus (12+)
  • Κι ένα (και) για μεγάλους: Το αγόρι, ο τυφλοπόντικας, η αλεπού και το άλογο του Charlie Mackesy, εκδ. Παπαδόπουλος