Διαβήτης κύησης: Η κατάλληλη διατροφή για να τον διαχειριστείτε

Τζουλιάννα Καρνέζη
Πέμπτη, 11 Νοεμβρίου 2021

Ο διαβήτης κύησης είναι μια κατάσταση στην οποία μια γυναίκα χωρίς διαβήτη αναπτύσσει υψηλά επίπεδα σακχάρου στο αίμα κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης. 

Ο διαβήτης κύησης έχει ως αποτέλεσμα γενικά λίγα συμπτώματα. Ωστόσο, αυξάνει τον κίνδυνο προεκλαμψίας και κατάθλιψης. Επίσης τα μωρά που γεννιούνται από μητέρες με διαβήτη κύησης διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο να είναι έχουν χαμηλά επίπεδα σακχάρου στο αίμα μετά τον τοκετό και ίκτερο, ενώ μακροπρόθεσμα, διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο να είναι υπέρβαρα και να αναπτύξουν διαβήτη τύπου 2.

Ο σακχαρώδης διαβήτης κύησης και ο διαβήτης τύπου 2 έχουν παρόμοιους παράγοντες κινδύνου. Ορισμένοι παράγοντες περιλαμβάνουν: ένα οικογενειακό ιστορικό διαβήτη ηλικίας άνω των 25 ετών, παχυσαρκία, συγκεκριμένες εθνοτικές ομάδες (Αφροαμερικανοί, ιθαγενείς Λατινοαμερικανοί, Ινδοί) και προηγούμενες γεννήσεις των 4 κιλών ή περισσότερο. 

Επίσης οι γυναίκες με διαβήτη κύησης παρουσιάζουν υψηλό κίνδυνο εμφάνισης διαβήτη στις μετέπειτα εγκυμοσύνες τους. 

Θεραπεία του διαβήτη κύησης

Οι διατροφικές παρεμβάσεις μαζί με την ακριβή παρακολούθηση των επιπέδων γλυκόζης στο αίμα θεωρούνται ως πρωταρχική θεραπευτική επιλογή. Επίσης η φαρμακευτική θεραπεία, εάν αποτύχουν οι αλλαγές της διατροφής, θα μπορέσει να ελέγξει τα επίπεδα γλυκόζης στο αίμα. Εκτιμάται ότι το 70-80% των περιπτώσεων μπορεί να ελεγχθεί μόνο με την αλλαγή του τρόπου ζωής.

Οι υδατάνθρακες είναι το πιο σημαντικό θρεπτικό συστατικό που επηρεάζει τα επίπεδα γλυκόζης μετά τα γεύματα. Και δεδομένου ότι ο διαβήτης κύησης είναι ένας τύπος δυσανεξίας στη γλυκόζη, η μάθηση σχετικά με τις τροφές που περιέχουν υδατάνθρακες είναι ζωτικής σημασίας για τη διευκόλυνση των επιλογών. 

Ένας άλλος σημαντικός παράγοντας είναι ο γλυκαιμικός δείκτης (GI). Με απλά λόγια, ο γλυκαιμικός δείκτης είναι μία αριθμητική τιμή που αποδίδεται σε υδατανθρακούχα τρόφιμα και δείχνει κατά πόσο το τρόφιμο αυξάνει την γλυκόζη του αίματος. Επίσης μπορεί να χαρακτηριστεί και ως ο δείκτης που δείχνει πόσο γρήγορα γίνεται η πέψη ενός τροφίμου. Όσο πιο γρήγορα γίνεται η πέψη ενός τροφίμου τόσο πιο υψηλό γλυκαιμικό δείκτη έχει. 

Μια διατροφή θεωρείται αποτελεσματική όταν:

- Στοχεύει στη διατήρηση φυσιολογικών επιπέδων σακχάρου στο αίµα καθ’ όλο το 24ωρο.

- Παρέχει τα απαραίτητα συστατικά για τη διατήρηση καλής υγείας της µητέρας και του εµβρύου.

- Προφυλάσσει την έγκυο από κετο-οξέωση

- Έχει ως αποτέλεσµα την απόκτηση επιθυµητού σωµατικού βάρους για την έγκυο.

- Στα διαιτητικά σχήµατα, που προτείνονται, υπάρχει κατανοµή των θερµίδων και των υδατανθράκων τόσο στα κύρια γεύµατα όσο και στα ενδιάµεσα γεύματα. 

Υδατάνθρακες: Η συνιστώµενη διαιτητική πρόσληψη στη διάρκεια της εγκυµοσύνης ανέρχεται στο ποσοστό 40-45% των συνολικών θερµίδων.  Στη διαβητική έγκυο, συστήνεται να παίρνει ενέργεια, από πηγές τροφών που δεν ανεβάζουν απότομα τα επίπεδα γλυκόζης στο αίμα, όπως οι αµυλούχες τροφές (φρούτα και από τα λαχανικά, λόγω κυρίως των φυτικών ινών που περιέχουν). Από την άλλη, η έγκυος καλό είναι να αποφεύγει γλυκά, ραφιναρισµένα αµυλούχα προϊόντα και να προτιµάει φρούτα, λαχανικά και δηµητριακά ολικής άλεσης.

Η αυξηµένη πρόσληψη ζάχαρης από γυναίκες µε διαβήτη κύησης οδηγεί σε αυξηµένο κίνδυνο προεκλαµψίας. Εντούτοις, η έγκυος πρέπει να έχει πάντα µαζί της µια καραµέλα ή ένα φακελάκι ζάχαρης για την αντιµετώπιση της πιθανής υπογλυκαιµίας.

Πρωτεΐνες: Η συνιστώµενη διαιτητική πρόσληψη στη διάρκεια της εγκυµοσύνης ανέρχεται στο 15- 20% του συνόλου των θερμίδων.  Αν η διαβητική έγκυος κάνει χρήση ινσουλίνης δεν υπάρχει διαφορά στη λήψη των πρωτεϊνών από τον οργανισµό της σε σχέση µε τη µη – διαβητική έγκυο. 

Οι πρωτεΐνες καλό είναι να προέρχονται κατά το ήµισυ από ζωικά τρόφιµα (κρέας, ψάρι, κοτόπουλο, συκώτι, αυγά, γάλα, τυρί) και κατά το άλλο ήµισυ από φυτικά τρόφιµα (όσπρια, ρύζι, δηµητριακά, ψωµί).

Αυξήμενες ποσότητες πρωτεϊνών κατά την κύηση έχουν μεγαλύτερη συχνότητα πρόωρου τοκετού. Από την άλλη, η ανεπαρκής πρόσληψη πρωτεϊνών, όπως και η ανεπαρκής πρόσληψη θερµίδων µπορεί να οδηγήσει σε χαµηλό βάρος γέννησης, µικρό για την κυητική ηλικία νεογνό, νεογνική θνησιµότητα, αναπτυξιακές ανικανότητες καθώς και προβλήµατα στην ενηλικίωση όπως ο σακχαρώδης διαβήτης.

Λιπίδια: Η σύσταση για τα λίπη στο διαιτολόγιο της εγκύου µε διαβήτη είναι από 35- 40% των ολικών θερµίδων. Τα λιπίδια στην κύηση εμφανίζονται αυξηµένα. Οι αυξήσεις έχουν σχέση με την αύξηση των οιστρογόνων κατά τη διάρκεια της κύησης. 

Η έγκυος δε χρειάζεται να αυξήσει τη πρόσληψη των λιπαρών τροφίµων, όπως είναι το λάδι, το βούτυρο, η µαργαρίνη κ.α. Μερικά λιπίδια, ιδίως τα απαραίτητα λιπαρά οξέα όπως το λινελαϊκό οξύ, α-λινολενικό οξύ, είναι σηµαντικά για την ανάπτυξη του εµβρύου. Έτσι αν η δίαιτα της εγκύου περιλαµβάνει ψάρια και θαλασσινά τότε εξασφαλίζεται η επαρκής πρόσληψη των απαραίτητων λιπαρών οξέων.

Φυτικές ίνες: Η αυξηµένη πρόσληψη φυτικών ινών (περίπου 50 γρ. ηµερησίως) έχει ωφέλιµη επίδραση στη µεταγευµατική γλυκόζη και την ινσουλίνη. Όµως, µία τέτοια κατανάλωση φυτικών ινών είναι ανέφικτη για µεγάλο χρονικό διάστηµα, καθώς παρουσιάζονται γαστρεντερικές παρενέργειες.

Βάσει ερευνών, συστήνεται η κατανάλωση υδατανθράκων υψηλής περιεκτικότητας σε φυτικές ίνες καθώς παρεµποδίζουν την εµφάνιση µεταγευµατικής υπεργλυκαιµίας.

Ο σακχαρώδης διαβήτης κύησης συνήθως φεύγει μετά τον τοκετό. Οι κύριοι παράγοντες εμφάνισης του είναι η κληρονομικότητα και η παχυσαρκία και μπορεί να διαγνωστεί με εργαστηριακές εξετάσεις στο αίμα και στα ούρα.

Τέλος αν διαγνωστεί διαβήτης θα πρέπει να απευθυνθείτε σε διαβητολόγο, ενδοκρινολόγο ή σε διαιτολόγο ώστε οι οδηγίες τους να σας βοηθήσουν να ρυθμίσετε και να αντιμετωπίσετε το πρόβλημα.